Περιορισμένη η πρόοδος της Κύπρου στις οικονομικές συστάσεις του 2019, κρίνει η Κομισιόν



“Η οικονομία της Κύπρου εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεγάλες οικονομικές ανισορροπίες, οι οποίες, αν δεν αντιμετωπιστούν, ενδέχεται να παρεμποδίσουν τις μεσοπρόθεσμες οικονομικές της προοπτικές”, προειδοποιεί η Κομισιόν στην εις βάθος ανάλυση της κατάστασης της οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στις Βρυξέλλες και βασίζεται στους κανόνες του ευρωπαϊκού εξαμήνου.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, “οι μεγάλες ανισορροπίες της Κύπρου αποτελούν κληρονομιά της κρίσης του 2013 και περιλαμβάνουν υψηλά αποθέματα ιδιωτικού, δημόσιου και εξωτερικού χρέους και μη εξυπηρετούμενα δάνεια”.

Συνολικά, η Κομισιόν πληροφόρησε το Συμβούλιο ότι “η Κύπρος έχει σημειώσει περιορισμένη πρόοδο όσον αφορά την αντιμετώπιση των συστάσεων για τις χώρες του 2019” και “η Κύπρος δεν σημείωσε πρόοδο στις ιδιωτικοποιήσεις”.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κομισιόν καλεί την Κύπρο “να εντείνει τις μεταρρυθμίσεις σε βασικούς τομείς για την προσέλκυση επενδύσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα, να διαφοροποιήσει την οικονομία και να συμβάλει στην μακροπρόθεσμη χωρίς αποκλεισμούς και περιβαλλοντικά βιώσιμη ανάπτυξη” και προειδοποιεί ότι ” το μοντέλο ανάπτυξης της Κύπρου κινδυνεύει από τις αυξανόμενες εξωτερικές αβεβαιότητες και τις εκκρεμείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις”, δηλώνοντας ότι “τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι οι φορολογικοί κανόνες της Κύπρου χρησιμοποιούνται για επιθετικούς σκοπούς φορολογικού σχεδιασμού” και “ο σχεδιασμός της κυπριακής φορολογικής κατοικίας οι κανόνες και η ιθαγένεια από τα επενδυτικά προγράμματα αποτελούν παράγοντες ανησυχίας”.

Αναλυτικά, η Κομισιόν δηλώνει στην έκθεση ότι “η οικονομική ανάπτυξη έχει παραμείνει ανθεκτική μέχρι στιγμής, αλλά αναμένεται να επιβραδυνθεί τα επόμενα χρόνια”. “Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ, που αναμένεται να είναι 3,2% το 2019, παρέμεινε ισχυρός βασιζόμενος στην εσωτερική ζήτηση”. Εν τω μεταξύ, οι καθαρές εξαγωγές είχαν αρνητικό αντίκτυπο, “αντανακλώντας ένα λιγότερο υποστηρικτικό εξωτερικό περιβάλλον”.

Η οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό, κατά 2,8% περίπου το 2020 και 2,5% το 2021, λόγω της αναμενόμενης αδυναμίας της παγκόσμιας οικονομίας.

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι σημαντικά αρνητικό και πρόκειται να επιδεινωθεί σε περίπου 10% του ΑΕΠ το 2019-2021 λόγω των χαμηλότερων εξαγωγών και των αυξημένων εισαγωγών στο πλαίσιο της έντονης εγχώριας ζήτησης. Η ανεργία μειώθηκε στο 7,5% το 2019, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2011 και αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω. Ο πληθωρισμός παρέμεινε χαμηλός και η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί τα επόμενα δύο χρόνια. Η Κύπρος αναμένεται να σημειώσει σημαντικό πλεόνασμα του προϋπολογισμού το 2019.

Το βασικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα επανέλθει σε πλεόνασμα το 2019 (πάνω από 3,5% του ΑΕΠ) και θα παραμείνει πλεονασματικό το 2020 και το 2021, γεγονός που θα επιτρέψει σημαντική μείωση του χρέους. Προκειμένου να διατηρηθεί η δημοσιονομική βιωσιμότητα, οι εξελίξεις των δαπανών θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά, ιδίως υπό το φως πιθανών μελλοντικών κινδύνων για την αξιοπιστία των εσόδων, προειδοποιεί η Κομισιόν.

Καταγράφει δε ότι “η ανάπτυξη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από συγκεκριμένους τομείς, όπως ο τουρισμός, οι οικιστικές κατασκευές που χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό και οι υπηρεσίες που συνδέονται με ξένες εταιρείες, οι οποίες είναι ευάλωτες σε πιθανές αρνητικές εξωτερικές εξελίξεις”.

Συγκεκριμένα τα κύρια πορίσματα της εμπεριστατωμένης αξιολόγησης που κοινοποιήθηκαν στο Συμβούλιο και οι σχετικές προκλήσεις πολιτικής είναι οι εξής:

“Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο που σημειώθηκε τα τελευταία δύο χρόνια, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένει υψηλό. Στα μέσα του 2019, το μερίδιο των μη εξυπηρετούμενων δανείων αντιπροσώπευε το 33,5% των συνολικών δανείων στον τραπεζικό τομέα, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ”, αναφέρει η Κομισιόν.

“Η αποτελεσματική χρήση του νομικού πλαισίου, συμπεριλαμβανομένου του αποκλεισμού και της αφερεγγυότητας, είναι απαραίτητη για την περαιτέρω μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, την ενίσχυση της πειθαρχίας πληρωμών και την αντιμετώπιση στρατηγικών παραβάσεων. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, συμπεριλαμβανομένης της αυξανόμενης αναλογίας που διατηρείται εκτός του τραπεζικού τομέα, πρέπει να επιλυθούν”, σημειώνει η Κομισιόν.

Τονίζει ότι “αυτό ισχύει ιδίως για τα δάνεια που κατέχει η κρατική εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων (KEDIPES), όπου πρέπει να αντιμετωπιστούν οι καθυστερήσεις και οι οργανωτικές προκλήσεις για τη διασφάλιση μιας επιτυχημένης απόδοσης. Η ενίσχυση της εποπτείας των εταιρειών που αγοράζουν πιστώσεις είναι επίσης σημαντική”.

“Η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα παραμένει υπό σημαντική πίεση”, καταγράφει. “Ενώ οι πωλήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων αναμένεται να μειώσουν το ποσοστό των επισφαλών δανείων που κατέχουν οι τράπεζες το 2020, τα χαμηλά περιθώρια επιτοκίου, η πλεονάζουσα ρευστότητα και τα υψηλά λειτουργικά έξοδα εξακολουθούν να εμποδίζουν την κερδοφορία των τραπεζών”, σημειώνει η Κομισιόν.

Επιπλέον τονίζει ότι “το χρέος του ιδιωτικού τομέα παραμένει υψηλό, αν και μειώνεται. Οι δείκτες χρέους τόσο των νοικοκυριών όσο και των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώνονται. (Το σχέδιο ΕΣΤΙΑ θα συμβάλει στη μείωση του χρέους του ιδιωτικού τομέα και η ανάκαμψη της αγοράς κατοικίας θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του ιδιωτικού χρέους).”

“Το δημόσιο χρέος προβλέπεται να μειωθεί σταθερά από το 2019 και μετά. Αφού αυξήθηκε το 2018 λόγω των μέτρων στήριξης της πώλησης και της ομαλής εκκαθάρισης της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας, ο δείκτης χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί στο 82 % του ΑΕΠ έως το 2021, κυρίως λόγω των αναμενόμενων σημαντικών πλεονασμάτων και τη σταθερή οικονομική ανάπτυξη”, καταγράφει.

Ωστόσο, η ανάλυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι. Ειδικότερα, “το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους και ο συνδυασμός μεγάλου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών και υψηλού ιδιωτικού χρέους καθιστούν την Κύπρο ευάλωτη σε πιθανές οικονομικές και οικονομικές συγκρούσεις”. Ωστόσο, σχετικά μέτριες μεσοπρόθεσμες ανάγκες χρηματοδότησης μετριάζουν κάπως τους κινδύνους.

“Η δυνητική ανάπτυξη αναμένεται να αυξηθεί μεσοπρόθεσμα. Η προβλεπόμενη αύξηση του εργατικού δυναμικού και οι αυξημένες επενδύσεις αναμένεται να αποτελέσουν τους κύριους μοχλούς αύξησης του αναπτυξιακού δυναμικού. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη εστίαση στις επενδύσεις για κατοικίες, στις συνεχιζόμενες δυσκολίες πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην χρηματοδότηση, το υψηλό επίπεδο του χρέους του ιδιωτικού τομέα και οι ελλείψεις του επιχειρηματικού περιβάλλοντος θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα μακροπρόθεσμα”, αναφέρει η έκθεση.

Ορισμένα άλλα βασικά οικονομικά ζητήματα που αναλύθηκαν στην έκθεση δείχνουν ιδιαίτερες προκλήσεις για την κυπριακή οικονομία, αναφέρει η Κομισιόν και καταγράφει συγκεκριμένα:

– Βασικές προκλήσεις παραμένουν σε σχέση με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

“Η αδύναμη περιβαλλοντική επίδοση της χώρας αποτελεί μείζονα ανησυχία. Παρά τη δράση, η Κύπρος παραμένει ευάλωτη στις κλιματικές αλλαγές εξαιτίας της ξηρασίας και της λειψυδρίας. Ταυτόχρονα, η Κύπρος είναι μεταξύ των Κ-Μ με τις υψηλότερες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά άτομο και η οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα”.

– Το δικαστικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ανεπάρκειες, που υπονομεύουν την εκτέλεση των συμβάσεων.

“Οι μακρές δικαστικές διαδικασίες και η αδύναμη επιβολή δικαστικών αποφάσεων βλάπτουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και εμποδίζουν τις τράπεζες να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα νομικά μέσα για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η αντιμετώπιση αυτών των ανεπαρκειών θα συμβάλει επίσης στην ενίσχυση της πειθαρχίας πληρωμών στη χώρα. Οι προετοιμασίες για τη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος προχωρούν, αλλά δεν υπάρχουν ακόμη απτά αποτελέσματα”.

– Η αγορά στέγασης στο σύνολό της έχει σημειώσει ανάκαμψη, αλλά ο τομέας είναι κατακερματισμένος.

“Η αγορά κατοικίας έχει ανακάμψει, υποστηριζόμενη από την έντονη εξωτερική ζήτηση για νέες πολυτελείς κατοικίες που προέρχονται κυρίως από την κατοικία και την ιθαγένεια από επενδυτικά προγράμματα. Αντίθετα, η εγχώρια ζήτηση για στέγαση και η ζήτηση για υπάρχουσες ιδιότητες παραμένουν χαμηλές. Αυτό αντικατοπτρίζεται επίσης στις διαφορές στις εξελίξεις των τιμών των κατοικιών μεταξύ νέων και υφιστάμενων κατοικιών και μεταξύ περιφερειών”.

– Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις.

“Παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί στον τομέα αυτό, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια για την ευθυγράμμιση των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης με τις καλύτερες πρακτικές της ΕΕ. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα των δημόσιων υπηρεσιών απασχόλησης κινδυνεύει, δεδομένου ότι οι πρόσθετες προσλήψεις αφορούν μόνο βραχυπρόθεσμες συμβάσεις. Η περαιτέρω πρόοδος για τη μείωση της αδήλωτης εργασίας παρεμποδίζεται από την έλλειψη πόρων και από το γεγονός ότι η νομοθεσία εξακολουθεί να εκκρεμεί”.

– Οι μεταρρυθμίσεις των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης αντιμετωπίζουν σημαντικές προκλήσεις.

“Οι σχετικά υψηλές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση δεν αντικατοπτρίζονται στα παρατηρούμενα αποτελέσματα, όπως υπογραμμίζουν τα πρόσφατα αποτελέσματα του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης. Η αδύναμη υποστήριξη για την εκπαίδευση και τη φροντίδα στην πρώιμη παιδική ηλικία υπονομεύει τα δυνητικά υψηλά μακροπρόθεσμα οφέλη της ποιοτικής φροντίδας των παιδιών και εμποδίζει τους ανθρώπους να εργάζονται ή να αναζητούν εργασία. Η βελτίωση των εκπαιδευτικών επιτευγμάτων και δεξιοτήτων, καθώς και η αύξηση της συμμετοχής στην εκπαίδευση ενηλίκων και στην επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση είναι απαραίτητες για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στο μέλλον”.

– Ο τομέας της υγείας βρίσκεται σε μια βασική μεταρρύθμιση.

“Το νέο Εθνικό Σύστημα Ασφάλισης Υγείας αναμένεται να καταστήσει τον τομέα της υγείας πιο αποτελεσματικό και προσιτό, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες επιχειρησιακές προκλήσεις. Παρέχει μια κεντρική ευκαιρία για στοχοθετημένες επενδύσεις για τη βελτίωση της δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης και την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής υγείας, μεταξύ άλλων. Η μεταρρύθμιση πρέπει να εφαρμοστεί προσεκτικά για τη μείωση των δημοσιονομικών κινδύνων”.

Καταγράφεται ακόμη ότι “σύμφωνα με οικονομικά στοιχεία, οι φορολογικοί κανόνες της Κύπρου χρησιμοποιούνται για επιθετικούς σκοπούς φορολογικού σχεδιασμού. Η έλλειψη παρακρατούμενων φόρων, ο σχεδιασμός των κυπριακών κανόνων φορολογίας διαμονής στο εταιρικό φορολογικό καθεστώς και η κατοικία και η ιθαγένεια από επενδυτικά προγράμματα αποτελούν αιτία ανησυχίας. Εκτός από την εφαρμογή ευρωπαϊκών και διεθνώς συμφωνημένων πρωτοβουλιών, η Κύπρος έχει ανακοινώσει ορισμένα μονομερή μέτρα”. “Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εισαγωγή παρακρατούμενων φόρων επί των μερισμάτων, πληρωμών τόκων και δικαιωμάτων σε χώρες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των μη συνεργαζόμενων δικαιοδοσιών σε φορολογικά θέματα της ΕΕ, η εισαγωγή εξέτασης της φορολογικής κατοικίας με βάση την ενσωμάτωση και η αναθεώρηση του πλαισίου τιμολόγησης μεταβίβασης υπόψη τις συστάσεις για την τιμολόγηση των μεταβιβάσεων από το σχέδιο για τη διάβρωση της βάσης του ΟΟΣΑ και τη μετατόπιση του κέρδους”, καταγράφει η Κομισιόν.

Τέλος η Κομισιόν καταγράφει ότι “οι ανεπάρκειες στο δημόσιο τομέα βλάπτουν το επιχειρηματικό περιβάλλον”.

“Εκκρεμούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο αντίκτυπος των προσπαθειών που καταβάλλονται για τη βελτίωση της διακυβέρνησης και της χρηματοοικονομικής παρακολούθησης των κρατικών επιχειρήσεων παραμένει εμφανής. Οι ιδιωτικές επενδύσεις, συμπεριλαμβανομένων των βασικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, θα μπορούσαν να διευκολυνθούν μέσω ιδιωτικοποιήσεων και απλοποίησης των διαδικασιών. Η διαφθορά γίνεται αντιληπτή ως πρόβλημα από τις επιχειρήσεις και η υιοθέτηση της εκκρεμούς νομοθεσίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς και η εντατικοποίηση της εφαρμογής του εγκριθέντος σχεδίου δράσης είναι απαραίτητες για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος”.