Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

“Η πιο αγαπημένη μουσική κωμωδία της ελληνικής σκηνής» η οπερέτα ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη ανεβαίνει από τον ΘΟΚ, τον Παναγιώτη Λάρκου και μια ομάδα εκλεκτών «συνενόχων» του σε «ένα καλοκαιρινό πάρτι πιο λαχταριστό και από φρεσκοκομμένο καρπούζι».

Ο Παναγιώτης Λάρκου διάβασε το έργο με τα δικά του «φίλτρα» και το έργο θα παιχτεί σε ανοιχτά θέατρα με ζωντανή μουσική, χωρίς η ορχήστρα ή οι ηθοποιοί να έχουν ηλεκτρική ενίσχυση. Ο Βαφτιστικός είναι ένα έργο, όπως επισημαίνει ο σκηνοθέτης, «με εξαιρετικά τραγούδια που έγιναν αμέσως σουξέ» και «από τα λίγα έργα του είδους με τόσο εξωφρενικά αστεία πλοκή και τέτοιο βάθος χαρακτήρων» και ο ίδιος είναι χαρούμενος που το έργο ανεβαίνει «με τη συγκεκριμένη σύνθεση θιάσου, με αυτή τη φωτεινή αναρχία που θα δούμε».

Τέλος ο Παναγιώτης Λάρκου απαντά στο ζήτημα για τη συμμετοχή του ΘΟΚ στο Φεστιβάλ Αθηνών με τις Ικέτιδες του Ευριπίδη, μιας και το όνομά του ακούστηκε στην αρχική πρόταση, που είχε απορριφθεί, του ΘΟΚ προς το Φεστιβάλ.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΡΚΟΥ

  • Ένας Βαφτιστικός πιο λαχταριστός και από φρεσκοκομμένο καρπούζι
  • Οι Κύπριοι πρέπει πρώτα να πιστέψουμε στην αξία μας

Τι ακριβώς είναι η οπερέτα και γιατί οπερέτα σήμερα;

Η οπερέτα είναι το είδος του μουσικού θεάτρου που βρίσκεται ανάμεσα στη λαϊκότητα του κωμειδυλλίου και στην αριστοκρατικότητα της όπερας. Ένα είδος θεατρικό, που γεννήθηκε ουσιαστικά από την ανάγκη της αστικής τάξης να αποκτήσει ένα θέαμα ραμμένο στα δικά της μέτρα. Ουσιαστικά ένας λόγος για να βάλει κάποιος τα καλά του ρούχα και να πάει στο θέατρο να ψυχαγωγηθεί μαζί με τους όμοιούς του. Οπερέτα σήμερα για τον ίδιο λόγο που θα ανεβάζαμε το οτιδήποτε. Ή εγώ τουλάχιστον. Εξ αιτίας του περιεχομένου και όχι της μορφής ή της ηλικίας.

Πρόκειται για την πρώτη οπερέτα που ανεβάζει ο ΘΟΚ, αλλά το λυρικό θέατρο βρισκόταν στις απαρχές του κυπριακού επαγγελματικού θεάτρου. Μετά υποχώρησε και χάθηκε, γιατί νομίζετε;

Ο λόγος είναι και πάλι κοινωνικός. Η οπερέτα ήταν μια μόδα που έσβησε. Τόσο απλά. Μετά και τον Δεύτερο Παγκόσμιο το κοινό ένιωσε μια συλλογική ανάγκη να στραφεί σε κάτι πιο κοντά στο γονιδίωμά του και έτσι ήρθε η νέα επιθεώρηση προς αντικατάσταση.

Ο δαιμόνιος Σακελλαρίδης έγραψε εξαιρετικά τραγούδια που έγιναν αμέσως σουξέ. Τα γνωρίζει και κόσμος που δεν έχει δει ποτέ την παράσταση. Από τα λίγα έργα του είδους με τόσο εξωφρενικά αστεία πλοκή και τέτοιο βάθος χαρακτήρων

Τι είναι το ιδιαίτερο του Βαφτιστικού που την καθιστά την «πιο αγαπημένη μουσική κωμωδία της ελληνικής σκηνής», όπως αναφέρει και ο ΘΟΚ;

Λόγος πρώτος. Ο δαιμόνιος Σακελλαρίδης έγραψε εξαιρετικά τραγούδια που έγιναν αμέσως σουξέ. Τα γνωρίζει και κόσμος που δεν έχει δει ποτέ την παράσταση. Λόγος δεύτερος. Από τα λίγα έργα του είδους με τόσο εξωφρενικά αστεία πλοκή και τέτοιο βάθος χαρακτήρων.

Ο δαιμόνιος Σακελλαρίδης έγραψε εξαιρετικά τραγούδια που έγιναν αμέσως σουξέ. Τα γνωρίζει και κόσμος που δεν έχει δει ποτέ την παράσταση. Από τα λίγα έργα του είδους με τόσο εξωφρενικά αστεία πλοκή και τέτοιο βάθος χαρακτήρων

Πώς είναι για σας το να καταπιάνεστε με ένα τόσο διαφορετικό είδος σε σχέση με ό,τι σκηνοθετήσατε έως σήμερα;

Δεν ένιωσα κάποια ιδιαίτερη διαφορά. Έτσι κι αλλιώς από τη στιγμή που είχα το ελεύθερο από τον ΘΟΚ να «διαβάσω» ξανά το έργο με τα δικά μου φίλτρα, η κοινή μας ζωή με τον βαφτιστικό κυλάει από τότε αναίμακτα και ανθόσπαρτα.

Ποιες δυσκολίες και ποιες καινούργιες δυνατότητες σάς πρόσφερε αυτή η εμπειρία;

Οι όποιες δυσκολίες ήταν στο τεχνικό κομμάτι γιατί μεταφέραμε σε εξωτερικό χώρο ένα έργο που γράφτηκε για να ανεβαίνει σε κλειστά θέατρα. Και η πρόκληση να παιχτεί το έργο με ζωντανή μουσική, χωρίς η ορχήστρα ή οι ηθοποιοί να έχουν ηλεκτρική ενίσχυση. Και η χαρά να ανεβαίνει το έργο με τη συγκεκριμένη σύνθεση θιάσου, με αυτή τη φωτεινή αναρχία που θα δείτε.

Σε καλοκαιρινή περιοδεία σε ανοιχτά θέατρα, αυτό δυσκολεύει την παραγωγή;

Πάντα μια περιοδεία έχει δυσκολίες. Η μεγαλύτερη είναι να μη γίνουν αισθητικές ή καλλιτεχνικές εκπτώσεις. Και να αντέξουμε τη ζέστη. Και την υγρασία. Και τα κουνούπια.

Ποιοι είναι οι βασικοί συνεργάτες σας;

Αν τους ονοματίσω συνεργάτες θα τους αδικήσω. Συνένοχοι είναι. Έτσι κι αλλιώς εμείς στη δουλειά μας, δεν εργαζόμαστε. Ουσιαστικά, παίζουμε.

Επί σκηνής λοιπόν θα δείτε τα αγόρια για φίλημα, Χάρη Αττώνη, Αλέξανδρο Παρίσση, Πέτρο Γιωρκάτζη, Στέλιο Καλλιστράτη, Ονησίφορο Ονησιφόρου, Μάρκο Καλλή και Μάρκο Κλεοβούλου και τα κορίτσια για σπίτι, Τζίνα Πούλου, Έλενα Χατζηαυξέντη, Έλλη Αλωνεύτου και Φανή Παρλή.

Και πίσω από τη σκηνή μηχανορραφώ μαζί με τον Εδουάρδο Γεωργίου στα σκηνικά και κοστούμια, τον Μιχάλη Καρακατσάνη στην ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας, τον Παναγιώτη Τοφή στις χορογραφίες, τον Γιώργο Κουκουμά στο σχεδιασμό φωτισμών και τη Μαρίνα Αργυρίδου που έχει αναλάβει να κάνει τη φωνή της συνείδησής μου ως βοηθός σκηνοθέτη. Με τη συνδρομή της Θέλμας Κασουλίδου ως βοηθός σκηνογράφου αλλά και όλης της ομάδας του ΘΟΚ, έχουμε φτιάξει ένα καλοκαιρινό πάρτι πιο λαχταριστό και από φρεσκοκομμένο καρπούζι.

Αν μας θεωρούν λίγους δεν πρέπει να θέλουμε να βρισκόμαστε εκεί. Ή να φροντίσουμε να γίνουμε καλύτεροι. Να πάμε αλλού. Να πάμε μόνοι μας. Να κάνουμε εδώ κάτι μεγάλο. Μπορούμε; Έτσι αλλάζει η εικόνα. Εγώ πιστεύω πως μπορούμε.

Δεν μπορώ να μη ρωτήσω, το όνομά σας ακούστηκε στην αρχική πρόταση του ΘΟΚ στο Φεστιβάλ Αθηνών, πρόταση που απορρίφθηκε τελικά και η συμμετοχή του Οργανισμού διαμορφώθηκε αλλιώς, με ενισχύσεις από την Ελλάδα. Πιστεύετε ότι αυτό σχετίζεται με το γεγονός ότι το κυπριακό θεατρικό δυναμικό (Κύπριοι και μη που δημιουργούν στο νησί) δεν είναι γνωστοί στην Ελλάδα; Είναι αυτή η «ανωνυμία» που συντελεί στην απαξίωση των Κυπρίων καλλιτεχνών από τον ελλαδικό θεατρικό κόσμο ή κάτι άλλο; Τι χρειάζεται να γίνει ώστε να αλλάξει αυτή η εικόνα;

Αυτή η ιστορία είχε κουραστικά μεγάλο παρασκήνιο το οποίο δεν υπάρχει λόγος να αναπτύξω. Στο τέλος της μέρας η όλη υπόθεση με αφήνει δροσερά ασυγκίνητο, σαν ιπποπόταμο σε καλοκαιρινή λίμνη.

Εγώ θέατρο δεν κάνω για να το ακούν τα μάρμαρα, θέατρο κάνω για να το βλέπουν οι άνθρωποι. Η δουλειά μου είναι να μοιραστώ μια ιστορία, να επικοινωνήσω μια σκέψη. Το πού ακουμπάνε τα οπίσθια του θεατή ποτέ δεν με απασχολούσε, όπως δεν με απασχόλησε ποτέ το με ποιους θα φωτογραφηθώ στο πλάι.

Και να μου επιτρέψεις να πω, πως άγνωστος στη Ελλάδα δεν είμαι. Έχω δέκα χρόνια βιογραφικού στα μεγαλύτερα θέατρα και λατρεμένους συνεργάτες εκεί για να στηρίξουν τη δήλωσή μου. Και τα ονόματα των πρωταγωνιστών που είχαμε με τον ΘΟΚ προτείνει ήταν ηχηρά σαν τρομπόνι. Άρα το πρόβλημα δεν είναι η ανωνυμία του όποιου Κύπριου στην όποια Ελλάδα. Το πρόβλημα είναι η απαξίωσή του εδώ. Οι Κύπριοι πρώτα πρέπει να πιστέψουμε στην αξία μας και να είμαστε περήφανοι για την ταυτότητά μας. Μόνο τότε θα μας πάρουν οι «άλλοι» στα σοβαρά.

Πόσες φορές εμείς οι ίδιοι δεν γεμίσαμε τις θεατρικές αίθουσες με μοναδική αφορμή την εξωτικότητα ενός θιάσου, την ίδια στιγμή που στερούμε την παρουσία από μας κυπριακές παραγωγές του ιδίου έργου; Πολλές φορές δε και καλύτερες. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν λοιπόν αποφάσεις που βασίζονται στα συλλογικά μας κουσούρια.

Το να θες να ξεπεράσεις τα γεωγραφικά σου όρια είναι και θεμιτό και καλό. Το να θες όμως να παίξεις με τα μεγάλα παιδιά στα μεγάλα σαλόνια μόνο και μόνο για να πεις «α! ήμασταν κι εμείς εκεί» είναι, για μένα, ένας αυτοσκοπός καλλιτεχνικά ανούσιος. Αν μας θεωρούν λίγους δεν πρέπει να θέλουμε να βρισκόμαστε εκεί. Ή να φροντίσουμε να γίνουμε καλύτεροι. Να πάμε αλλού. Να πάμε μόνοι μας. Να κάνουμε εδώ κάτι μεγάλο. Μπορούμε; Έτσι αλλάζει η εικόνα. Εγώ πιστεύω πως μπορούμε.

Και πρέπει να το πιστέψουμε όλοι. Δεν είναι μόνο δουλειά του ΘΟΚ, γιατί δεν θέλω να είμαι άδικος. Αφορά και στα δικά μας φεστιβάλ. Ποιους καλούμε; Ποιους Κύπριους αφήνουμε απ’ έξω για να καλέσουμε τους άλλους; Τι κάνουν τα ελεύθερα θέατρα το χειμώνα; Το θέατρο δεν πρέπει να ακολουθεί ποδοσφαιρικές επιλογές του στυλ να πάρουμε ξένους για να μπούμε στους ομίλους.

Και είναι και κάτι άλλο. Είσαι ο πρώτος από τους συναδέλφους σου που τόλμησε να μου θέσει αυτή την ερώτηση. Οι υπόλοιποι τι; Τι μεσολάβησε από τις αρχές Απριλίου που όλοι ενοχλήθηκαν με το θέμα; Τι μας μετατρέπει τελικά σε στρουθοκάμηλους; Μήπως πιστέψαμε πως αυτό μας αξίζει; Σε ποιο συρτάρι σκονίζεται η επαναστατική μας διάθεση;

Ένας φίλος μου, σε άσχετο χρόνο μια μέρα, μου είπε: «μωρόν που εν κλαίει, βυζίν δεν έπιασε». Αυτό.

Λευκωσία, Αμφιθέατρο Μακαρίου Γ΄ 18 και 19 Ιουλίου

Λεμεσός, Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, 27 και 28 Ιουνίου

Λάρνακα, Παττίχειο Δημοτικό Αμφιθέατρο, 3 Ιουλίου

Πάφος, Αρχαίο Ωδείο, 6 Ιουλίου

Δερύνεια, Δημοτικό Αμφιθέατρο Δερύνειας, 10 Ιουλίου

Όλες οι παραστάσεις αρχίζουν στις 21:00