Mε τον κωδικό όνομα «MK Ultra» στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου.

 

Η Velma ήταν μία από τις εκατοντάδες των ασθενών που έγιναν χωρίς τη θέλησή τους πειραματόζωα

 

Στη δεκαετία του 1950 και του ’60, ψυχιατρική κλινική του Μόντρεαλ υπέβαλε ασθενείς σε ηλεκτροσόκ, overdose φαρμάκων που προκαλούσαν από βαθύ ύπνο έως παρατεταμένο κώμα, και τεράστιες δόσεις LSD. Τα απάνθρωπα πειράματα, που διέλυαν κυριολεκτικά τους ανθρώπους, διεξήγαγε η CIA, στο πλαίσιο του προγράμματος MK Ultra, με τη σύμφωνη γνώμη της καναδικής κυβέρνησης.

Το 1956, η Velma Orlikow εισήχθη στο πιο γνωστό ψυχιατρικό νοσοκομείο στον Καναδά, το Ινστιτούτο Allan Memorial του Μόντρεαλ, αναζητώντας βοήθεια για την επιλόχεια κατάθλιψη που την ταλαιπωρούσε. Την ιστορία της αφηγείται η εγγονή της, η εικαστική καλλιτέχνης Sarah Anne Johnson. Η Velma έμπαινε και έβγαινε στην κλινική επί τρία χρόνια, αντί ωστόσο να δει βελτίωση, η κατάστασή της παρουσίασε τέτοια επιδείνωση ώστε σύμφωνα με την οικογένειά της, η προσωπικότητά της υπέστη μεταβολές. Με άλλα λόγια, η νεαρή γυναίκα είχε γίνει σκιά του εαυτού της.

Πέρασαν πάνω από δύο δεκαετίες έως ότου η Johnson και η οικογένειά της μάθουν τι πραγματικά συνέβη στη Velma. Οι πληροφορίες που είδαν το φως της δημοσιότητας ήταν τόσο τραγικές και απροσδόκητες που ξεπερνούσαν κάθε φαντασία. Όπως αποδείχτηκε, το 1977, η CIA χρηματοδοτούσε στο εν λόγω Ινστιτούτο πειράματα «πλύσης εγκεφάλου». Τα πειράματα ήταν μέρος του project των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου, με το κωδικό όνομα «MK Ultra».

Εκείνη την εποχή, η CIA ήθελε να κατανοήσει τους μηχανισμούς της πλύσης εγκεφάλου. Όλα ξεκίνησαν όταν μια χούφτα Αμερικανών αιχμαλώτων, οι οποίοι συνελήφθησαν στον πόλεμο της Κορέας, επαίνεσαν δημοσίως τον κομμουνισμό και κατήγγειλαν τις ΗΠΑ.

Το 1957, το ζήτημα έστειλε τη CIA βόρεια των συνόρων προς αναζήτηση του Σκοτσέζου ψυχολόγου Ewen Cameron, ο οποίος προσπαθούσε να ανακαλύψει εάν μπορούσε να σβήσει το μυαλό, την προσωπικότητα ενός ανθρώπου και να ενσταλάξει νέα μοτίβα συμπεριφοράς.

Η Velma ήταν μία από τις εκατοντάδες των ασθενών που έγιναν χωρίς τη θέλησή τους πειραματόζωα και υπέστησαν στην κυριολεξία μαρτύρια. Οι άνθρωποι υποβάλλονταν σε ηλεκτροσόκ, όχι μόνο μία, αλλά αρκετές φορές την ημέρα, εξαναγκάζονταν σε λήψεις φαρμάκων που τους έριχναν σε χημικό κώμα το οποίο διαρκούσε ακόμη και μήνες και τους «πότιζαν» με τεράστιες δόσεις LSD. Κάποτε η Velma είχε πει ότι οι ενέσεις με LSD -στην περίπτωσή της υπέστη τη διαδικασία 14 φορές- την έκαναν να νιώθει σαν σκίουρος παγιδευμένος σε κλουβί ή, σαν κάποιος να της λιώνει τα κόκαλα. Όταν οι ασθενείς αρνούνταν, γιατροί και νοσηλευτές άρχιζαν τις απειλές και τις επιθέσεις: «Είσαι κακή σύζυγος και κακή μητέρα. Αν θέλεις να γίνεις καλά, κάν’ το για την οικογένειά σου. Σκέψου την κόρη σου».

Η Velma Orlikow

Τα πειράματα είχαν τόσο δραματικά αποτελέσματα ώστε οι άνθρωποι έγιναν σαν μικρά παιδιά. Οι περισσότεροι έχασαν ακόμη και βασικές στοιχειώδεις δεξιότητες, αδυνατώντας ακόμη και να φορέσουν ή να δέσουν τα παπούτσια τους.

Τότε ο Cameron άρχιζε τον «επαναπρογραμματισμό» τους: Τους βομβάρδιζε με ηχογραφημένα μηνύματα μέχρι και 16 ώρες την ημέρα. Πρώτα όμως δέχονταν αρνητικά σχόλια για τις «ανεπάρκειές» τους και αμέσως μετά θετικά, τα οποία επαναλαμβάνονταν μέχρι και μισό εκατομμύριο φορές. Πώς το έκανε; Βάζοντας ηχεία σε κράνη τα οποία οι νοσηλευτές τους «κλείδωναν» στο κεφάλι.

Η Velma πέθανε όταν η εγγονή της ήταν 13 χρονών. «Η γιαγιά μου δεν ήταν σαν τις άλλες γιαγιάδες. Μπορούσε να εκραγεί με το παραμικρό. Δεν πείραζε κανέναν, αλλά φώναζε. Περνούσαν ώρες μέχρι να ηρεμήσει», θυμάται η Johnson.

Η ζημιά που προκάλεσαν τα πειράματα στη Velma ήταν μη αναστρέψιμη. Χρειαζόταν τρεις εβδομάδες για να διαβάσει μια εφημερίδα, μήνες για να γράψει μια επιστολή και χρόνια για να διαβάσει ένα βιβλίο. «Αλλά προσπαθούσε να είναι ο παλιός εαυτός της και να κάνει τα πράγματα που αγαπούσε. Δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί».

Παρόμοιες σκηνές εκτυλίχθηκαν σε ολόκληρο τον Καναδά, καθώς οι πρώην ασθενείς του Ινστιτούτου προσπαθούσαν να επιστρέψουν στη ζωή τους. Η Alison Steel, η μητέρα της οποίας εισήχθη στο Ινστιτούτο το 1957, θυμάται ότι η μαμά της ήταν μόλις 33 χρονών και παρουσίαζε συμπτώματα κατάθλιψης. Είχε χάσει το πρώτο της παιδί. «Την εποχή εκείνη ο δρ Cameron θεωρείτο ο θαυματουργός ψυχίατρος. Υποτίθεται ότι έκανε θαύματα με ανθρώπους που αντιμετώπιζαν πρόβλημα κατάθλιψης ή ψυχικής υγείας».

Η Jean Steel

Η Jean, η μητέρα της Steel, μπήκε σε τεχνητό κώμα, την πρώτη φορά για 18 ημέρες και τη δεύτερη επί 29 ολόκληρες ημέρες. Υποβλήθηκε σε ατελείωτες συνεδρίες ηλεκτροσόκ, ενέσεις πειραματικών φαρμάκων και ατελείωτους βομβαρδισμούς ηχογραφημένων μηνυμάτων. Η Steel ήταν τεσσάρων ετών την περίοδο που η μαμά της ήταν στην κλινική. «Ήθελαν να σβήσουν τα συναισθήματά τους. Να στραγγίξουν την ψυχή τους».

Η μητέρα της επέστρεψε σπίτι μετά από τρεις μήνες. Οι «θεραπείες» είχαν προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στη μνήμη της και επιπλέον την είχαν γεμίσει με νευρικότητα και άγχος. Αδυνατούσε να μιλήσει ακόμη και για πράγματα καθημερινά. Δεν μπορούσε ούτε καν να πει ένα αστείο ή να γελάσει. Υπήρχαν φορές που διέκοπτε τις συζητήσεις των άλλων για να πει πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση με την κουβέντα. Η κόρη της πιστεύει ότι οι παρεμβάσεις αυτές πρέπει να είχαν σχέση με τα ηχογραφημένα μηνύματα.

Ο Cameron, ο ψυχίατρος-τέρας πίσω από τα πειράματα, πέθανε το 1967 από καρδιακή προσβολή ενώ ανέβαινε σε ένα βουνό. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες πρώην ασθενείς και οι οικογένειές τους θεωρώντας υπεύθυνους τόσο την καναδική κυβέρνηση όσο και τη CIA άρχισαν να διεκδικούν αποζημιώσεις.

Τελικά, το 1992, ο Καναδάς έδωσε αποζημιώσεις της τάξης των 100.000 δολαρίων σε 77 πρώην ασθενείς. Ήταν οι 77 που εξαιτίας των πειραμάτων κατέληξαν σε κατάσταση μικρού παιδιού.

Εκατοντάδες άλλοι, μεταξύ των οποίων και η μητέρα της Steel, δεν αποζημιώθηκαν ποτέ, με το επιχείρημα ότι δεν υπέστησαν σοβαρή βλάβη. Όταν το 2015 απείλησε να κάνει αγωγή, το κράτος της πρότεινε το ποσό των 100.000 δολαρίων υπό τον όρο να υπογράψει συμβόλαιο εμπιστευτικότητας.

Η καναδική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει την έκταση των πειραμάτων και δηλώνει ότι οι αποζημιώσεις σε πρώην ασθενείς έγιναν «για παρηγορητικούς και ανθρωπιστικούς λόγους».

«Ο Καναδάς δεν αναγνώρισε ποτέ τη (νομική) ευθύνη του», λέει στον Guardian o δικηγόρος Alan Stein, ο οποίος έχει εκπροσωπήσει πρώην ασθενείς.

Το 1980, η Velma και άλλοι οκτώ πρώην ασθενείς έκαναν αγωγή στη CIA για τα έξι χρόνια χρηματοδότησης του Cameron. Αφού ζήτησαν αρχικά αποζημιώσεις ύψους 1 εκατομμυρίου δολαρίων για τον καθένα και τη δημόσια συγγνώμη της Υπηρεσίας.

Τελικά, η υπόθεση έκλεισε το 1988. Η CIA έδωσε απλά 80.000 δολάρια στον καθέναν από τους ενάγοντες.