Σημεία Κοινού/ Ορίζοντας

Ποίηση του ρευστού και του αιώνιου

Γιώργος Μολέσκης: Ανοιχτός ουρανός

Ταξιδεύει πολύ ο Γιώργος Μολέσκης. Βλέπει πράγματα και καταστάσεις με το οξύ βλέμμα του ποιητή. Κι αυτό που πιάνει η ποιητική του ευαισθησία είναι η αίσθηση της μοναξιάς και του αδιεξόδου του σύγχρονου ανθρώπου. Πνιγμένος μέσα σε «αχάραγο πυκνό μαύρο σύννεφο» χωρίς έξοδο, χωρίς φυγή «μήτε στ’ όνειρο», «κι ο κόσμος βαρύς σαν τη μοναξιά και σαν τη θλίψη σου». Μόνο ο Μίσια, ο σκύλος του ποιητή, τον τραβά έξω σε «κάτι παλιά βοσκοτόπια» όπου η άνοιξη κι ο ανοιχτός ουρανός και το φως, η αντίμαχη δύναμη στο σκοτάδι.

Αυτή τη γεύση σου αφήνει η πρώτη ανάγνωση της νέας ποιητικής συλλογής του Γιώργου Μολέσκη, ανοιχτός ουρανός, βακχικόν, 2022. Και, καθώς επανέρχεσαι ξανά και ξανά, αρχίζεις να βλέπεις κι εσύ τα πράγματα με τον φακό του ποιητή, διεισδυτικό και συνάμα ευρυγώνιο. Και πιάνεις κι εσύ στιγμές συμπύκνωσης της ιστορίας στη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή του ποιήματος. Και μετέχεις στα ταξίδια του ποιητή. Στον ναό του Σουνίου βλέπεις κι εσύ, στα χαράγματα των επισκεπτών στη βάση μιας κολώνας, το κύλημα του χρόνου, «ένα ρέον ποτάμι που κυλά κλείνοντας μέσα του παρελθόν παρόν και μέλλον». Στην Ακρόπολη, «μέσα στο φως που ασημώνει τα πράγματα / όλα γίνονται ένα σώμα / ο κόσμος γίνεται διάφανος / εξαϋλώνεται μες στη στιγμή / που εκτείνεται ως την αιωνιότητα». Στον Κεραμεικό, «χρόνοι θανάτου αιώνες θανάτου» βλέπεις να μεταμορφώνονται στο φως, που αντιμάχεται από κτίσεως τον θάνατο. Σε χιλιόχρονα ορυχεία χαλκού ή άλατος, νιώθεις να «περιφέρονται οι νεκροί πολλών αιώνων». Κι οι επισκέπτες, όπως στον Βασιλιά της Ασίνης, να γγίζουν με τα δάκτυλά τους την αφή των νεκρών στον χαλκό ή στο αλάτι. Και μετέχεις στην ποιητική λειτουργία καθώς ο ποιητής βλέπει τη ροπή του ανθρώπου στη βία κι ένα θεό να διαβαίνει «μέγας διχαστής και κήρυκας θανάτου». Ενώ σ’ ένα δαμασκηνό σπαθί, πολύτιμο έκθεμα σε μουσείο, βλέπει την ομορφιά να εξαγοράζει τον φόνο, και το αίμα να προσφέρεται προσκύνημα στους πιστούς. Σε άκρα αντίθεση με όλα αυτά, στην Ισλανδία, συνεπαίρνει τον ποιητή η αίσθηση πως «δεν πέρασε απ’ εδώ η ιστορία του ανθρώπου», «κι ούτε σημάδι αρχαίων κτισμάτων, / κατάλοιπα ναών, θραύσματα αγαλμάτων, / απομεινάρια θεών, τόποι μαρτυρίων, / μνημεία ηρώων, τίποτε». Στην Ινδία, μπαίνει σε ναούς, βλέπει θεούς κάθε λογής. Σε ερώτηση «Πού είναι ο θεός;» ακούει το αναμενόμενο από τον Ινδό ποιητή που τον συνοδεύει, «Παντού και Πουθενά». Και μένει με την απορία για το Πουθενά μέχρι που του μίλησε ο Ηράκλειτος για «το διαρκές του Είναι και δεν Είναι της ζωής».

Στο ποίημα ημιτελής αρμονία (πρβλ. το ημιτελές ποίημα), μέσα στη φαινομενική αρμονία του κόσμου, όπως την φτιάχνουν οραματιστές κι όπως την δηλώνουν επιλεγμένα περιστατικά της ζωής και της φύσης, σημειώνει ευφυώς ο ποιητής πως, στον μύθο αυτό των ανθρώπων, «δεν χωράνε όλα αυτά που χάνονται στον δρόμο». Δεν μπορείς να μη σταθείς σε εκείνο το θαυμάσιο ποίημα, Πέτρες θαλασσινές, όπου ο Γιώργος Μολέσκης, με ματιά ηρακλείτεια, βλέπει «τα κύματα ρευστά κι αιώνια», βλέπει στη σκληρή επιφάνεια των βράχων / το αποτύπωμα των αιώνων / το κρύο τους άγγιγμα πάθος για το ζεστό». Κι ακούει τις σειρήνες που σε καλούν «να μπεις μες στη δική τους / την αιώνια κι αγαπημένη θάλασσα / Εκεί όπου ο χρόνος λειτουργεί σε άλλες συχνότητες / κι όλα τα πράγματα έχουν τη δική τους γλώσσα». Στον δρομέα, η καβαφική θεώρηση της Ιθάκης δίνεται με μιαν άλλη εκδοχή του τέλους. Ο δρομέας του Μολέσκη, όπως εκείνος του Καβάφη, «ξέρει πως μέγιστη τιμή είναι ο τερματισμός». Εδώ όμως, ο δρομέας του Μολέσκη, ξέρει πως «μέγιστη νίκη είναι να χαθείς θριαμβευτικά μέσα στο φως».

Γενικά μιλώντας, ο Γιώργος Μολέσκης μας ταξιδεύει «μέσα στην ομίχλη του χρόνου», ανάμεσα στο ρευστό και στο αιώνιο, όπου, στιγμές μόνο «λάμπουν οι μνήμες καθαρές / από τη σκόνη του χρόνου ξεπλυμένες», στιγμές ακόμη που σώζουν τον άνθρωπο μέσα μας «μια χειρονομία που σώθηκε ο έρωτας / μια ανάσα που σώθηκε το παιδί/ ένα άγγιγμα που εξαγόρασε /τις τύψεις του θανάτου».

Και σκάβει, όλο σκάβει «βαθιά και πιο βαθιά / ως το βασίλειο του μαύρου φιδιού / ως τα σκοτεινά νερά του δράκου / ως τις πρώτες λέξεις του πρώτου τραγουδιού […] κι όλο σκάβει /αναζητώντας / τον εαυτό του. Κι επανέρχεται πάλι και πάλι, εν είδει παραβολής, στη σκόνη, τη σκόνη της ερήμου που «μας πλακώνει κάθε λίγο», που «πνίγει όλο τον τόπο», που «σκεπάζει εντελώς τον ήλιο […] τα δέντρα και τα λουλούδια», μια «σκόνη τοξική» που τη σηκώνει τώρα κι η νεκρή μας ζώνη, μολύνοντας τη γη βαθιά και τα νερά… κι «η ελπίδα όλο και λιγοστεύει»…

Χρυσόστομος Περικλέους

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.