Παράθυρα/ Ορίζοντας

Ο διάολος και η ουρά του

Θέλησα μια στιγμή να κουνήσω τα χέρια μου

όπως ο διάολος συχνά κουνάει την ουρά του.

«Στέφανε», του λέω, «μες στη φαρδιά πουκαμίσα σου

κοιμήθηκα ένα βράδυ που εσύ γυμνός πηδούσες το

ποτάμι και δε γύρισες ύστερα ποτέ σου πια».

Εκείνος, ένα γένι συρματόπλεγμα, και χαμογέλασε.

«Πόσες φορές με είδες στ’ όνειρό σου» είπε.

«Πολλές» τ’ απάντησα. «Και λες δε γύρισα καθόλου!»

Ύστερα τον είδα πάλι να βγάζει το πουκάμισο και να

πηδάει το ποτάμι. Και τότε κλείσανε οι πόρτες,

σφαλιγμένες δυό αιώνες ήσανε, και γνώρισα το

σφαγμένο πετεινό στα πόδια μου, ήταν αυτός

κανίσκι από τη μάνα μου στον πρώτο γάμο μου

που έγινε Παρασκευή το βράδυ πριν τον Επιτάφιο.

Μπορούσα πια να κοιμηθώ χωρίς αιτία.

Μιχάλης Πασιαρδής

Επιλογή: Λίλη Μιχαηλίδου

 

Η Σσ̆υλλόπελλη

Σσ̌υλλόπελλη! Λαλεί πως

πολοούνται της οι τοίσ̌οι

τζαι πως της κρώννουνται οι σ̌σ̌ιές ιμίσ̌ι

την μιαν σ̌ασ̌άρει να σου πει τον λόον της

την άλλην τρέμει που τον φόον της, κάμνει τα πάνω της

να φάει που πάνω της μόλις ακούσει άλλον να συντύσ̌ει

φίθκια ιμίσ̌ι ζώννουν την τζι ανακαλλιέται

θαρκέται

πως φύρνεται η σ̌σ̌υλλόπελλη

τζαι σουξουλλιέται

μιαν ποτυλίεται τζαι παίρνει τζι άφτει

τζαι ζάφτιν εν την κάμνει ούτ᾽ο Θκιος μου

τζαι μιαν βαρκέται

τζι ούτε την κόφτει, πκοιος σ᾽αρωτά λαλεί

τζαι χασμουρκέται

Πκιάννει τζαι νεκατώννει τα συρτάρκα

ξιστρώννει τα παπλώματα

αννεί τ᾽αρμάρκα

τζι εσέναν κοσ̌σ̌ινίζει σε άμαν την πκιά᾽η πελλάρα

τσιριλλά

σαν νά᾽βρεν κούφον έσσω

ρέσσω π᾽ομπρός

τζι εν με θωρεί

θωρεί που μέσα της

σ̌ιονώννουνται τα μέσα της

τζι αμπλέπει τζαι θωρεί τα

σαν να᾽ν᾽ λυμπούροι

τζ᾽ ύστερα περνά τσαλαπατά τα η σ̌σ̌υλλόπελλη.

Στέλλα Βοσκαριδου Οικονομου

Επιλογή: Αυγή Λίλλη

 

Καταπίεση

Τόσο πολύ σπέρμα,

τόσο παγκόσμιο σπέρμα,

να πηγαίνει χαμένο!

Τόσο που θ’ αρκούσε, διάολε,

να φτιάξει έναν δεύτερο Τίβερη.

Αυτά αναλογιζόταν ο Πάπας

της Ρώμης.

Στο μεταξύ, εγώ πάσκιζα

να το κρατήσω μέσα μου.

0 παπάς ήταν κατηγορηματικός:

ο αυνανισμός συνιστά αμάρτημα!

Είχε έρθει στο γυμνάσιο να μας

εξομολογήσει υποχρεωτικά.

Τί το ’θελα και του το ’πα;

Τριάντα τρεις φορές την προσευχή

«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ Θεού

ελέησόν με»

κρατώντας το κομποσκοίνι

κι η πίστη θ’ απομακρύνει την καύλα

θαυματουργά.

Μετά από χρονιά

ο Τίβερης πλημμύρισε

και γκρέμισε όλα τα φράγματά μου.

Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Επιλογή: Κώστας Πατίνιος

 

Ο Λοιμός

Κλείστε τις εκκλησίες

κλειδώστε τα παγκάρια

βγάλτε τα άμφια και τα

καλυμμαύχια

γιατί σήμερα βογκά η Θήβα

απ΄ την αρρώστια

βρείτε τον ένοχο εντοπίστε

τη σωματική αναπηρία του

τη μόρφωση που δεν μπόρεσε

να ωφελήσει ούτε αυτόν

ούτε τους γύρω του

και συ ποιητή-μάντη αποκάλυψε

το κρυμμένο το κεκαλυμμένο

Κλείστε τις εκκλησίες

να μην το βάλει στα πόδια

ο μαραθωνοδρόμος Θεός

τη μεγαλύτερη έκταση του κόσμου

την κατέλαβε ο άνθρωπος

κι αυτός που εκτοπίστηκε μένει

βουβός

ακούγονται οι γόοι οι στεναγμοί

οι άνθρωποι δεν μιλούν πια

οζίδια περιτύλιξαν τις φωνητικές

τους χορδές

κι εσύ που δεν μιλάς γράψε το

άγραφο

κι εσύ που δεν ζωγραφίζεις

σχεδίασε το ανεικονικό

κι εσύ που δεν ακούς φτιάξε

τον ήχο των πλανητών όταν

περνούν ο ένας κοντά στον άλλο

κι όταν πάλι στις άπειρες

χιλιομετρικές αποστάσεις

συγκρούονται

Κλείστε τις εκκλησίες

πέρασε ο καιρός της συμπόνιας

και της αγάπης

τώρα είναι η εποχή της ετυμηγορίας

της βίας και πάνω στο άλογό της

καβαλικεύει ο θυμός

Κλείστε τις βασιλικές και τους

καθεδρικούς

είναι η ώρα που δισεκατομμύρια

σιάφου μυρμήγκια μασούν όχι

μονάχα το οτιδήποτε αλλά και

το τίποτα

πουθενά δεν υπάρχει κρυψώνα

και χώστρα

πουθενά δεν υπάρχει πια δόξα

κι αισιοδοξία κι η μαζική

συνάθροιση του λαού που

τυφλά θα ποδοπατηθεί από τον

λαοπλάνο και παντελώς ανίκανο

ηγέτη

Ω κλείστε τα σύνορα τα λιμάνια

τα αεροδρόμια κλείστε τα

στόματα γιατί μπορεί να μπει

μέσα σ΄αυτά η αρρώστια κλείστε

τ΄αυτιά γιατί θα αργήσει πολύ

να ακουστεί το χτύπημα του

σήμαντρου και της καμπάνας

ότι βρέθηκε θεραπεία

Κλείστε τις πύλες των τειχισμένων

πόλεων

είναι η ώρα που εκατομμύρια

μυρμήγκια σιάφου επιτίθενται

κι αν υπάρχει μια θεραπεία

είναι να κολλήσουν τα τρομερά

σαγόνια από τη βλέννα του

ταπεινού ποιητή-γυμνοσάλιαγκα

Γιώργος Καλοζώης

Επιλογή: Ορίζοντας

Με αφορμή  τη μέρα ποίησης ρίχνουμε ποιήματα στον Ορίζοντα, ξανά σε όλες τις στήλες του, χωρίς φτιασίδια, δεν τα χρειάζεται η ποίηση, όπως δεν χρειάζεται και κάποια ειδική μέρα η αλήθεια. Ποιήματα για να αναμετρηθούν με το εφήμερο μιας εφημερίδας, με το γύρισμα των σελίδων ένα πρωινό Κυριακής, δίπλα από ειδήσεις, δηλώσεις και ρεπορτάζ, είναι εποχή δύσκολη, είναι εποχή για ποίηση αναρωτιόμαστε κοιτάζοντας γύρω μας και απαντούμε «ναι», χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε περισσότερο.
Τα ποιήματα αυτή τη χρονιά επιλέγουν ποιητές από τους οποίους ζητήσαμε να διαλέξουν ένα αγαπημένο ποίημα ή/τρίας, από Κύπρο κατά πρώτο λόγο ή από οποιουδήποτε άλλου θέλουν.
Τα ποιήματα πλαισιώνουν έργα από την ομαδική έκθεση χαρακτικής η οποία ήταν αφιερωμένη στα 25 χρόνια από την ιδρυση του Πρότυπου Εργαστηρίου Χαρακτικής ΕΚΑΤΕ και παρουσιάστηκαν στο περιοδικό Νέα Εποχή  (τεύχος 343/ Χειμώνας 2020)

 

Έργο καλλιτέχνη: Houring Torossian, Window 2