Πακέτο προτάσεων για προστασία και στήριξη των εργαζομένων κατέθεσε στη Βουλή το ΑΚΕΛ

Πρωτοβουλία για εισαγωγή θεσμικών ρυθμίσεων για προστασία και στήριξη των εργαζομένων ανέλαβε το ΑΚΕΛ.


Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei



Στην τελευταία συνεδρία της Ολομέλειας της Βουλής το ΑΚΕΛ κατέθεσε τρεις προτά­σεις νόμου, οι οποίες στοχεύουν στην αντιμε­τώπιση σοβαρών προβλημάτων που αντιμε­τωπίζουν οι εργαζόμενοι λόγω των πιέσεων που ασκούν οι εργοδότες στους μισθούς και τα δικαιώματά τους.

Η πρώτη πρόταση αφορά τη δυνατότητα επέκτασης της συλλογικής σύμβασης του κάθε κλάδου, ώστε να καλύπτονται και οι ερ­γαζόμενοι οι οποίοι εξαναγκάζονται από τους εργοδότες να εργάζονται με υποδεέστερους όρους. Με τον τρόπο αυτό αναμένεται να αντιμετωπιστούν φαινόμενα όπως η αδήλω­τη απασχόληση, η παράνομη απασχόληση, η χρήση προσωπικών συμβολαίων με υποδεέ­στερους όρους απ’ ό,τι προβλέπει η οικία συλ­λογική σύμβαση κτλ.

Η δεύτερη πρόταση αφορά την αντιμετώπι­ση του φαινομένου της απόκρυψης της σχέ­σης εργοδότη-εργοδοτούμενου με διάφορες μεθόδους, μεταξύ άλλων, με την αγορά υπηρε­σιών και την ψευδοαυτοαπασχόληση. Σημειώ­νεται ότι τα τελευταία χρόνια το υπό αναφορά πρόβλημα δεν αφορά μόνο εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και εργαζόμενους στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Η τρίτη πρόταση αφορά τα προσόντα όσων εργάζονται σε συγκεκριμένα επαγγέλματα στην ξενοδοχειακή και επισιτιστική βιομηχα­νία.

Το σκεπτικό της κάθε πρότασης

Στην πρόταση για τη δυνατότητα επέ­κτασης της συλλογικής σύμβασης του κάθε κλάδου σημειώνεται ότι «η Κύπρος ανήκει στα πέντε κράτη μέλη της ΕΕ (Δανία, Ιταλία, Μάλτα, Σουηδία, Κύπρος) τα οποία δεν έχουν νομικές ρυθμίσεις με τις οποίες να καθίσταται δυνατή η επέκταση των συλλογικών συμβά­σεων. Σε όλες όμως τις χώρες αυτές, πλην της Κύπρου, υπάρχουν συστήματα και διαδικασί­ες που διασφαλίζουν σε μεγάλο βαθμό τους συμφωνημένους όρους απασχόλησης (λόγω του πολύ υψηλού ποσοστού συνδικαλιστικής οργάνωσης ή της ύπαρξης εθνικού κατώτα­του μισθού ή της νομικής κατοχύρωσης των συλλογικών συμβάσεων)». Προτίθεται επίσης ότι «με βάση αυτά τα δεδομένα, αλλά και το νέο περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί στην αγορά εργασίας με τις δυνατότητες απεριό­ριστης προσφοράς ανθρώπινου δυναμικού λόγω της αύξησης της ανεργίας, παρατηρού­νται όλο και πιο συχνά φαινόμενα συμπίε­σης των μισθών, που επιτείνονται λόγω της ανάγκης των ανέργων να εξεύρουν εργασία πάση θυσία. Ως εκ τούτου, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στην οικονομία της χώ­ρας μας, προκύπτει η ανάγκη διασφάλισης της δυνατότητας επέκτασης των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων». Όπως αναφέρεται, «με την πρόταση νόμου δίνεται η δυνατότητα στον αρμόδιο υπουργό να επεκτείνει με διά­ταγμα τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, με απώτερο στόχο τη διασφάλιση ίσης μεταχεί­ρισης στον σχετικό κλάδο, καταπολεμώντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα χρήσης αθέμιτων μέσων από μερίδα εργοδοτών σε κάποιο κλά­δο (αδήλωτη απασχόληση, παράνομη απα­σχόληση, χρήση προσωπικών συμβολαίων με υποδεέστερους όρους απ’ ό,τι προβλέπει η οι­κία συλλογική σύμβαση κ.ο.κ.)». Αναφέρεται επίσης ότι «η πρόταση νόμου προβλέπει τη δυνατότητα επέκτασης κλαδικής συλλογικής σύμβασης -μπορεί να ζητηθεί από συντεχνία, ή εργοδοτική οργάνωση, ή ακόμα μπορεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Υπουρ­γείο Εργασίας, όταν αυτό κρίνει ότι εξυπη­ρετείται το δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον», προστίθεται, «προβλέπεται ότι, παρ’ όλο που η διαδικασία επίλυσης εργατικών διαφορών σε σχέση με την εφαρμογή του Διατάγματος Επέκτασης συνεχίζει να είναι η διαδικασία που προβλέπεται στον Κώδικα Βιομηχανι­κών Σχέσεων, πιθανή άρνηση του εργοδότη να εφαρμόσει το διάταγμα μπορεί τελικά να οδηγήσει στην παραπομπή της διαφοράς σε Επιθεωρητή, διοριζόμενο δυνάμει του νόμου αυτού, ή ακόμη και στη δικαιοσύνη».

Η δεύτερη πρόταση αφορά «τη θέσπιση νομοθεσίας, η οποία να καθορίζει τα απαι­τούμενα κριτήρια και προϋποθέσεις για δι­απίστωση της ύπαρξης σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου, όπως καθορίζονται από τη Σύσταση 198 του Διεθνούς Οργανισμού Ερ­γασίας (ΔΟΕ) του 2006». Όπως επισημαίνεται, «τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έξαρση του φαινομένου της απόκρυψης της σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου με διάφορες με­θόδους, μεταξύ άλλων με την αγορά υπη­ρεσιών και την ψευδοαυτοαπασχόληση. Τα φαινόμενα αυτά», προστίθεται, «είναι έντονα τόσο στον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό τομέα». Αναφέρεται επίσης ότι «η απόκρυψη της πραγματικής σχέσης εργοδότη-εργοδοτούμενου αποτελεί ηθικά μεμπτή πρακτική, η οποία αποστερεί τους ερ­γαζόμενους από την προστασία και τα δικαι­ώματα που η ιδιότητα του εργοδοτούμενου συνεπάγεται. Με τον προτεινόμενο νόμο», προστίθεται, «καθορίζονται τα κριτήρια που ορίζουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, όπως και η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται προς διαπίστωση του πραγματικού καθεστώτος απασχόλησης ενός προσώπου».

Η τρίτη πρόταση προνοεί ότι «μέχρι την έκδοση των κανονισμών που προνοεί η υφι­στάμενη νομοθεσία, όσον αφορά τα προσόντα του προσωπικού για σκοπούς απασχόλησης στον τομέα της τουριστικής βιομηχανίας (ξε­νοδοχειακής και επισιτιστικής), σε καθήκο­ντα σχετικά με την υποδοχή πελατών, την πα­ρασκευή, την παράθεση ποτών και φαγητών και την οροφοκομία, θα τυγχάνουν εφαρμο­γής τα πρότυπα επαγγελματικά προσόντα της Αρχής Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού». Όπως αναφέρεται, «η προτεινόμενη ρύθμιση αποσκοπεί στην αξιολόγηση και πιστοποίηση των ανάλογων προσόντων και δεξιοτήτων των εργαζομένων στα πιο πάνω επαγγέλμα­τα, ώστε να διασφαλίζονται συνθήκες ασφά­λειας και υγείας στην εργασία, καθώς επίσης και προστασίας των καταναλωτών, αύξησης της παραγωγικότητας και βελτίωσης της κι­νητικότητας του ανθρώπινου δυναμικού». Διευκρινίζεται επίσης ότι «εξαιρούνται από την υποχρεωτική εφαρμογή των προτύπων επαγγελματικών προσόντων της Αρχής Ανά­πτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού στα πιο πάνω επαγγέλματα όσοι συμπληρώνουν πενταετή τουλάχιστον υπηρεσία στην ξενοδοχειακή/επισιτιστική βιομηχανία, όσοι εξασφάλισαν εξειδικευμένη εκπαίδευση και κατάρτιση σε ανάλογα επαγγέλματα με την αποφοίτηση από μεταλυκειακά ινστιτούτα ή από ανώτε­ρα ή ανώτατα ιδρύματα και οι σπουδαστές ή μαθητές που ασκούν πρακτική εξάσκηση». Όπως επισημαίνεται, «η εμπειρία των πέντε ετών, καθώς και η σχετική εκπαίδευση και κατάρτιση, τεκμαίρεται ότι διασφαλίζει τα ανάλογα προσόντα και τις αναγκαίες δεξιότη­τες για επαρκή εκπλήρωση των καθηκόντων που αναφέρονται πιο πάνω».

Κωνσταντίνος Ζαχαρίου

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.