Συνέντευξη στον Αντώνη Γεωργίου

Ο εικαστικός και περφόρμερ Pashias παρουσίασε πρόσφατα στο SESC Consolacao του Σάo Πάολο ένα performance έργο με διάρκεια 5 ώρες την ημέρα για 13 μέρες. Όπως μας ανάφερε ο ίδιος, η διάρκεια εξυπηρετούσε «την απλόχερη “φιλοξενία” του κάθε θεατή, ένας προς ένα, μέσα στις παραμέτρους του έργου».


Ακολούθησε στο Πολιτιστικό Κέντρο της Τράπεζας Κύπρου στη Φανερώμενη, Λευκωσία, η ζωντανή performance και η έκθεση “Temple-boy” εμπνευσμενη από τη σειρά ασβεστολιθικών αγαλματιδίων «υπηρέτες του ναού», μία κατ’ εξοχήν κυπριακή μορφή γλυπτικής που «αποσκοπεί στην επανασύνδεση του ανθρώπινου σώματος -του καλλιτέχνη- και του κοινωνικού σώματος -του θεατή- με το ιστορικό έκθεμα». Η έκθεση θα παραμείνει ανοιχτή μέχρι τις 15/01/18 (Δευ.-Κυρ. 10:00-19:00), ενώ στο πλαίσιό της θα δοθεί μια διάλεξη στις 11/01/18 στις 19:30. Ο Pashias το μόνο που ζητά από τον θεατή των έργων του είναι «να έρθει και μετά να παραμείνει για λίγο εκεί, σωματικά και πνευματικά».

PASHIAS

  • Επαναπροσδιορίζοντας τη σημασία του ιστορικού εκθέματος ως «αέναο» έργο τέχνης
  • Στην Κύπρο η θέαση ενός performance έργου μπορεί αρχικά να βρίσκει το άτομο σε στάση άμυνας

Ήσουν πρόσφατα στη Βραζιλία. Τι ακριβώς παρουσίασες στο SESC Consolacao του Σάo Πάολο;

Κατά τη διάρκεια του Νοέμβρη που μας πέρασε, μου ανατέθηκε η παρουσίαση ενός performance έργου στην ομαδική έκθεση “Performance Carousel”, η οποία αποτελεί ουσιαστικά μία τεράστια κυκλική βάση χωρισμένη σε τριγωνικά τμήματα, όπου το κάθε κομμάτι φιλοξενεί ένα διαφορετικό ζωντανό έργο. Με διάρκεια 5 ώρες την ημέρα για 13 μέρες, το κοινό εισέρχεται στο χώρο και παίρνει τη θέση ποδηλασίας, εκκινώντας έτσι την περιστροφή του καρουζέλ, ή ανεβαίνει στην κυκλική βάση με σκοπό τη διάδραση.

Ποιος ο λόγος της μεγάλης διάρκειας της performance σου; Τι εξυπηρετούσε;

Το performance έργο μου με τίτλο “Concave” απαιτούσε χρονική διάρκεια στην εξέλιξή του, καθώς το κοινό καλείται να με βοηθήσει στο να καταναλώσω την «εικόνα» μου, μέσω της χρήσης ενός κουταλιού και μίας μεγάλης λίμνης νερού -εκεί που καθρεφτίζεται η κοινή μας αντανάκλαση. Η διάρκεια εξυπηρετεί στην απλόχερη «φιλοξενία» του κάθε θεατή, ένας προς ένα, μέσα στις παραμέτρους του έργου. Από την άλλη, η επιλογή της συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας έγινε από τους ίδιους του επιμελητές Fyodor Pavlov Andreevich και Margarita Osepyan, επομένως αποτελεί παράμετρο την οποία δεν επέλεξα ο ίδιος.

Πώς ένιωθες στην πολύωρη αυτή performance; Γενικά πώς βιώνεις την κάθε σου εμφάνιση;

Τα έργα μεγάλης χρονικής διάρκειας σίγουρα διαφέρουν ως εμπειρία για τον καλλιτέχνη και τον θεατή, καθώς κάθε σώμα περνάει μέσα από διαφορετικά στάδια «ύπαρξης». Τον ενθουσιασμό της δημιουργίας, της γνωριμίας, την ανταλλαγή ενέργειας με τον συνάνθρωπό σου, αλλά και την επιθυμία διακοπής αυτής της σύνδεσης, όταν ο εαυτός σου ξεπερνάει τα όρια φυσικής αντοχής και ανοχής των συναναστροφών, της υπερέκθεσης.

Ποια ήταν η ανταπόκριση του κοινού;

Το έργο “Concave” σίγουρα κέρδισε την προσοχή, αρχικά ως προς την όψη του -παρουσιάζοντας ένα σκοτεινό και μινιμαλιστικό πλαίσιο- με την εικαστική επιλογή της κίτρινης φιγούρας ως κεντρικό του σημείο. Έχοντας ως γραμμή δράσης την άρνηση της οπτικής επαφής, προσπάθησα μαζί με τον θεατή την κοινή εξεύρεση ενός λεξιλογίου επικοινωνίας, το οποίο ξεπερνάει τους κοινότοπους τρόπους έκφρασης -όπως την ομιλία, το ανθρώπινο άγγιγμα. Η επιθυμία συμμετοχής των θεατών στην προσπάθεια αυτή πιστεύω πως αποδεικνύει και την απήχηση που είχε το έργο στο κοινό του Σάο Πάολο.

Διαφέρει το κοινό από χώρα σε χώρα; Πώς είναι το κοινό της Κύπρου;

Το κοινό σε κάθε performance έργο αποτελεί ένα κοινωνικό σύνολο, δηλαδή αποτελεί μικρογραφία της κοινωνίας μιας χώρας, με χαρακτηριστικά και κώδικες συμπεριφοράς που διαφέρουν ανάλογα με τις συνθήκες διαβίωσης. Επομένως, ο τρόπος με τον οποίο ο θεατής διαχειρίζεται και αντιλαμβάνεται ένα εικαστικό έργο διαφέρει αναλόγως. Στην Κύπρο η θέαση ενός performance έργου μπορεί αρχικά να βρίσκει το άτομο σε στάση άμυνας ως προς το «άγνωστο» και το «ασυνήθιστο». Όταν όμως η διαδικασία δημιουργίας γίνεται με σεβασμό και ειλικρίνεια ως καλλιτεχνική πρόθεση, τότε η διαδικασία αυτή σίγουρα θα αγγίξει έστω και ένα άτομο που ίσως να είναι αρκετό ως αποτέλεσμα.

Εσύ τι ζητάς από τον θεατή των έργων σου;

Πρώτα να έρθει και μετά να παραμείνει για λίγο εκεί -σωματικά και πνευματικά.

Το “Temple-boy” αποσκοπεί στην επανασύνδεση του ανθρώπινου σώματος –του καλλιτέχνη- και του κοινωνικού σώματος -του θεατή- με το ιστορικό έκθεμα, επαναπροσδιορίζοντας την καθοριστική σημασία του ως «αέναο» έργο τέχνης

Το “Temple-boy” πώς προέκυψε;

Μετά από επίσκεψη στην αρχαιολογική συλλογή Γεωργίου και Νεφέλης Τζιάπρα Πιερίδη, που φιλοξενείται από το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου, εντυπωσιάστηκα από τη σειρά ασβεστολιθικών αγαλματιδίων «υπηρέτες του ναού» -μία κατ’ εξοχήν κυπριακή μορφή γλυπτικής από τον 5ο αιώνα μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ., η οποία διασώζεται σε μεγάλο αριθμό και εξαιρετική κατάσταση στη συλλογή. Ως στάση σώματος, αλλά και μέσα από τους εννοιολογικούς συμβολισμούς που μεταφέρουν, τα αγαλματίδια μού προσέφεραν ένα πλούσιο λεξιλόγιο εικόνων και ιδεών για τη σύνθεση του performance έργου και της ομώνυμης έκθεσης.

Είχαμε ήδη το ζωντανό performance σου, τι ακριβώς έκανες;

H δράση μου αποτελεί αρχικά μία προσπάθεια αυτοπροσφοράς, όπου -όπως και το αγαλματίδιο «υπηρέτης του ναού»- έρχομαι σε επαφή με ένα τσαμπί κόκκινου σταφυλιού, καταναλώνοντας κάθε ρώγα και εκβάλλοντάς την σε διαφανές σφαιρίδιο, το οποίο και ρίχνω προς το κοινό. Παρατηρείται, δηλαδή, η προσπάθεια μεταβολής του βρώσιμου υλικού σε τεχνητό αντικείμενο ή αντικείμενο τέχνης. Η διαδικασία αυτή παίρνει μέρος ως δημιουργία νοητών γραμμών επικοινωνίας με το κοινό, καθώς κάθε σφαιρίδιο βρίσκει το δρόμο του, φθάνοντας στα πόδια του θεατή.

Στο δεύτερο μέρος της δράσης το σώμα αφήνει τη θέση του ως «υπηρέτης» του μουσείου και έρχεται σε άμεση επαφή με το κοινό, παίρνοντας κάθε ποτήρι από τους θεατές και καταναλώνοντας το κόκκινο κρασί που τους είχε προσφερθεί στην είσοδο. Επομένως η διαδικασία προσφοράς διακόπτεται και μετατρέπεται σε μία προσωπική επαφή δράσης και αντίδρασης.

Τι περιλαμβάνει η εικαστική έκθεση που εγκαινιάστηκε στις 14 Δεκεμβρίου;

Η εικαστική έκθεση παρουσιάζει μία σύνθεση των αντικειμένων, των ιδεολογικών θραυσμάτων και των εικόνων που απαρτίζουν το ζωντανό έργο. Με τη μορφή μίας μεγάλης εγκατάστασης στον εκθεσιακό χώρο, το αποτέλεσμα «παραδέχεται» ένα παρελθοντικό χρόνο -η αρχαιολογική συλλογή, η οποία συνυπάρχει μαζί με την έκθεση, υπενθυμίζει το πέρασμα του χρόνου, ενώ το ίδιο το performance αποτελεί δρώμενο που έχει ήδη τελειώσει. Ταυτοχρόνως, παρουσιάζεται μία καινούργια «κατάσταση» η οποία φιλοξενεί το θεατή στο παρόν, με την προοπτική ανασύνθεσης και επαναδημιουργίας.

Ποια η σημασία της ανθρώπινης παρουσίας σε ένα χώρο εκθεμάτων όπως ένα μουσείο;
Η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου αποτελείται από ιστορικά εκθέματα, διαμορφωμένα από τον άνθρωπο/δημιουργό, τα οποία μαρτυρούν την κοινωνική απήχηση και τον εννοιολογικό χαρακτήρα των μέσων έκφρασης που είχε στη διάθεσή του. Μέσα στο μουσειακό πλαίσιο, το έκθεμα αποστασιοποιείται από την ανθρώπινη παρουσία -τον δημιουργό και χρήστη. Το “Temple-boy” αποσκοπεί στην επανασύνδεση του ανθρώπινου σώματος –του καλλιτέχνη- και του κοινωνικού σώματος -του θεατή- με το ιστορικό έκθεμα, επαναπροσδιορίζοντας την καθοριστική σημασία του ως «αέναο» έργο τέχνης.

Πώς θεωρείς ότι πρέπει να αντικρίζουμε ό,τι ονομάζουμε «ιστορική κληρονομιά»;

Ως πηγή έμπνευσης – ένα θησαυρό, δώρο. Μεταφέροντας ως «κομμάτι» μας ό,τι μας εκφράζει, μας βοηθά στο να κατανοήσουμε την παρούσα μας κατάσταση, αλλά και αφήνοντας πίσω ό,τι μας «βαραίνει» στην πορεία, ό,τι δεν χρειαζόμαστε πλέον. Αλλά και τα δύο πρέπει να γίνονται μετά από έρευνα, κατανόηση και συλλογισμό.