Του Πανίκου Δημητριάδη*

Πέραν από τις ασήκωτες πολιτικές ευθύνες των κυβερνώντων για την κατάρρευση του Συνεργατισμού, το πόρισμα της διερευνητικής επιτροπής για τον Συνεργατισμό είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό αναφορικά με την πλήρη καταρράκωση της ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας (ΚΤ) εκ μέρους τους.

Συγκεκριμένα, στη σελίδα 546 το πόρισμα παραθέτει επιστολή του Υπουργού Οικονομικών, η οποία αναφέρει τα εξής:

«…θεωρώ ότι η ΚΤ ακόμη πιο έντονα θα πρέπει να προβεί σε κάθε ενέργεια που η ίδια θα έκρινε ως αναγκαία για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την αποτροπή υιοθέτησης πιο αυστηρών υποθέσεων…»

Η πιο πάνω παράγραφος, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, φαίνεται να αντιβαίνει τις πρόνοιες της κυπριακής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας που προστατεύουν την ανεξαρτησία της ΚΤ, αφού ο Υπουργός κάνει σαφείς υποδείξεις προς τη Διοικητή για να προωθήσει τις προβληματικές, αν όχι και προκλητικές, θέσεις της κυβέρνησης στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ).

Η αναφορά σε αποτροπή υιοθέτησης πιο αυστηρών υποθέσεων εκ μέρους του ΕΕΜ είναι ενδεικτική της πλήρους άγνοιας του υπουργού αναφορικά με θέματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ούτε το ρόλο του ΕΕΜ, ο οποίος δεν είναι άλλος από την προώθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αλλά ούτε και ότι η χρηματοπιστωτική σταθερότητα προϋποθέτει αυστηρή εποπτεία. Η χαλαρή εποπτεία απλά μεταθέτει το πρόβλημα στο μέλλον, ενώ ταυτόχρονα το διογκώνει (π.χ. η κρίση S&L στις ΗΠΑ κόστισε στους φορολογούμενους $132 δις αντί για $15 δις όταν εκδηλώθηκε, λόγω εποπτικής χαλαρότητας). Ο υπουργός δείχνει επίσης να μην αντιλαμβάνεται ότι η ανεπάρκεια της διοίκησης, την οποία επέλεξε ο ίδιος και η οποία είχε κριθεί ανεπαρκής από τον ΕΕΜ, δημιουργούσε ανάγκες για επιπρόσθετα κεφάλαια, για να απορροφήσουν τις -αναπόφευκτα μεγαλύτερες- αναμενόμενες ζημιές.

Απογοητευτική όμως και η στάση της ΚΤ. Αντί να συνταχθεί πλήρως με τον ΕΕΜ για να προστατεύσει με αποτελεσματικό τρόπο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, εξηγώντας ταυτόχρονα στην κυβέρνηση τους πραγματικούς λόγους πίσω από τη στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), υιοθετεί τις θέσεις των κυβερνώντων και επιλέγει να λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας του νεποτισμού, καταλύοντας η ίδια την ανεξαρτησία της. Συγκεκριμένα, το πόρισμα αποκαλύπτει στη σελίδα 544 επιστολή στην οποία η Διοικητής καυχιέται προς τον υπουργό ότι η ΚΤ «με συντονισμένες προσπάθειες προς την κατεύθυνση της ΕΚΤ κατάφερε, επί του παρόντος, να αποτρέψει τη λήψη μέτρων πρώιμης παρέμβασης…» Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ θα έπαιρνε μέτρα το 2017 για να προστατεύσει τον Συνεργατισμό, αλλά η ΚΤ την απέτρεψε.  Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι τι ακριβώς ήταν τα μέτρα που θα έπαιρνε η ΕΚΤ το 2017. Συνήθως τέτοια μέτρα περιλαμβάνουν αντικατάσταση της διευθυντικής ομάδας και του συμβουλίου μιας τράπεζας. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, η παρέμβαση της ΚΤ φαίνεται να προστάτευσε μόνο το νεποτισμό και τα κομματικά συμφέροντα των κυβερνώντων. Η λήψη αποτελεσματικών εποπτικών μέτρων το 2017 ενδεχομένως να απέτρεπε το μοιραίο για τον κυπριακό συνεργατικό πιστωτικό τομέα, αλλά σίγουρα θα ενεργούσε κατασταλτικά αναφορικά με τις πιθανότητες επανεκλογής του Νίκου Αναστασιάδη στην προεδρία της Δημοκρατίας μερικούς μήνες μετά, γιατί το αφήγημα για την δήθεν καλή διαχείριση της οικονομίας θα κατέρρεε ως χάρτινος πύργος.

Η κληρονομιά των κυβερνώντων δυστυχώς δεν θα είναι μόνον η κατάρρευση του συνεργατικού πιστωτικού τομέα.  Αν ο έλεγχος της ΚΤ εκ μέρους τους συνεχισθεί με τον ίδιο τρόπο τα επόμενα 4 χρόνια, ενδεχομένως να αποβεί πλήρως καταστροφικός για την κυπριακή οικονομία. Όπως έχει πει και ο «Economist» πριν δεκαετίες, μια καλή κεντρική τράπεζα είναι εκείνη η οποία μπορεί να πει «όχι» στους κυβερνώντες.

*Τέως Διοικητής Κεντρικής Τράπεζας