Της Αργυρώς Φελλά*

Για τους έµπειρους αναγνώστες, η ανάγνωση αποτελεί µία αυτοµατοποιηµένη διαδικασία. Αναρωτηθήκατε όµως ποτέ, πώς και πότε προσλαµβάνετε πληροφορίες από το κείµενο; Ποια µέρη της λέξης ή του κειµένου προσελκύουν την προσοχή σας ή είναι δύσκολα να τα επεξεργαστείτε; Πώς µετακινούνται οι οφθαλµοί σας στην επόµενη λέξη; Αν ο αριθµός και η διάρκεια των οφθαλµικών σας κινήσεων διαφοροποιούνται ανάλογα µε τη γλώσσα που είναι γραµµένο το κείµενο; Η προϋπάρχουσα γνώση, η ενεργοποίηση δηλαδή προηγούµενων γνώσεων, το εύρος του λεξιλογίου του αναγνώστη και ο βαθµός εξοικείωσής του µε εκφάνσεις της γλώσσας στον γραπτό λόγο, αποτελούν ορισµένες από τις µεταβλητές που προσφέρουν κάποια ερµηνεία στα παραπάνω.

Μια από τις πιο πρόσφατες πειραµατικές µεθόδους που επιχειρεί να δώσει επαρκείς απαντήσεις σε παρόµοιου τύπου ερωτήµατα είναι η τεχνική καταγραφής των οφθαλµικών κινήσεων. Η καταγραφή των οφθαλµικών κινήσεων γίνεται µε τη χρήση ενός ειδικού ανιχνευτή οφθαλµικών κινήσεων (eye tracker) στην οθόνη ενός υπολογιστή. Ένα υπέρυθρο φως, από µία ειδική κάµερα, κατευθύνεται προς το µάτι του αναγνώστη προκειµένου να δηµιουργηθούν αντανακλάσεις σε αυτό. Η ανίχνευση των οφθαλµικών κινήσεων βασίζεται στην καταγραφή του σχεδίου αντανάκλασης που προξενείται στον κερατοειδή χιτώνα. Η καταγραφή των κινήσεων των οφθαλµών ενός ατόµου γίνεται σε πραγµατικό χρόνο, γεγονός που καθιστά εφικτή την αποτύπωση του ακριβούς σηµείου στο οποίο κοιτάζει ο αναγνώστης µια δεδοµένη στιγµή και τη σκιαγράφηση της οπτικής διαδροµής του βλέµµατός του.


Όταν διαβάζουµε έχουµε την εντύπωση ότι οι οφθαλµοί µας «τρέχουν» πάνω στις γραµµές του κειµένου, χωρίς να αντιλαµβανόµαστε αν σταθεροποιούνται ή όχι σε κάποιο σηµείο του κειµένου. Κι όµως, κατά την ανάγνωση, τα µάτια µας παρόλο που κινούνται µε µεγάλη ταχύτητα από το ένα σηµείο του κειµένου στο άλλο, εντούτοις κάνουν σηµαντικές παύσεις, κατά τις οποίες προσηλώνονται σε ένα µικρό τµήµα της επιφάνειας του κειµένου. Οι ταχείες µετατοπίσεις των οφθαλµών από το ένα σηµείο του οπτικού ερεθίσµατος (π.χ., λέξη, πρόταση) σε κάποιο άλλο ονοµάζονται σακκαδικές κινήσεις, ενώ στις περιπτώσεις που οι οφθαλµοί παραµένουν σχετικά σταθεροί σε συγκεκριµένες θέσεις του κειµένου πραγµατοποιούνται κινήσεις προσήλωσης ή σταθεροποίησης.

Ένας τυπικός αναγνώστης µετακινεί τους οφθαλµούς του από ένα τµήµα του κειµένου σε άλλο κάθε τέταρτο περίπου του δευτερολέπτου. Αυτό σηµαίνει ότι η µέση διάρκεια των κινήσεων προσήλωσης κατά την ανάγνωση ενός κειµένου κυµαίνεται σε 225-250 ms. Εντός αυτού του χρονικού διαστήµατος συντελείται η πρόσληψη και η επεξεργασία των πληροφοριών. Ακολούθως, µία σακκαδική κίνηση συµβαίνει, η οποία µετατοπίζει τα µάτια του αναγνώστη σε απόσταση µέχρι 7-9 χαρακτήρων.
Οι σακκαδικές κινήσεις έχουν κυρίως κατεύθυνση προς τα δεξιά. Στις περιπτώσεις όµως που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να αποκωδικοποιήσει ή να επεξεργαστεί το οπτικό ερέθισµα (π.χ., λέξη), ενδέχεται να πραγµατοποιήσει σακκαδικές κινήσεις µε κατεύθυνση προς τα αριστερά, αλλά για µικρότερο αριθµό χαρακτήρων.

Τα τελευταία χρόνια, οι ερευνητές που εξετάζουν τους µηχανισµούς που υποστηρίζουν την ανάγνωση ενδιαφέρονται όλο και περισσότερο για την καταγραφή των οφθαλµικών κινήσεων κατά τη διάρκεια ανάγνωσης ενός ερεθίσµατος (λέξης, πρότασης ή κειµένου).
Τα ευρήµατα από την καταγραφή των οφθαλµικών κινήσεων συµβάλλουν στην ερµηνεία και κατανόηση του έργου της ανάγνωσης και κατ’ επέκταση στην εκτίµηση των γνωστικών (π.χ., αντίληψης, προσοχής, µνήµης, ταχύτητα επεξεργασίας) και γλωσσικών (π.χ., λεξιλόγιο, σηµασιολογία) δεξιοτήτων των αναγνωστών που υποστηρίζουν το έργο της ανάγνωσης. Συγκεκριµένα, οι εν λόγω καταγραφές υποδεικνύουν το ‘οπτικό µονοπάτι’ που ακολουθεί ο αναγνώστης για την καταγραφή µίας πληροφορίας, ώστε να καταστεί δυνατή η εξαγωγή χρήσιµων συµπερασµάτων σχετικά µε τον τρόπο προσέγγισης και επεξεργασίας της πληροφορίας από τον αναγνώστη.

Η εστίαση στη µελέτη του οπτικού µονοπατιού θεωρείται ιδιαίτερα σηµαντική στην έρευνα που εξετάζει διαγλωσσικές διαφορές κατά την ανάγνωση, καθώς το ενδεχόµενο για διαφορές στην καταγραφή των οφθαλµικών κινήσεων κατά την ανάγνωση κειµένων στη µητρική (π.χ., Ελληνικά) και µια δεύτερη (π.χ., Αγγλική) γλώσσα είναι όχι µόνο υψηλό αλλά και σηµαντικό στην κατανόησή µας για το πώς κατακτάµε τις διάφορες γλώσσες. Η καταγραφή οφθαλµικών κινήσεων κατά την ανάγνωση στη µητρική και σε κάποια άλλη ξένη γλώσσα παρέχει δεδοµένα αναφορικά µε τους βασικούς µηχανισµούς που εµπλέκονται στην αναγνωστική διαδικασία και ιδιαίτερα αν αυτοί διαφοροποιούνται λόγω των απαιτήσεων του κάθε έργου. Αν όντως αυτοί οι µηχανισµοί είναι διαφορετικοί, τότε η διδασκαλία ή εκµάθηση ξένων γλωσσών θα πρέπει επίσης να διαφέρει από τη διδασκαλία και εκµάθηση της µητρικής γλώσσας και να στηρίζεται σε µηχανισµούς που µεγιστοποιούν τα οφέλη για το άτοµο και κάνουν την επικοινωνία οµαλή και εποικοδοµητική.

Η έρευνα που διεξάγουµε στο Κέντρο Εφαρµοσµένης Νευροεπιστήµης, στο Πανεπιστήµιο Κύπρου, σε συνεργασία µε τα Πανεπιστήµια του Yale των Η.Π.Α. και McMaster του Καναδά, εστιάζεται στη χρήση τεχνικών καταγραφής οφθαλµικών κινήσεων για τη µελέτη των µηχανισµών που υποστηρίζουν την ανάγνωση στη µητρική και µία δεύτερη γλώσσα, σε νεαρούς ενήλικες (περισσότερες πληροφορίες: https://www.cancyprus.org /projects/meco/). Σε περίπτωση ενδιαφέροντος συµµετοχής στην έρευνα του Κέντρου Εφαρµοσµένης Νευροεπιστήµης, µε έµφαση στις διαγλωσσικές διαφορές στην ανάγνωση, µπορείτε να απευθυνθείτε στο τηλέφωνο 22895190 ή να αποστείλετε µήνυµα στην ηλεκτρονική διεύθυνση can@ucy.ac.cy.

*∆ιοικητική Υπεύθυνη Έργου MOEC, Κέντρο Εφαρµοσµένης Νευροεπιστήµης, Πανεπιστήµιο Κύπρου και Λέκτορας στο Πανεπιστήµιο Λευκωσίας