Ο Φίλιππος Πλιάτσικας παίζει με τη στέκα του μπιλιάρδου. Λίγο πιο πέρα, ο Μπάμπης Στόκας προσπαθεί να ακολουθήσει τις οδηγίες του φωτογράφου. «Μπάμπη, καλά το πας». «Ή το έχεις ή δεν το έχεις, Φίλιππα» του απαντά εκείνος αστειευόμενος. «Καταλαβαίνεις ότι δεν αισθανόμαστε πολύ άνετα με τις φωτογραφίσεις» εξηγεί ο Φίλιππος Πλιάτσικας. Το ραντεβού μας δόθηκε ένα ζεστό πρωινό στα μέσα Ιουνίου. Αφορμή της συνάντησης η επανένωση των Πυξ Λαξ, μετά τη διάλυσή τους το 2004. Μια επανένωση που επισφραγίστηκε με την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ, «Μια μέρα πριν τον χειμώνα», από την Panik Oxygen, έπειτα από 16 χρόνια δισκογραφικής ανάπαυλας. Παράλληλα, στις 12 Ιουλίου, οι Πυξ Λαξ δίνουν ραντεβού με το κοινό τους στο Ολυμπιακό Στάδιο για να γιορτάσουν με μια μεγάλη συναυλία τα 30 χρόνια από την ίδρυση της μπάντας.

Μεγάλος απών από την κουβέντα μας και ταυτόχρονα τόσο εμφατικά παρών είναι ο Μάνος Ξυδούς, ο οποίος «δραπέτευσε» από αυτόν τον κόσμο αιφνίδια, τον Απρίλιο του 2010, στα 57 του χρόνια. Υπέστη ανακοπή καρδιάς. Ο «δεύτερος πατέρας μας» θα πει για εκείνον κάποια στιγμή ο Φίλιππος Πλιάτσικας, με τον Μπάμπη Στόκα να διηγείται με κάθε λεπτομέρεια την πρώτη τους συνάντηση: «To 1989 είχαμε ηχογραφήσει, θυμάμαι, το πρώτο μας τραγούδι στα ελληνικά, γιατί αρχικά ήμασταν αγγλόφωνη μπάντα. Ηταν κάτι εντελώς αντιεμπορικό. Λεγόταν “Πεθαίνω ξανά”. Kαι αποφασίσαμε να χτυπήσουμε τις πόρτες όλων των δισκογραφικών εταιρειών, με το σκεπτικό ότι φυσικά όλες θα μας απορρίψουν. Δεν χαμπαριάζαμε, όμως. Η διαφορά η δική μας ήταν ότι ήμασταν δύο τύποι από μια λαϊκή γειτονιά, από το Μενίδι, και είχαμε μάθει να διεκδικούμε και να τρώμε την απόρριψη στο πρόσωπο».

Κι όµως, για έναν «περίεργο λόγο», όπως ομολογούν, και οι δέκα δισκογραφικές εταιρείες στις οποίες απευθύνθηκαν τους δέχτηκαν. «Εντάξει, δεν υπήρξε δίλημμα» συνεχίζει ο Μπάμπης. «Στη ΜINOS δούλευε ο Μάνος, ο οποίος προερχόταν και κοντά από τα μέρη μας, από τους Αγίους Αναργύρους. Είχαμε σκάσει φρικιά, λοιπόν, “άντε γεια” δηλαδή. Μας βλέπει και μας λέει: “Παιδιά, δεν πιστεύω να πίνετε;”. “Ε, λίγο…” του απαντάμε. “Ρε παιδιά, να μην πίνετε” επιμένει. Καθόμαστε στο γραφείο και βγάζει μπροστά μας ένα μπουκάλι Jack Daniel’s. Αυτό ήταν… Ταιριάξαμε».

Ταιριάξανε, και έτσι τα παιδιά από τη Δυτική Αθήνα, που καθ’ ομολογίαν τους ξεκίνησαν από μια γειτονιά όπου «σε σταματούσαν σε περισσότερα μπλόκα από όσα φανάρια είχε ο δρόμος» έγιναν το πιο εμπορικό ελληνικό συγκρότημα, με πωλήσεις χιλιάδων δίσκων. Βρέθηκαν στην ίδια σκηνή με τους REM, έπαιξαν με τον Ερικ Μπάρτον των θρυλικών Αnimals, τα ήπιαν στην Οξφόρδη ένα βράδυ με τον Βαν Μόρισον, έγιναν η μοναδική ελληνική μπάντα που κατάφερε να γεμίσει το Ολυμπιακό Στάδιο, αγαπήθηκαν φανατικά, αλλά και αμφισβητήθηκαν, για να διαλυθούν πριν από ακριβώς 14 χρόνια, στενοχωρώντας τους φανατικούς θαυμαστές τους. Σήμερα είναι ξανά παρόντες.

Λίγο προτού κλείσει η κουβέντα, επιστρέφουμε στον νέο τους δίσκο. Στο τραγούδι «13 Αυγούστου» ο Φίλιππος Πλιάτσικας μοιάζει να μιλά στον πατέρα του. «Δεκατρείς Αυγούστου γεννήθηκα» εξομολογείται (τον εφετινό Αύγουστο θα γίνει 51). «Πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων μου, είδα ένα παράξενο όνειρο. Βρισκόμουν σε ένα πέτρινο μπαλκόνι καφενείου και αγνάντευα τη θάλασσα και μέσα στο καφενείο βρίσκονταν όλοι μου οι αγαπημένοι. Κάποια στιγμή ήρθε έξω και στάθηκε δίπλα μου ο πατέρας μου. Για αυτό ακριβώς μιλάω στο τραγούδι».

Στέκοµαι και στο κοµµάτι «Τα καταφέραμε (Ιόλη)». Είναι μια άμεση αναφορά στην κόρη του Μπάμπη Στόκα, Ιόλη; «Είναι ένα παιδικό τραγουδάκι, που το έγραψα για εκείνη» παραδέχεται. «Και το λέγαμε μαζί: για τον Τομ το τρενάκι και τον δράκο. Στον δίσκο άλλαξα βέβαια τους στίχους, αν και με τα λόγια της Ιόλης θα ήταν μάλλον πιο εμπορικό. Εγραψα “μαζί τα καταφέραμε και υποφέραμε”. Γιατί βλέπω ανθρώπους να αγωνίζονται να υποφέρουν. Είναι τρομερό να προσπαθείς να υποφέρεις. Και ακριβώς αυτόν τον παραλογισμό ήθελα να τον “χωρέσω” σε μια παιδική μουσική, για να τον ελαφρύνω. Mε αυτό το τραγούδι ανοίγουμε και τις συναυλίες».

Τους ρωτώ, τέλος, αν αυτή θα είναι η τελευταία τους συναυλία στο ΟΑΚΑ. «Είπαμε, είμαστε ξανά ενεργή μπάντα» απαντούν. Ισως και να είχαν δίκιο τελικά. «Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο».