Παγκύπριες Εξετάσεις, ο καθρέφτης της αποτυχίας

Του Γεώργιου Χατζημιχαήλ*

Οι Παγκύπριες Εξετάσεις, ως ενιαία εξέταση, αποτελεί το πιο αξιόπιστο μέσο για την αξιολόγηση της επίτευξης των στόχων κάθε σχολής Λυκειακού Κύκλου και κατ’ επέκταση του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων αναδεικνύουν κάθε χρόνο τα προβλήματα και τις αδυναμίες που ταλανίζουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Ένα σύστημα που θυματοποιεί μια μεγάλη μερίδα μαθητών και μαθητριών, λόγω της προχειρότητας που υπάρχει και των σκοπιμοτήτων που ευνοούν την παραπαιδεία.

Η αποτυχία στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, η οποία παρουσιάζεται και φέτος, αποτελεί την κυριότερη ένδειξη αποτυχίας του συστήματος. Τα στατιστικά στοιχεία των εξετάσεων των τελευταίων οκτώ χρόνων παρουσιάζουν τον μέσο όρο στο μάθημα των Νέων Ελληνικών να κυμαίνεται ανάμεσα στο 7,5/20 μέχρι το 9,5/20. Αυτή η τραγική κατάσταση θα συνεχίζεται σίγουρα και στα επόμενα χρόνια.

Η πεποίθηση ότι μπορούν να παρακολουθούν την ίδια ύλη στο συγκεκριμένο μάθημα οι μαθητές/τριες που παρακολουθούν παράλληλα Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά από τη μια και οι μαθητές/τριες που κουβαλούν αναρίθμητα κενά από το Δημοτικό και το Γυμνάσιο από την άλλη, είναι τουλάχιστον ουτοπία.

Η πιο πάνω διαπίστωση τεκμηριώνεται από τα αποτελέσματα της φετινής εξέτασης, κατά την οποία ένας στους τέσσερις τελειόφοιτους βαθμολογήθηκε κάτω από το 04/20.

Η ίδια εικόνα αποτυχίας παρουσιάζεται πολύ συχνά και στα αποτελέσματα των Μαθηματικών, της Φυσικής, της Βιολογίας και της Χημείας Κατεύθυνσης. Σε αντίθεση με τα Νέα Ελληνικά που είναι μάθημα κοινού κορμού, οι μαθητές/τριες επιλέγουν τα πιο πάνω μαθήματα, ωστόσο ο βαθμός δυσκολίας των εξεταστικών δοκιμίων είναι απρόβλεπτος.

Η αδυναμία των θεματοθετών να σταθμίσουν το βαθμό δυσκολίας και τη διαβάθμιση των εξεταστικών δοκιμίων αποτελεί το βασικότερο πρόβλημα που οδηγεί στην αποτυχία που παρουσιάζεται κάθε χρόνο. Η αδυναμία αυτή θυματοποιεί όλους τους τελειόφοιτους, αλλά περισσότερο όσους στοχεύουν στην εξασφάλιση καλής βαθμολογίας στο απολυτήριό τους και την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια του εξωτερικού.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο που προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας Εξετάσεων σχετίζεται με τον αριθμό των μαθητών, οι οποίοι εγκατέλειψαν το σχολείο. Ενώ μεγάλος αριθμός εγγράφεται και φοιτά στην Α’ τάξη Λυκειακού Κύκλου, περίπου 800 παιδιά αδυνατούν να φτάσουν μέχρι τη Γ’ τάξη Λυκείου. Το γεγονός ότι ένα τόσο μεγάλο ποσοστό, της τάξεως του 12%, εγκαταλείπει το σχολείο, καθρεφτίζει την αποτυχία του συστήματος.

Η επιμονή των μεταρρυθμιστών να θεωρούν ότι όλα τα παιδιά, μετά την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, έχουν την ίδια ικανότητα να παρακολουθήσουν μαθήματα του ιδίου επιπέδου, αποτελεί την κύρια αιτία της αποτυχίας.

Θύματα της πιο πάνω τραγικής κατάστασης είναι οι μαθητές/τριες, που εγκαταλείπουν το σχολείο και όσοι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα, λόγω έλλειψης προηγούμενων γνώσεων. Ο αριθμός των παιδιών αυτών αποτελεί το 20 – 25% όσων εγγράφονται κάθε χρόνο στην Α’ τάξη Λυκείων και Τεχνικών Σχολών.

Επιλογικά, θα έλεγα ότι είναι καιρός να ληφθούν σοβαρά υπόψη τα πιο πάνω στατιστικά στοιχεία, οι απόψεις των Διευθύνσεων των σχολείων μας και των μάχιμων εκπαιδευτικών, ώστε να αντιμετωπιστούν σφαιρικά τα πιο πάνω προβλήματα.

* Διευθυντής Τεχνικής Σχολής Μακάριος Γ’

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.