•  Οι χρηματοδοτικές ανάγκες του έτους υπολογίζονται μεταξύ 1,2 – 1,5 δισ. ευρώ

 

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

 

Πλάνα για έξοδο στις διεθνείς αγορές με την έκδοση ομολόγου ΕΜΤΝ (Euro Medium Term Note) ετοιμάζει το Υπουργείου Οικονομικών.

Η έκδοση θα είναι ύψους 870 εκατ. ευρώ περίπου και τοποθετείται χρονικά περί τα τέλη του πρώτου εξαμήνου. Το ομόλογο θα είναι κατά πάσα πιθανότητα επταετούς διάρκειας.

Το χαρακτηριστικά του νέου ομολόγου, καθώς και ο χρόνος που θα επιχειρηθεί η έξοδος στις διεθνείς αγορές, θα καθοριστούν από τους συμβούλους του Γραφείου Διαχείρισης Δημόσιου Χρήματος. Το πλάνο θα οριστικοποιηθεί στα μέσα του δεύτερου εξαμήνου μετά την αξιολόγηση των Standard & Poor’s, η οποία αναμένεται στις 16 Μαρτίου 2018. Στη συνέχεια θα πραγματοποιηθεί σειρά συναντήσεων με επενδυτές σε κέντρα του εξωτερικού όπως το Λονδίνο, η Φρανκφούρτη και οι ΗΠΑ. Ανάλογα με την ανταπόκριση η οποία θα υπάρξει από τους επενδυτές, οι σύμβουλοι του Γραφείου Διαχείρισης Δημόσιου Χρήματος θα ετοιμάσουν ολοκληρωμένη πρόταση για τα χαρακτηριστικά του νέου ομολόγου, δηλαδή πότε θα γίνει η έκδοση, ποιο θα είναι το ακριβές ύψος, ποια θα είναι η κατευθυντήρια γραμμή που θα δοθεί όσον αφορά την απόδοση και ποια θα είναι η διάρκεια του ομολόγου.

Σημειώνεται ότι η προηγούμενη έκδοση ΕΜΤΝ ήταν στις 20 Ιουνίου 2018 και αφορούσε ομόλογο επταετούς διάρκειας, ύψους 850 εκατ. ευρώ. Οι προσφορές ανήλθαν στα 4,2 δισ. ευρώ. Το βιβλίο των προσφορών άνοιξε με κατευθυντήρια γραμμή απόδοσης 2,9%. Τελικά η απόδοση του ομολόγου καθορίστηκε στο 2,8% και το επιτόκιο στο 2,75%. Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης αγοράστηκε από επενδυτές από το Ηνωμένο Βασίλειο (35%), ενώ ακολούθησαν οι επενδυτές από την Κύπρο (19,5%) και την Ιταλία 15,5%. Επίσης οι επενδυτές από Γερμανία, Ελβετία και Αυστρία συμμετείχαν με ποσοστό 9,7%, από άλλες χώρες της Ευρώπης σε ποσοστό 13,5% και από τις ΗΠΑ (υπεράκτιες εταιρείες) σε ποσοστό 5,5%.

Ανά είδος επενδυτών το 32,8% του ομολόγου αγοράστηκε από Διαχειριστές Κεφαλαίων, 35,3% από τράπεζες, 25% από Ταμεία Αντιστάθμισης Κινδύνου, 5,1% από Ασφαλιστικά και Συνταξιοδοτικά Ταμεία και 1,8% από Κεντρικές Τράπεζες.

Η έκδοση έγινε με ανάδοχους τις τράπεζες Citi, Goldman Sachs International και HSBC.

 

 

Κλειδί τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια 

Σημειώνεται ότι οι οίκοι αξιολόγησης διατηρούν την Κυπριακή Δημοκρατία σε μη επενδυτική βαθμίδα, παρά την ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής και τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών.

Οι τρεις παράμετροι που επικαλούνται οι οίκοι για διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε μη επενδυτική βαθμίδα είναι το υψηλό ιδιωτικό χρέος, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το επίσης υψηλό δημόσιο χρέος.

Το «κλειδί» για τις νέες αξιολογήσεις θα είναι κυρίως τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τα οποία αποτελούν τον μεγαλύτερο βραχνά για την κυπριακή οικονομία.

Από την άλλη στα θετικά συγκαταλέγεται ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης, η μερική αποκλιμάκωση της ανεργίας, η προοπτική προσέλκυσης ξένων επενδύσεων, η ιδιωτική κατανάλωση που παραμένει υψηλή και οι καλές επιδόσεις στον τουρισμό. Επίσης σημαντικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν οι εξελίξεις στα ενεργειακά, μετά και τα αποτελέσματα των πρόσφατων γεωτρήσεων.

 

 

Αξιολογήσεις από οίκους

Σημειώνεται ότι σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία αξιολογείται από τους Standard & Poor’s με BB+, από τους Moody’s με Ba3, από τους Fitch με BB και από τους DBRS με BB (low). Και οι τέσσερις οίκοι έχουν δώσει ήδη «θετική προοπτική», αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο αναβάθμισης της αξιολόγησης του μακροπρόθεσμου χρέους της Κυπριακής Δημοκρατίας το επόμενο διάστημα.

Το πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας είναι για τους Standard & Poor’s το BBB, για τους Moody’s το Baa, για τους Fitch το BBB και για τους DBRS το BBB.

Η τελευταία αξιολόγηση από τους Standard & Poor’s έγινε στις 15 Σεπτεμβρίου 2017 από τους Moody’s στις 28 Ιουλίου 2017, από τους Fitch στις 20 Οκτωβρίου 2017 και από τους DBRS την 1η Δεκεμβρίου 2017.

Την ημέρα που έγινε η προηγούμενη έξοδος στις αγορές με την έκδοση του επταετούς ομολόγου ΕΜΤΝ, η Κυπριακή Δημοκρατία αξιολογείτο από τους Standard & Poor’s στο ΒΒ+ με σταθερή προοπτική, από τους Moody’s με Β1 με θετική προοπτική, από τους Fitch με ΒΒ- με θετική προοπτική και από τους DBRS με ΒΒ (low) με σταθερή προοπτική.

Έκτοτε οι Standard & Poor’s διατήρησαν την Κυπριακή Δημοκρατία στην ίδια βαθμίδα, αλλά αναθεώρησαν την ένδειξή τους από σταθερή σε θετική. Επίσης οι Moody’s προχώρησαν σε αναβάθμιση της αξιολόγησής τους από Ba3 σε Β1, διατηρώντας την ένδειξη για θετική προοπτική. Ακόμη οι Fitch αναβάθμισαν την Κυπριακή Δημοκρατία από ΒΒ- σε BB, διατηρώντας την ένδειξη για θετική προοπτική. Επιπρόσθετα οι DBRS διατήρησαν την αξιολόγησή τους στο BB (low), αλλά αναθεώρησαν την ένδειξή τους από σταθερή σε θετική.

 

 

Οι μεγάλες πιέσεις αρχίζουν από το 2019

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Κυπριακής Δημοκρατίας κυμαίνονται φέτος μεταξύ 1,2 – 1,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο από το 2019 οι πιέσεις αυξάνονται κατακόρυφα.

Το ληξιπρόθεσμο χρέος για το 2018 ανέρχεται στα 903 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό ύψους 98 εκατ. ευρώ αφορά αποπληρωμή ομολόγων εσωτερικού και 805 εκατ. ευρώ αποπληρωμή άλλων δανείων (το δάνειο από τη Ρωσία).

Το 2019 το ληξιπρόθεσμο χρέος ανέρχεται στα 1,393 εκατ. ευρώ, αφού θα πρέπει να αποπληρωθούν 377 εκατ. ευρώ ομόλογα εσωτερικού, 199 εκατ. ευρώ ομόλογα εξωτερικού και 817 εκατ. ευρώ άλλα δάνεια.

Εξίσου πιεστικές οι ανάγκες του 2020, αφού θα πρέπει να αποπληρωθούν δάνεια 1,387 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό ύψους 79 εκατ. ευρώ αφορά ομόλογα εσωτερικού, 458 εκατ. ευρώ ομόλογα εξωτερικού, 37 εκατ. ευρώ προς τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΣΜ –  Τρόικα) και 813 εκατ. ευρώ άλλα δάνεια.

Επίσης το 2021 το ληξιπρόθεσμο χρέος ανέρχεται στα 1,285 εκατ. ευρώ, αφού θα πρέπει να αποπληρωθούν 301 εκατ. ευρώ ομόλογα εσωτερικού, 165 εκατ. ευρώ προς τον ΕΣΜ και 819 εκατ. ευρώ άλλα δάνεια.

Το 2022 οι πιέσεις αυξάνονται ακόμη περισσότερο, αφού θα πρέπει να αποπληρωθούν 1,676 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό ύψους 329 εκατ. ευρώ αφορά ομόλογα εσωτερικού, 1,000 εκατ. ευρώ ομόλογα εξωτερικού, 151 εκατ. ευρώ προς τον ΕΣΜ και 196 εκατ. ευρώ άλλα δάνεια.

Εξίσου πιεστικές είναι οι ανάγκες του 2023, αφού θα πρέπει να αποπληρωθούν δάνεια 1,614 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων ποσό ύψους 266 εκατ. ευρώ αφορά ομόλογα εσωτερικού, 1,000 εκατ. ευρώ ομόλογα εξωτερικού, 151 εκατ. ευρώ προς τον ΕΣΜ και 198 εκατ. ευρώ άλλα δάνεια.