Πόλεµος και εξοπλισµοί: Τα νέα δεδοµένα και η απαρχή µιας «λυσσαλέας» κούρσας εξοπλισµών

  • Υπό το φόβο µιας γενικευµένης σύρραξης και τη σταθερότητα να µην είναι δεδοµένη, αρκετά κράτη αλλάζουν την πολιτική τους σε ό,τι αφορά τους εξοπλισµούς.
  • Πλέον όσοι ασκούσαν κριτική στους εξοπλισµούς φαντάζουν γραφικοί. Και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιχειρηµατολογήσει κανείς για τη µη αναγκαιότητά τους.
  • Η επιθετικότητα του Πούτιν πέτυχε το αδιανόητο: να συσπειρώσει και να ενώσει τα κράτη-µέλη της Ένωσης σε µια κοινή γραµµή απέναντι στη Μόσχα, να δώσει το φιλί της ζωής στο ΝΑΤΟ.
  • Ο Πούτιν πέτυχε και αυτό: να είµαστε µάρτυρες µιας ιστορικής στροφής της Γερµανίας µε απόφαση να ξεπεράσει το 2% και να επενδύσει σε ένα σύγχρονο γερµανικό στρατό

 

Του Κυριάκου Λοΐζου

Στις 27 Φεβρουαρίου, πέντε ηµέρες µετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Γερµανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς σε έκτακτη συνεδρίαση της Bundestag ανακοίνωσε «ειδικό ταµείο 100 δισεκατοµµυρίων ευρώ για τις γερµανικές ένοπλες δυνάµεις, κατοχυρωµένο από το Σύνταγµα». Αδιαµφισβήτητα, η απόφαση της γερµανικής Βουλής σηµατοδοτεί την έναρξη µιας νέας εποχής στα πολιτικο-στρατιωτικά δεδοµένα του ευρωπαϊκού χώρου.

Μετά την εισβολή της Ρωσίας, ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση έστειλαν (και συνεχίζουν να στέλνουν) όπλα και πολεµικά αεροπλάνα στην Ουκρανία για την άµυνά της απέναντι στη Ρωσία. Ωστόσο δεν έστειλαν στρατό, κάτι που θα σήµαινε άµεση εµπλοκή –κυρίως του ΝΑΤΟ– στον πόλεµο, µε ανυπολόγιστες και απρόβλεπτες συνέπειες για την παγκόσµια ειρήνη και σταθερότητα.

Πώς κρίνεται, όµως, αυτή η κίνηση ΕΕ και ΝΑΤΟ;

Η απαρχή µίας «λυσσαλέας» κούρσας εξοπλισµών

Όπως υποστηρίζει η αναπλ. καθηγήτρια Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήµιο, Μαριλένα Κοππά, είναι λογικό να βοηθάς µια χώρα να αµυνθεί όταν δέχεται επίθεση που παραβιάζει κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. «Το ίδιο δεν θα επιθυµούσαµε αν δεχόταν επίθεση η Κύπρος; Φυσικά µιλάµε για αποστολή οπλισµού και όχι για αποστολή στρατού. Αντιλαµβάνοµαι πλήρως το επιχείρηµα όσων επιµένουν µόνο στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά πιστεύω ότι σε τέτοιες κραυγαλέες καταστάσεις παραβίασης κάθε έννοιας διεθνούς δικαίου, οφείλουµε να πάρουµε θέση και να βοηθήσουµε αυτούς που άδικα πλήττονται».

Υπό το φόβο µιας γενικευµένης σύρραξης και τη σταθερότητα να µην είναι δεδοµένη, αρκετά κράτη αλλάζουν την πολιτική τους σε ό,τι αφορά τους εξοπλισµούς.

Ενδεχοµένως, αυτή η αποστολή όπλων –σε συνάρτηση µε τον πόλεµο– να είναι η απαρχή µίας «λυσσαλέας» κούρσας εξοπλισµών από πολλές χώρες, ακόµα και από αυτές που δεν έχουν τους εξοπλισµούς ψηλά στη λίστα της πολιτικής τους.

Οι προσπάθειες αφοπλισµού ανήκουν δυστυχώς στο παρελθόν

Ερωτηθείσα αν πράγµατι αλλάζει κάτι µε τα νέα αυτά δεδοµένα, η κα Κοππά αναφέρει ότι δυστυχώς βρισκόµαστε πλέον σε µια αλλαγή παραδείγµατος.

Μετά την ουκρανική κρίση, τονίζει, τίποτα δεν θα είναι το ίδιο. «Η ωµή επιθετικότητα του Πούτιν πείθει όλους ότι οι προσπάθειες αφοπλισµού ανήκουν πια στο παρελθόν. Τις προηγούµενες µέρες γίναµε µάρτυρες δύο παράλληλων διεργασιών: Πρώτο, της νοµιµοποίησης της χρήσης πυρηνικής ενέργειας για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης. Ήδη η Γαλλία ανακοίνωσε την κατασκευή 6 νέων πυρηνικών εργοστασίων. ∆εύτερο, την εκκίνηση µιας κούρσας εξοπλισµών που αναµένεται να κλιµακωθεί το επόµενο διάστηµα και να λάβει πρωτοφανείς διαστάσεις. Πλέον όσοι ασκούσαν κριτική στους εξοπλισµούς φαντάζουν γραφικοί. Και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιχειρηµατολογήσει κανείς για τη µη αναγκαιότητά τους».

«Φιλί ζωής» στο ΝΑΤΟ

Στην πρώτη της οµιλία µετά τον πόλεµο, η πρόεδρος της Κοµισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είπε σε έντονο ύφος ότι η Ε.Ε. για πρώτη φορά στα χρονικά χρηµατοδοτεί την αγορά και την παράδοση όπλων και άλλου εξοπλισµού, κάνοντας µάλιστα λόγο για «σηµείο καµπής» στην Ένωση. Και είναι πράγµατι η πρώτη φορά που δίνεται µια τέτοια χρηµατοδότηση και µάλιστα από τον κοινοτικό προϋπολογισµό, που έως πρόσφατα δεν µπορούσε να αφορά στρατιωτικές δαπάνες.

«Σαφέστατα είναι ένα σηµείο καµπής», λέει η καθηγήτρια, πηγαίνοντας ένα βήµα παραπέρα σχετικά µε την ισορροπία εντός της Ε.Ε. Όπως εξηγεί, «η επιθετικότητα του Πούτιν πέτυχε το αδιανόητο: να συσπειρώσει και να ενώσει τα κράτη – µέλη της Ένωσης σε µια κοινή γραµµή απέναντι στη Μόσχα, να δώσει το φιλί της ζωής στο ΝΑΤΟ και να συµβάλει σε µια ιστορική στροφή στη γερµανική αµυντική πολιτική µε σηµαντικότατα κονδύλια για την άµυνα, γεγονότα που αλλάζουν το χάρτη ασφάλειας στην Ευρώπη».

Ιστορική η στροφή της Γερµανίας

Η Γερµανία εν µία νυκτί άλλαξε πλεύση για τις αµυντικές δαπάνες και τους εξοπλισµούς, αλλάζοντας έτσι την ιστορία της σε αυτό το κοµµάτι.

Η Μαριλένα Κοππά σηµειώνει σχετικά: «Η Γερµανία από το τέλος του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου κουβαλούσε το ναζιστικό “τραύµα”. Η πολιτική της στηριζόταν στο δόγµα µιας εντατικής οικονοµικής ανάπτυξης και ανάθεσης της άµυνάς της στο ΝΑΤΟ, στο οποίο η πιο πλούσια ευρωπαϊκή χώρα δεν µπορούσε να ανταποκριθεί στο συµφωνηµένο 2% του ΑΕΠ για δαπάνες για την άµυνα. Ο Πούτιν πέτυχε και αυτό: να είµαστε µάρτυρες µιας ιστορικής στροφής της Γερµανίας µε απόφαση να ξεπεράσει το 2% και να επενδύσει σε ένα σύγχρονο γερµανικό στρατό».

Σε κάθε περίπτωση, το όραµα των ιδρυτών της Ενωµένης Ευρώπης απέχει παρασάγγας από τη σηµερινή πραγµατικότητα, σε έναν κόσµο απρόβλεπτο ως προς τη νέα δυναµική που διαµορφώνεται.

Ώθηση στην ευρωπαϊκή κοινή πολιτική άµυνας και ασφάλειας

Λίγο µετά την απόφαση για την ευρωπαϊκή βοήθεια σε οπλισµό στην Ουκρανία, υπήρξαν αντιδράσεις για µία φράση που υιοθέτησαν πολλοί Ευρωπαίοι, ότι «είναι η πρώτη φορά που γίνεται εισβολή σε ευρωπαϊκό έδαφος µετά τον Β’ Π.Π.» Η αντίδραση περιορίστηκε στο «γιατί η Ευρώπη δεν έστειλε βοήθεια στην πρώην Γιουγκοσλαβία όταν εισέβαλε το ΝΑΤΟ».

«Η σύγκριση µε τη Γιουγκοσλαβία δεν είναι αβάσιµη: αφορά όµως µια άλλη ιστορική στιγµή για την Ευρώπη», λέει η καθηγήτρια, δίνοντας παράλληλα το ιστορικό πλαίσιο.

«Το 1991 τα κράτη-µέλη δεν κατάφεραν να συµφωνήσουν σε µια κοινή στάση απέναντι στο ζήτηµα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Θυµίζω ότι η Γερµανία αναγνώρισε µονοµερώς τις δυο προστατευόµενές της, την Κροατία και Σλοβενία, σύροντας τελικά και την υπόλοιπη ΕΕ στο να αναγνωρίζει το τέλος της Οµοσπονδίας. Υπήρξε παρατηρητής των εχθροπραξιών που ακολούθησαν, µε σηµείο καµπής τη γενοκτονία στη Σρεµπρένιτσα, όπου το 1995 σφαγιάστηκαν από δυνάµεις των Σερβοβόσνιων 8.000 άνδρες και αγόρια άνω των 15 ετών, µε την ΕΕ να παρακολουθεί.

Η αδυναµία της ΕΕ τότε άνοιξε το δρόµο για την πρώτη επέµβαση του ΝΑΤΟ στην ιστορία του, δίνοντάς του ένα λόγο ύπαρξης στη µεταψυχροπολεµική εποχή. Σήµερα έχουν γίνει πολλά βήµατα: η ΕΕ φιλοδοξεί να δηµιουργήσει µια Ευρωπαϊκή Αµυντική Ένωση αντίστοιχη µε την ΟΝΕ. Η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας αποδέσµευσε µια δυναµική που για χρόνια επιχειρούσε να οικοδοµήσει κοινή πολιτική άµυνας και ασφάλειας, αυτόνοµη από τρίτους, µε τη δυνατότητα να αποφασίζει µόνη της η Ένωση για το εάν, πού και πότε επιχειρεί. Είµαστε πλέον σε ένα άλλο κεφάλαιο».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.