Ένα παράδειγμα της κοινής πορείας των δύο κοινοτήτων

 Των Meltem Sonay και Άννας Μισιαούλη

 Ένας νέος εκδοτικός οίκος έκανε την εμφάνισή του πρόσφατα, που στοχεύει στο να αποτελέσει στέγη για συγγραφείς και από τις δύο κοινότητες, αλλά και να προωθήσει την έκδοση, μεταξύ άλλων, έργων που συμβάλλουν στην ειρήνη και την επανένωση και αναδεικνύουν τους κοινούς αγώνες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

Για να μάθουμε περισσότερα για την «Παράγκα», τον νέο αυτό δικοινοτικό εκδοτικό οίκο, η Meltem Sonay από τη «Yeni Duzen» και η Άννα Μισιαούλη από τη «Χαραυγή» μίλησαν με τη Μαρία Σιακαλλή και τον Αμπντουλλάχ Κορκμάζχαν, που είχαν την ιδέα και προχώρησαν στην υλοποίησή της, στο πλαίσιο της συνεργασίας της «Κυριακάτικης Χαραυγής» και της «Yeni Duzen» για προώθηση της ειρηνευτικής δημοσιογραφίας.

Η Μαρία Σιακαλλή σπούδασε Τουρκικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο Μπιλγκί στο Τμήμα Πολιτισμικών Σπουδών στην Τουρκία. Μετά την επιστροφή της στην Κύπρο εκπονεί το διδακτορικό της και πάλι στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, ενώ παράλληλα διδάσκει σε αγγλόφωνο σχολείο και είναι και μεταφράστρια Τουρκικών. Αυτά δεν αφαιρούν από το ρόλο της ως ακτιβίστρια για την επαναπροσέγγιση και την ειρήνη.

Ο Αμπντουλλάχ Κορκμάζχαν είναι κάτοχος διδακτορικού από το Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολιτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έχει επίσης σπουδάσει Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης, με μεταπτυχιακές σπουδές στις Διεθνείς Σχέσεις. Εργάζεται ως ερευνητής σε κοινωνικά και πολιτικά θέματα, ενώ γράφει και σε ένα νέο μέσο μαζικής επικοινωνίας που ασχολείται με θέματα ειρήνης και επανένωσης και των κοινών αγώνων των Κυπρίων.

«Με τη Μαρία γνωριστήκαμε πριν από δύο περίπου χρόνια, στο πλαίσιο της μετάφρασης στα ελληνικά του βιβλίου μου «Το Κυπριακό Αδιέξοδο της Τουρκικής Αριστεράς». Ταυτόχρονα, η Μαρία εργαζόταν για το διδακτορικό της και έκανε έρευνα για το σκοπό αυτό και βρήκαμε πολλές πηγές για την ε/κ κοινότητα, τις οποίες μεταφράζαμε στα Τουρκικά, ή για την τ/κ κοινότητα και μεταφράζαμε στα Ελληνικά», σχολιάζει ο Αμπντουλλάχ.

Συμπληρώνει ότι έτσι προέκυψε η ιδέα για ένα κοινό εκδοτικό οίκο και μετά ιδρύθηκε η «Παράγκα», τον Δεκέμβρη 2018. Τουρκοκυπριακά και ελληνοκυπριακά έργα, τουρκικά και ελληνικά, επιλεγμένα για το Κυπριακό, τα οποία μεταφράζουν από Ελληνικά σε Τουρκικά και αντίστοιχα. «Μπορεί να είναι θέματα πολιτικής, λογοτεχνίας, ποίησης, οτιδήποτε. Τα μεταφράζουμε και τα εκδίδουμε», προσθέτει.

Στόχος τους είναι έργα από την κάθε κοινότητα να είναι διαθέσιμα και προσβάσιμα και στην άλλη κοινότητα. «Επειδή σε αυτό τον τομέα υπήρχε ένα μεγάλο κενό, θεωρούμε ότι είναι ένα σημαντικό εγχείρημα για κάποιους ανθρώπους που ενδιαφέρονται να μάθουν για την άλλη κοινότητα», επισημαίνει ο Αμπντουλλάχ, και συμπληρώνει ότι αυτό που θέλουν είναι ένα έργο να εκδίδεται και στα ελληνικά και στα τουρκικά και στις δύο γλώσσες, αφού η «Παράγκα» είναι δίγλωσσος εκδοτικός οίκος.

Απαντώντας σε ερώτηση για ποιο λόγο ο εκδοτικός οίκος «Παράγκα» πήρε αυτό το όνομα, ο Αμπντουλλάχ εξηγεί ότι όταν δημιουργείται ένας δικοινοτικός εκδοτικός οίκος, ο στόχος είναι και το όνομα να είναι οικείο και στις δύο κοινότητες. Σκέφτηκαν να βρουν μια λέξη που υπάρχει και στις δύο κοινότητες και έψαξαν ανάμεσα στις κοινές λέξεις: «Η λέξη παράγκα σημαίνει στέγη και εμείς οι Κύπριοι μοιραζόμαστε την ίδια στέγη, σκεφτήκαμε. Το λογότυπό μας είναι ένα βιβλίο-στέγη, οι δύο κοινότητες κάτω από την ίδια στέγη, και η λέξη υπάρχει και στις δύο κοινότητες, δηλαδή είναι μια κυπριακή λέξη. Γι’ αυτό το λόγο διαλέξαμε αυτό το όνομα για τον εκδοτικό οίκο», υπογραμμίζει.

Η Μαρία προσθέτει ότι η λέξη παράγκα είναι μια ταπεινή έννοια και δείχνει ότι όλοι έχουν πρόσβαση σε αυτή. «Δηλαδή όλοι έχουν πρόσβαση σε αυτό τον εκδοτικό οίκο. Όλοι μπορούν να απευθυνθούν εδώ, κάτι που επίσης θέλαμε να δείξουμε επιλέγοντας το όνομα», σημειώνει.

Το πρώτο βιβλίο που εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Παράγκα» ήταν η μετάφραση του βιβλίου του Αμπντουλλάχ, «Το Κυπριακό Αδιέξοδο της Τουρκικής Αριστεράς», το οποίο εκδόθηκε στα Τουρκικά τον Μάρτιο του 2017 και μετά από μια μακρόχρονη και επίπονη προσπάθεια μεταφράστηκε στα Ελληνικά και κυκλοφόρησε τέλη της περσινής χρονιάς.

Ακολούθησε η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του ερευνητή και συγγραφέα Αχμέτ Αν, με τίτλο τα «Θύματα της ΤΜΤ», που πραγματεύεται τον τρόπο με τον οποίο Τ/κ σοσιαλιστές φιμώθηκαν από την τότε τ/κ ηγεσία και την ΤΜΤ. Αυτό ήταν στα Τουρκικά (Η εκδήλωση προώθησης έγινε στις 23 Μαΐου, στο Συνεδριακό Κέντρο του Εργατικού Συνδικάτου DEV-IS).

Το βιβλίο τώρα μεταφράζεται στα Ελληνικά. Μετά ακολούθησε το βιβλίο που ετοίμασαν η Μαρία και ο Ταμέρ Οντζούλ, που είναι βιβλίο ποίησης σε τρεις γλώσσες -Αγγλικά, Ελληνικά και Τουρκικά- και ονομάζεται “Kusaktan Kusaga” – «Κυπριακή ποίηση από Γενιά σε Γενιά».

Ακολουθεί ένα βιβλίο του Χαλίλ Καραπασάογλου, του αντιρρησία συνείδησης, και πάλι ποιητική συλλογή, που εκδίδεται στα Ελληνικά και στα Τουρκικά, και βρίσκεται στο στάδιο της μετάφρασης. Ταυτόχρονα, σε διαδικασία βρίσκεται και το βιβλίο του Χουσεΐν Μπαχτσόλ, όπως και το βιβλίο του Γρηγόρη Ιωάννου «Ο Ντενκτάς στο νότο», το οποίο επίσης είναι στο στάδιο της μετάφρασης στα Τουρκικά.

Τη σειρά παίρνει ένα βιβλίο του Μεχμέτ Τζαϊμάς, ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται περισσότερο στους νέους, το «Ζαφείρι».

«Δηλαδή αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε πορεία έκδοσης βιβλία σε διάφορους τομείς. Όπως θέλαμε. Και βιβλία πολιτικής, ιστορίας, αλλά και βιβλία λογοτεχνίας», σχολιάζει η Μαρία και συμπληρώνει μαζί με τον Αμπντουλλάχ ότι όλα τα βιβλία έχουν μια κοινή γραμμή, την ειρήνη.

«Θέλουμε να υπηρετήσουμε την ειρήνη μέσα από αυτή την προσπάθεια και να συμβάλουμε στην επαναπροσέγγιση και κατανόηση των δύο κοινοτήτων. Μέσα από την έκδοση βιβλίων ιστορίας, ποίησης, λογοτεχνίας, κοινωνικών επιστημών να έρθουν κοντά οι δύο κοινότητες και να συμβάλουν στην ειρηνευτική διαδικασία σε κοινωνικό επίπεδο. Και σκοπός της δουλειάς μας είναι ακριβώς αυτός. Κάθε βιβλίο να μεταφραστεί και εκδοθεί και για τις δύο κοινότητες», συμπληρώνει ο Αμπντουλλάχ.

Η Μαρία με τη σειρά της διευκρινίζει ότι δίνουν σημασία επίσης στο ποιοι είναι οι συγγραφείς. «Προφανώς και δεν θα συνεργαζόμασταν με έναν εθνικιστή συγγραφέα», αναφέρει.

Επισημαίνει ότι θέλουν να δώσουν σημασία και στους νέους. Στην Κύπρο, ειδικά οι νέοι συγγραφείς, δεν έχουν πολλές ευκαιρίες ούτε και ιδιαίτερη στήριξη. «Γι’ αυτό, ειδικά για τους νέους, θέλουμε να στηρίξουμε και να δώσουμε μια πρώτη ευκαιρία», σημειώνει.

«Ο στόχος μας δεν ήταν ποτέ να ιδρύσουμε έναν εκδοτικό οίκο για να βγάλουμε χρήματα. Όταν ένας συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο, στο μυαλό του είναι η σκέψη αν θα αρέσει στο κοινό, αν θα βρει εκδοτικό οίκο για να το εκδώσει και τέτοιες ερωτήσεις -ειδικά ένας νέος συγγραφέας. Για εμάς είναι βασική αρχή κάποιος να έχει πρόσβαση, να υποβοηθούμε στο να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, τα έργα να μεταφραστούν και στα Τουρκικά και στα Ελληνικά, για να μπορούν να κυκλοφορήσουν σε ολόκληρη την Κύπρο, γιατί θεωρούμε ολόκληρη την Κύπρο πατρίδα μας, οι μητρικές μας γλώσσες είναι και τα Ελληνικά και τα Τουρκικά. Εργαζόμαστε σε αυτό το πλαίσιο και το λαμβάνουμε υπόψη», σχολιάζει ο Αμπντουλλάχ.

Η Μαρία σχολιάζει ότι επειδή μπορεί να διαβάζει και στα Ελληνικά και στα Τουρκικά, έχει επαφή με τα έργα και Τ/κ και Ε/κ συγγραφέων, κάτι το οποίο δεν είναι συνηθισμένο. «Και θέλουμε να γίνει φυσικό και δεδομένο το να διαβάζονται βιβλία και Τ/κ και Ε/κ. Γι’ αυτό, ειδικά τα έργα των Κυπρίων συγγραφέων, θέλουμε να τα μεταφράζουμε και στις δύο γλώσσες. Για να πάψει να είναι κάτι ξεχωριστό και να μετατραπεί σε μια φυσική διαδικασία, στην οποία όλοι θα μπορούν να διαβάζουν έργα συγγραφέων από την άλλη κοινότητα».

Απαντώντας σε ερώτηση για τη σημασία τού να διαβάζει κανείς έργα συγγραφέων από την άλλη κοινότητα, ο Αμπντουλλάχ επισημαίνει ότι παλαιότερα υπήρχε μια κοινή κουλτούρα συγγραφής, πρόσβαση στις εφημερίδες της άλλης κοινότητας και κουλτούρα κοινής έκδοσης. Μετά το 1974 αυτό δεν ήταν συνηθισμένο, επισημαίνει, και συμπληρώνει ότι στην ε/κ κοινότητα κυκλοφορούσαν έργα Ελλήνων και Ε/κ και στην τ/κ κοινότητα έργα Τ/κ και Τούρκων.

«Έτσι μαθαίνουμε αυτή τη ρητορική, το τι αντικατοπτρίζουν. Δεν έχουμε παραδείγματα για τον τρόπο που βλέπουν οι Ε/κ την ιστορία, τη ζωή, την κοινωνία στην Κύπρο, το πώς βλέπουν οι Ε/κ τον πόλεμο του 1974. Αυτά δεν μπορούσαμε να τα δούμε. Δεν μπορούσαμε να διαβάσουμε τις απόψεις των Ε/κ», εξηγεί.

Προσθέτει ότι ένα βιβλίο όπως αυτό του Αχμέτ Αν, «Τα θύματα της ΤΜΤ», για παράδειγμα, που πραγματεύεται εκτενώς τη δράση της ΤΜΤ, ήταν κάτι κοινό πιο παλιά.

«Εμείς είμαστε πραγματικά μια νέα γενιά. Για παράδειγμα η γιαγιά μου και ο παππούς μου ξέρουν Ελληνικά. Μπορούν να διαβάσουν. Όμως η νέα γενιά δεν έζησε με την άλλη κοινότητα, έχει μια διαφορετική οπτική για την άλλη κοινότητα. Και αυτό ακριβώς (το χάσμα) θέλουμε να το γεφυρώσουμε μέσα από τα βιβλία. Μέσα από την Παιδεία, τα παραδείγματα, την κοινή δράση. Έτσι τα κοινά βιβλία είναι σημαντικά. Συμβάλλουν στην ειρήνη και κατ’ εμένα μπορούν να συμβάλουν και στην εξεύρεση λύσης του Κυπριακού, αλλά και στη δημιουργία κοινής προσέγγισης σε μια ομόσπονδη Κύπρο. Άνθρωποι που μπορούν να σκεφτούν και να γράψουν και στα Ελληνικά και στα Τουρκικά θα είναι οι αυριανοί συγγραφείς, οι αυριανοί δημοσιογράφοι, θα διαβάζουν και θα μεταδίδουν μια κοινή κουλτούρα», σχολιάζει ο Αμπντουλλάχ.

Πρόθεση του Αμπντουλλάχ και της Μαρίας είναι να μεταφράσουν και στην τ/κ και ε/κ διάλεκτο. Όμως σε αυτή την περίπτωση η μετάφραση είναι δύσκολη. Είναι ένας πιο μακροπρόθεσμος στόχος που κάποια στιγμή θα επιτευχθεί, γιατί είναι κάτι πολύ σημαντικό. Είναι κάτι που σκέφτηκαν πολύ για το βιβλίο που ετοίμαζε η Μαρία και ο Ταμέρ. Το θεωρούν όμως σαν ένα ξεχωριστό πρότζεκτ, πολύ εξειδικευμένο.

«Υποβιβάζουμε τη μητρική μας γλώσσα. Και δυστυχώς είναι κάτι που έχει να κάνει με την εκπαίδευση. Πολλοί εκπαιδευτικοί αναμένουν από τα παιδιά να μιλούν στην κοινή Ελληνική/Τουρκική και όχι στην αντίστοιχη  Κυπριακή. Έτσι τα παιδιά αρχίζουν να αισθάνονται ότι η καθημερινή τους γλώσσα δεν είναι σωστή. Κάτι που δεν ισχύει. Για την ακρίβεια, η Κυπριακή (ε/κ και τ/κ) θα μπορούσε να είναι μια διαφορετική γλώσσα από την κοινή Τουρκική/Ελληνική. Όμως και πάλι εξαιτίας του εθνικισμού δεν συμβαίνει», σχολιάζει η Μαρία.

Δεν υπάρχει στήριξη για τον Πολιτισμό

Απαντώντας σε ερωτήσεις για τις αντιδράσεις, τις δυσκολίες που συνάντησαν στην προσπάθεια αυτή, τόσο η Μαρία όσο και Αμπντουλλάχ επισημαίνουν ότι οι αντιδράσεις που συνάντησαν ήταν θετικές, αλλά οικονομική στήριξη δεν ήρθε από πουθενά, και ότι η απουσία οικονομικής στήριξης για θέματα Πολιτισμού είναι σύνηθες φαινόμενο.

«Πολλοί άνθρωποι ήταν θετικοί. Είχαμε πολλή στήριξη από τους ανθρώπους. Φυσικά υπήρξαν και δυσκολίες. Όπως όλοι γνωρίζουμε, στην Κύπρο οι θεσμοί, οι αρμόδιοι, δεν δίνουν πολλή στήριξη στον πολιτισμό. Αυτή ουσιαστικά είναι η μεγαλύτερή μας δυσκολία, γιατί είναι αναγκαία η οικονομική ενίσχυση. Η εξασφάλισή της είναι δύσκολη. Δεν είχαμε οικονομική στήριξη από πουθενά. Επιχορηγούμε τον εκδοτικό οίκο οι ίδιοι. Όμως, εκτός από αυτό, το περιβάλλον μας μάς στηρίζει πολύ», εξηγεί η Μαρία.

Ο Αμπντουλλάχ συμπληρώνει ότι οι πολιτισμικοί οργανισμοί δεν λαμβάνουν και μεγάλη στήριξη. Ταυτόχρονα, δημιουργείται επιπρόσθετη δυσκολία προς αυτή την κατεύθυνση όταν αναφερθεί ότι πρόκειται για δικοινοτική προσπάθεια, συμπληρώνει. «Δεν υπάρχει στήριξη», δηλώνει ευθαρσώς. «Δουλεύουμε με πίστωση και όταν πληρωθούμε, πληρώνουμε. Κάνουμε οι ίδιοι τη μετάφραση, την επιμέλεια, με τη δική μας δουλειά προχωράμε», συμπληρώνει.

Ούτε και επιχορήγηση μέσα από χορηγίες για δικοινοτικές δράσεις υπάρχει, σημειώνει ο Αμπντουλλάχ απαντώντας σε σχετική ερώτηση και εξηγεί: «Εκδίδουμε τα βιβλία, τα πουλάμε και πληρώνουμε. Ακόμα και όταν θέλουμε να εκδώσουμε, τίθεται θέμα. Και για τους συγγραφείς υπάρχει θέμα οικονομικής στήριξης. Γράφει κάποιος, θέλει να εκδώσει, αλλά χρειάζεται κάποιο ποσό για το σκοπό αυτό. Και εμείς γινόμαστε διαμεσολαβητές σε αυτή τη δυσκολία, ώστε να μπορέσουν να εκδώσουν».

Η Μαρία από την πλευρά της εξηγεί ότι το πρόβλημα οικονομικής στήριξης, ή καλύτερα απουσίας της, αφορά γενικότερα τον Πολιτισμό, κάτι το οποίο διαφαίνεται και από τη σύνδεσή της με τις δύο Ενώσεις Συγγραφέων που αντιμετωπίζουν και εκεί δυσκολίες σε αυτό το κομμάτι. Σχολιάζει ότι συγγραφείς εκτός Κύπρου συμμετέχουν σε διάφορα φόρα και παρατηρούν ότι συγκριτικά υπάρχει μεγάλη αδικία.

«Στην Ευρώπη, για παράδειγμα, συγγραφείς δεν έχουν δυσκολίες για να εκδώσουν, αρκεί να είναι κανείς συγγραφέας για να μπορεί να ζήσει, όμως εδώ δεν είναι αρκετό να είναι κανείς συγγραφέας. Για να εκδώσεις τα βιβλία σου, χρειάζεται να χρηματοδοτήσεις την έκδοση, επειδή δεν υπάρχει πουθενά τέτοια στήριξη. Υπάρχει στην πραγματικότητα μεγάλη διαφορά. Στο εξωτερικό δίνουν σημασία και στήριξη στον Πολιτισμό. Στη χώρα μας ακούμε πόσο σημαντικός είναι ο πολιτισμός, αλλά ουσιαστική στήριξη δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ικανοποιητική στήριξη», υπογραμμίζει.

Από την άλλη, ο Αμπντουλλάχ επισημαίνει ότι υπάρχουν επιτυχημένοι συγγραφείς από την Κύπρο, με καλή δουλειά, που μπορεί να βγει στο εξωτερικό. Και οι Ε/κ και οι Τ/κ έχουν πολύ καλό όνομα σε αυτόν τον τομέα των τεχνών στην Ελλάδα, στην Τουρκία, σε διάφορες χώρες. Διαπιστώνει ότι όλοι αυτοί βρίσκονται σε άλλες χώρες, γιατί δεν βρίσκουν στήριξη στη χώρα τους.

Σε αυτό το σχόλιο η Μαρία εξηγεί ότι στο εξωτερικό γίνονται γνωστοί, αλλά στη χώρα τους «δεν πουλούν», κάτι το οποίο χαρακτηρίζει ως απίστευτο, ενώ ο Αμπντουλλάχ συμπληρώνει ότι για έκδοση ενός βιβλίου χρειάζονται αιτήσεις για επιχορήγηση και δεν είναι διασφαλισμένη η έγκριση, αλλά ούτε και οι πωλήσεις.

Σύμφωνα με τα μεγάλα βιβλιοπωλεία, σχολιάζει η Μαρία, η ποίηση δεν πουλά. «”Δυστυχώς η ποίηση δεν πουλά”, μας λένε. Είναι τραγικό για τη χώρα μας, δυστυχώς. Η ποίηση, το βιβλίο, γίνονται αντιληπτά ως προϊόν. Είναι τραγικό», επισημαίνει.

Όνειρό τους να κάνουν την «Παράγκα» κάτι παραπάνω από εκδοτικό οίκο… 

Πριν κλείσει η κουβέντα, τους ζητήσαμε να πουν ένα μήνυμα που θέλουν να μοιραστούν με τους αναγνώστες των δύο εφημερίδων και όχι μόνο.

Η Μαρία μοιράζεται το όνειρό τους για την «Παράγκα», που δεν θέλουν να είναι απλώς ένας εκδοτικός οίκος, που δεν την βλέπουν σαν ένα απλό εκδοτικό οίκο. «Βλέπουμε την “Παράγκα” σαν ένα μέσο με το οποίο Ε/κ και Τ/κ μπορούν να έρθουν μαζί να συναντηθούν, όπου θα μπορούμε να παραδίδουμε μαθήματα Ελληνικών και Τουρκικών, να πραγματοποιούμε βραδιές ποίησης, σεμινάρια, συνέδρια. Αυτό είναι το όνειρό μας».

Ο Αμπντουλλάχ συμπληρώνει ότι οραματίζονται την «Παράγκα» σαν ένα καφέ-βιβλιοπωλείο στην Πράσινη Γραμμή, ένα πρότζεκτ που ακόμα δεν είναι οριστικοποιημένο, αλλά το σκέφτονται και εύχονται να το υλοποιήσουν σε μια ενωμένη Κύπρο.

«Αλλά ακόμα και αν έχουμε ενώπιόν μας το χειρότερο σενάριο -δηλαδή τη διχοτόμηση, δύο κράτη κ.λπ.- η ειρήνη είναι πάντα πολύ σημαντική για τον λαό, για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις τους, για τη συνεργασία τους. Ελπίζω ότι οι Κύπριοι να ξυπνήσουμε μια μέρα και να κάνουμε κάτι γι’ αυτό», καταλήγει η Μαρία.