Γραμμές/Ορίζοντας

Ποιήματα της Βασίλκα ΠέτροβαΧατζήπαπα

Όραμα

Έδεσα στο λυκόφως
κάτω από την καρυδιά στην αυλή
τα άλογα της σκέψης.
Χαμήλωσε ο ουρανός.
Πέφτανε από πάνω νεκρά

σμήνη από μαύρα πουλιά.
Ο σπιτικός μας πύθωνας, ο φόβος
κρύφτηκε κάτω απ’ το στρώμα.
Πυρακτωμένο ως το κόκκινο
το κατώφλι του σπιτιού.
Σκουπίζω από το δάπεδο

μάτια που μαζεύτηκαν

μπλε και καστανά.
Έκοψα με ψαλίδι κοφτερό
τις φωνές της προσμονής.
Κάτω από το πάτωμα έθαψα

του ήλιου δύση και ανατολή.

Άκουσα τότε
κάποιον να κλαίει

στη σκοτεινιά..
Στο παράθυρο  –
μια πάλλουσα καρδιά –
πληγωμένο σπουργίτι

το  τζάμι χτυπά.

 

Λευκοί άγγελοι

Στις σκοτεινές μας μέρες

σαν ο καθένας προσκολλάται

με νύχια και με δόντια

στην ύπαρξή του τη μοναδική,

σε αίθουσες λευκές

πετούν

της ζωής οι άγγελοι λευκοί.

Με μάσκες ταπεινές

μπλε ρόμπες,

κάποτε και χωρίς αυτές,

υπερβαίνουν

τη φοβισμένη μας προσκόλληση στο Εγώ.

Μέρες και νύχτες,

κρατάνε την παρηγοριά στα χέρια τους –

αυτών που αναχωρούν

κι αυτών που μένουν.

 

Καθώς

Καθώς παίρνω το πρόγευμα
χιλιάδες άνθρωποι μολύνονται.
Καθώς πίνω τον καφέ μου
χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν.
Καθώς μιλώ στο τηλέφωνο
χιλιάδες άνθρωποι στις ουρές των νοσοκομείων.

Καθώς κοιτάω από το παράθυρο
χιλιάδες άνθρωποι ξαπλώνουν μπρούμυτα
για ν’ αναπνεύσουν.
Καθώς αναπνέω
χιλιάδες άλλοι δυσκολεύονται.
Καθώς πίνω τα φάρμακά μου
χιλιάδες άνθρωποι
αφήνουν την τελευταία τους πνοή.

 

Προσευχή ενός άθεου

Θα ήθελα να έχω έναν θεό

προσωπικό

να κάθεται πλάι μου

να μου σκουπίζει τα δάκρυα.

Να με κοιμίζει με το παραμύθι

του άπειρου γαλαξία

του μέλλοντος –

που να τον περπατώ

με τα παιδιά μου αντάμα

και με τα παιδιά τους.

Αίθουσα αποχαιρετισμού

να μην υπάρχει πουθενά.

 

Ναι θα ‘θελα πολύ

να έχω έναν τέτοιο

σπλαχνικό θεό.

 

Πρόσφορο

Τις λέξεις μου σκόρπισα

σαν πρόσφορο.

Γλυκές κάποιες

πικρές άλλες σαν φαρμάκι.

Δοκιμάστε τις.

Απ’ αυτές για την τρυφερή μου θλίψη

όλα  εσείς θα μάθετε.

 

Αν όχι –

αφήστε τα ψίχουλα στο τραπέζι

τα πετεινά τ’ ουρανού

να τα βρουν.

 

Σπίτι

Θα χτίσω σπίτι
σε σχεδία πεύκου.
Ανάμεσα στους κορμούς θα φυτέψω
λαχανικά και λουλούδια.
Θα μεγαλώσω κυπαρίσσι και λεύκες,
θα καλλιεργήσω
σμέουρα και κεράσια.

Θα σας αποχαιρετήσω.

Με τη σχεδία μετά
κουρασμένη

θα κατεβώ τον ποταμό
τον ήρεμο και τον γαληνεμένο

προς στο παρελθόν.

 

Οι γυναίκες στην οικογένειά μας

Οι γυναίκες στην οικογένειά μας

φεύγανε πάντα πρώτες

προχωρώντας αργά στο χορτάρι

της σιωπής τους.

Παρατούσαν τις έγνοιες –

ρούχα κουρασμένα

που βγάλανε

τσαλακωμένα.

Βυθίζονταν στην αόρατη λίμνη

του φωτός και της γαλήνης.

Πίσω τους άφηναν εμάς

για πολύ να κοιτούμε

κατά κει

Απ’ όπου

δεν θα επέστρεφαν

μήτε οι σκιές

των αναμνήσεών τους.

 

Σπουργίτι γκριζωπό

Ο χρόνος –

σπουργίτι γκριζωπό –

στο παραθύρι μου

με το ράμφος κτυπά…

 

Τσιμπά. Τικ. Τικ

Των στιγμών μου τα ψίχουλα.

 

 

Ακολουθήστε το dialogos.com.cy, στο Google News

Οι τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.