Θέα/ Ορίζοντας

Ετών τρία

Ετών τρία και ήμουν ένας πέτρινος χωριάτικος δρόμος

Εκεί που έπεσα ξανά ματώνοντας τα γόνατα μου

 

Ένα ζευγάρι στρατιωτικές μπότες

Πάντα πολύ μεγάλες για τα παιδικά μου πόδια

 

Μια αμυγδαλιά στολισμένη την Άνοιξη με άνθια

Εκεί που έθαψα κλαίγοντας το νεκρό μου σπουργίτι

 

Ετών τρία και οι πυροβολισμοί ήταν η ηλικία μου

Όταν η μάνα με πίεσε κλαίγοντας στο στήθος της σφιχτά

 

Ήταν μια γυναίκα που τράβαγε τα μαλλιά της

Το μικρό κορίτσι που κατουριόταν από το φόβο του

 

Ετών τρία και ήμουν τα πρησμένα ματωμένα κορμιά

Ξέρεις όταν νόμιζα ότι οι νεκροί προσποιούνταν το θάνατο

Γκιουρ Γκεντς

Μετάφραση: Αγγελική Δημουλή.

Επιλογή: Νένα Φιλούση 

 

ÜÇ YAŞIM

Taşlı bir köy yoluydu üç yaşım

düşüp düşüp dizlerimi kanattığım

 

Bir çift asker botuydu

hep çok büyük gelen çocuk ayaklarıma

 

Baharda çiçek açmış bir bademdi

altına ölü serçemi gömerken ağladığım

 

Silah sesleriydi üç yaşım

annemin göğsüne sıkıca bastırıp ağlayışı

 

Saçlarını yolan bir kadındı

korkudan üstüne işeyen genç kız

 

Şişmiş kanlı cesetlerdi üç yaşım

hani ölü taklidi yapıyorlar sandığım

Gür Genç   

Nena Filusi tarafından seçildi.

 

Μέλη φωτός

Αυτή η πόλη

αφήνει χαραμάδα

για να μπορείς να ξεγλιστρήσεις

Αυτή η πόλη

κάθε λογής προσφύγων

εντόπιων και ξένων που

κρατά με απόγνωση όλα τα πρόσωπα της

παλαιά και νέα

οικεία και απροσπέλαστα

ασύντονα θραύσματα χρόνου

γυρεύει την υφή μιας άλλης φωνής

Είναι και δεν είναι η πόλη

της σκοτεινής ρίζας της πικρής

ανθοφορίας

απ’ όπου γύρεψες να γλυτώσεις κάποτε

και όπου τώρα κείται αμίλητη και παγωμένη σε στάση

επίκλησης

δίχως μια φτερούγα στο κύμα της

ένα δάκρυ στο πέτρινο βλέφαρο

ένα χάδι στο μαραμένο στήθος

Είναι και δεν είναι η πόλη όπου κατέφυγες

για να  σώσεις την εφήμερη

λεπταίσθητη άνοιξη

και σούδωσε ηδονή

και θάνατο

προτού

σκιστεί στα δυο

με το κάθε κομμάτι

να ψηλαφεί τυφλά τη μνήμη

ποθώντας το όλον του σώματος

Αυτή εδώ η πόλη

σού επιτρέπει

το μεγάλο Τίποτα

για να σκύβεις

να μαζεύεις απ ΄τη γη μικρούς θησαυρούς

για να βαδίζεις

όπως μέσα στο ανεξιχνίαστο χάος

με τις βίαιες σπαρακτικές γεννήσεις

μα και τα ρόδα-πλανήτες

στην αυλή του μικρού πρίγκιπα

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα

Επιλογή: Αλεξάνδρα Γαλανού

 

C.V.

Εύθυμος εκδορέας στιλπνών αγαλμάτων

Επισφαλής ενοικιαστής ονείρων

Σαλτιμπάγκος αιωρούμενων αισθημάτων

Ωτακουστής απρόσμενων σιωπών

Ηδονοθεράπων ερμητικών σωμάτων

Επαίτης ανεκπλήρωτων ερώτων

Λαθροθήρας της ματαιότητας

που φέρνουν οι αποχωρισμοί

Ύποπτος καλλιεργητής απαγορευμένων θαυμάτων

Βέβηλος τυμβωρύχος της υποδόριας

κρύπτης της κραυγής

Νοσφιστής της απόκρυψης ευρωστίας των λέξεων

Εθισμένος χρήστης εσπερινών μεθέξεων

Αίολος σαλπιγκτής εωθινών επελάσεων

προς άλωση της ουτοπίας.

 

Ένας αδιόρθωτος ρακοσυλλέκτης

εφημέρων της αιωνιότητας είμαι

κυρίες και κύριοι.

Μπάμπης Αναγιωτός

Επιλογή:  Γιώργος Φράγκος

 

Τα επίθετα

Δεν πρόφτασε καλά καλά να γίνει δήμαρχος

Ο κύριος Ριμαχό, κι όπως το είχε υποσχεθεί

Κήρυξε εκστρατεία ενάντια στα επίθετα.

Δεν είναι κατάσταση αυτή, έλεγε και ξανάλεγε

Κάθε φορά που σηκώνεται ένας άνεμος

Να γεμίζει η πόλη, κι ούτε ένα παράθυρο

Ούτε την πόρτα σου να μην μπορείς ν’ ανοίξεις.

Κι έδωσε εντολή στην καθαρίστρια

Να πάρει σβάρνα δρόμους και πλατείες

Να τα σκουπίσει.

 

Να τα σκουπίσω κύριε δήμαρχε

Του είπε η Ριμαχόνα, αλλά να με συμπαθάτε

Δεν μπορώ να καταλάβω τι σας έπιασε με τα επίθετα, καλά

Να προσπαθήσουμε να περιοριστούμε στα ουσιαστικά

Μα γίνονται ουσιαστικά χωρίς επίθετα; δεν γίνονται

Όπως δεν γίνονται ουσιαστικά χωρίς τα ρήματα.

Αφήστε τώρα που είναι βαρυχειμωνιά και πέφτουν

Με τη βροχή και τον άνεμο –την άνοιξη

Μα και το καλοκαίρι ίσαμε τον Αύγουστο

 

Αν τύχει να περάσετε καμιά φορά απ’ το χωριό

Έχω μια ροδιά στην αυλή μου, μια ροδιά

Με κάτι κόκκινα ρήματα, με κάτι κόκκινα ουσιαστικά

Να τα κοιτάζεις και να σε πονούν τα μάτια

Να τα ξανακοιτάζεις και να σου έρχονται δάκρυα στα μάτια

Έτσι καθώς τα βλέπεις να υπάρχουν και να αναπνέουν μέσα σε μια θάλασσα

Από πράσινα επίθετα.

Κώστας Βασιλείου

Επιλογή: Παναγιώτης Νικολαΐδης

Με αφορμή  τη μέρα ποίησης ρίχνουμε ποιήματα στον Ορίζοντα, ξανά σε όλες τις στήλες του, χωρίς φτιασίδια, δεν τα χρειάζεται η ποίηση, όπως δεν χρειάζεται και κάποια ειδική μέρα η αλήθεια. Ποιήματα για να αναμετρηθούν με το εφήμερο μιας εφημερίδας, με το γύρισμα των σελίδων ένα πρωινό Κυριακής, δίπλα από ειδήσεις, δηλώσεις και ρεπορτάζ, είναι εποχή δύσκολη, είναι εποχή για ποίηση αναρωτιόμαστε κοιτάζοντας γύρω μας και απαντούμε «ναι», χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε περισσότερο.
Τα ποιήματα αυτή τη χρονιά επιλέγουν ποιητές από τους οποίους ζητήσαμε να διαλέξουν ένα αγαπημένο ποίημα ή/τρίας, από Κύπρο κατά πρώτο λόγο ή από οποιουδήποτε άλλου θέλουν.
Τα ποιήματα πλαισιώνουν έργα από την ομαδική έκθεση χαρακτικής η οποία ήταν αφιερωμένη στα 25 χρόνια από την ιδρυση του Πρότυπου Εργαστηρίου Χαρακτικής ΕΚΑΤΕ και παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Νέα Εποχή  (τεύχος 343/ Χειμώνας 2020)

 

Έργο καλλιτέχνη: Κυριάκος Θεοχάρους, Υπερβολή