Πώς από τον «επαρκή κατώτατο µισθό» καταλήξαµε στις αλχηµείες της κυβέρνησης

Η συζήτηση για το κόστος διαβίωσης και τον κατώτατο µισθό σε Κύπρο και Ε.Ε.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια. Μετά όµως από µια δεκαετία συζητήσεων επιτεύχθηκε πρόσφατα συµφωνία για επαρκείς κατώτατους µισθούς στην ΕΕ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ξεκίνησε το 2013 µια προσπάθεια για θέσπιση µεθοδολογίας και συγκρίσιµων καλαθιών σε όλα τα κράτη-µέλη. Στις αρχές Ιουνίου 2022, τα θεσµικά όργανα της ΕΕ κατέληξαν σε συµφωνία για να διασφαλίσουν ότι υπάρχει ένας «επαρκής κατώτατος µισθός» σε κάθε κράτος µέλος και να ενισχύσουν τις µισθολογικές διαπραγµατεύσεις µεταξύ συνδικάτων και εταιρειών.

Σύµφωνα µε τη συµφωνία, τα κράτη-µέλη θα πρέπει να αξιολογήσουν εάν οι υφιστάµενοι κατώτατοι µισθοί τους (δηλαδή ο χαµηλότερος επιτρεπόµενος από το νόµο µισθός) είναι επαρκείς για να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο, λαµβάνοντας υπόψιν τις δικές τους κοινωνικο-οικονοµικές συνθήκες, την αγοραστική δύναµη ή τα µακροπρόθεσµα επίπεδα και εξελίξεις εθνικής παραγωγικότητας.

Για την αξιολόγηση της επάρκειας, οι χώρες της ΕΕ µπορούν να δηµιουργήσουν ένα καλάθι αγαθών και υπηρεσιών σε πραγµατικές τιµές. Τα κράτη-µέλη µπορούν εναλλακτικά να εφαρµόζουν ενδεικτικές τιµές αναφοράς που χρησιµοποιούνται συνήθως διεθνώς, όπως το 60% του ακαθάριστου µέσου µισθού και το 50% του ακαθάριστου µέσου µισθού.

Στον καθορισµό του κατώτατου µισθού δεν επιτρέπονται µειώσεις ή µεταβολές εκτός αν είναι αναλογικές και έχουν θεµιτό στόχο.

Στη συµφωνία, µάλιστα, περιλαµβάνεται πρόνοια για ενίσχυση της συλλογικής διαπραγµάτευσης και των συλλογικών συµβάσεων. Τα κράτη-µέλη στα οποία λιγότερο από το 80% του εργατικού δυναµικού προστατεύεται από συλλογική σύµβαση υποχρεούνται να δηµιουργήσουν ένα σχέδιο δράσης για την αύξηση αυτής της κάλυψης.

Για να υιοθετηθεί η συµφωνία ως νόµος της Ε.Ε. χρειάζεται ακόµη επίσηµη έγκριση από το Ευρωκοινοβούλιο και το Συµβούλιο.

Η παρέµβαση της Οµάδας της Αριστεράς

Η Οµάδα της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρενέβη ολοκληρωµένα στη συζήτηση αυτή µε µελέτη που ετοιµάστηκε πριν ένα χρόνο περίπου για λογαριασµό της Οµάδας, υπογραµµίζοντας ότι «οι εργαζόµενοι αρνούνται πλέον να θεωρούνται ως απλός ‘‘παράγοντας παραγωγής’’. Ζητούν να είναι αναπόσπαστο µέρος της κοινωνίας. Να µπορούν να τρέφονται σωστά, να έχουν αξιοπρεπή στέγη, να φροντίζουν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους». Γι’ αυτό και η µελέτη υπερβαίνει το απλό επίπεδο αµοιβών: αναφέρεται στη θέση των εργαζοµένων στην οικονοµία και στην κοινωνία.

Η µελέτη εξηγεί τις υφιστάµενες µεθοδολογικές επιλογές και παραθέτει τα βασικά ευρήµατα για κάθε κράτος-µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης µε στόχο να συµβάλει στη συζήτηση.

Η µελέτη κατάρτισε πρώτα µια λίστα ασυµπίεστων δαπανών για µια τυπική οικογένεια και ένα µονήρες άτοµο, λαµβάνοντας υπόψη διαφόρους πρόσθετους παράγοντες (διαβίωση σε αστικές, περιαστικές ή αγροτικές περιοχές, ιδιαίτερες ανάγκες και προτιµήσεις κ.λπ.). Οι δαπάνες αυτές τέθηκαν σε αντιπαράθεση µε τους µισθούς που απαιτούνται για κάλυψή τους και για τα δύο τυπικά νοικοκυριά. Τέλος, έγινε σύγκριση αυτών των εκτιµήσεων µε τους πραγµατικούς µισθούς για διαφορετικές κατηγορίες εργαζοµένων και µε τους κατώτατους µισθούς (εκεί όπου ισχύουν).

Το βασικό συµπέρασµα είναι ότι σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις οι κατώτατοι µισθοί είναι χαµηλότεροι από τις πραγµατικές ανάγκες. Μάλιστα, σε πολλές χώρες δεν επαρκούν για τις ανάγκες µιας οικογένειας.

Τι ισχύει σήµερα στην Ε.Ε.

Πώς κρίνεται η επάρκεια ενός µισθού; ∆ιεθνώς, ακολουθούνται δύο μέθοδοι.

Με την πρώτη µέθοδο καθορίζεται ο κατώτατος µισθός βάσει του ποσοστού των πραγµατικών µισθών (διάµεσος ή µέσος όρος) της χώρας.

Η δεύτερη µέθοδος υπολογίζει ένα «καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών και καταλήγει στο ποσό κάτω από το οποίο δεν µπορεί κανείς να ζήσει µε αξιοπρέπεια.

Ο υπολογισµός αυτός απαιτεί βέβαια σηµαντική επιστηµονική εργασία, προκειµένου να συγκεντρωθούν οι τρέχουσες τιµές για τρόφιµα, στέγαση, υγειονοµική περίθαλψη κ.λπ. σε µια δεδοµένη χώρα ή περιοχή.

Στα περισσότερα κράτη-µέλη της Ε.Ε. υπάρχει σήµερα θεσµοθετηµένος κατώτατος µισθός. Πέραν των αριθµητικών δεδοµένων, όµως, για να µπορεί να γίνει σωστή σύγκριση των κατώτατων µισθών θα πρέπει να τους δούµε εκφρασµένους σε αγοραστική δύναµη.

Για το σκοπό αυτό η Ε.Ε. χρησιµοποιεί τους λεγόµενους PPS που είναι οι δείκτες τιµών για ένα καλάθι αντιπροσωπευτικών και συγκρίσιµων αγαθών και υπηρεσιών στις διάφορες χώρες.

Με την προσαρµογή αυτή, εµφανίζονται δύο οµάδες κρατών-µελών:

– Οµάδα 1, µε εθνικό κατώτατο µισθό άνω των 1.000 PPS. Αυτή η οµάδα περιλαµβάνει: Λουξεµβούργο, Βέλγιο, Γερµανία, Ολλανδία, Γαλλία, Ιρλανδία, Σλοβενία, Ισπανία, Πολωνία και Λιθουανία.

Οι εθνικοί κατώτατοι µισθοί τους κυµαίνονταν από 1.015 PPS στη Λιθουανία έως 1.748 PPS στο Λουξεµβούργο.

– Οµάδα 2, µε εθνικό κατώτατο µισθό κάτω από 1.000 PPS. Αυτή η οµάδα περιλαµβάνει: Ελλάδα, Ρουµανία, Πορτογαλία, Μάλτα, Κροατία, Ουγγαρία, Τσεχία, Εσθονία, Σλοβακία, Βουλγαρία και Λετονία.

Οι εθνικοί κατώτατοι µισθοί τους κυµαίνονταν από 630 PPS στη Λετονία έως 952 PPS στην Ελλάδα.

Κρατάει χρόνια αυτή η διεκδίκηση

Ο πρώτος κατώτατος µισθός εισήχθη στα τέλη του 19ου αιώνα σε Νέα Ζηλανδία (1894) και Αυστραλία (1896), σε µια εποχή που οι εργαζόµενοι πληρώνονταν µε µισθούς πείνας. Στην Ευρώπη οι νόµιµοι κατώτατοι µισθοί εµφανίστηκαν, κατά τη διάρκεια της µεταπολεµικής ανάκαµψης και της οικονοµικής άνθησης και µετά από νικηφόρους αγώνες των συντεχνιών (Γαλλία 1950, Ισπανία 1963, Ολλανδία 1969).

Ο µισθός διαβίωσης αναγνωρίζεται από το 1919 από τη ∆ιεθνή Οργάνωση Εργασίας (∆ΟΕ) ως βασικό ανθρώπινο δικαίωµα. Η ∆ΟΕ υποστηρίζει τον ελάχιστο µισθό διαβίωσης σε ένα ευρύτερο πλαίσιο για αξιοπρεπή εργασία, σε συνθήκες ελευθερίας, ισότητας, ασφάλειας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Μετά από δεκαετίες επικράτησης του νεοφιλελευθερισµού και µείωσης των µισθών στο όνοµα της ανταγωνιστικότητας, οι διεκδικήσεις των εργαζοµένων επαναφέρουν το θέµα στην προτεραιότητα. Στόχος, η αύξηση του επιπέδου του κατώτατου µισθού, ώστε αυτοί που παράγουν τον πλούτο να ζουν αξιοπρεπώς από τη δουλειά τους.

Φόρµουλα φτώχειας για τον κατώτατο µισθό εισηγείται η κυβέρνηση

Οι πολύωρες διαπραγµατεύσειςγια τον εθνικό κατώτατο µισθό την περασµένη βδοµάδα στο Υπουργείο Εργασίας ανέδειξαν τις πολλές διαφορές που χωρίζουν εργοδοτική και συνδικαλιστική πλευρά στο θέµα.

Η φόρµουλα που κατατέθηκε από τον Πρόεδρο Αναστασιάδη -µετά από εισήγηση των εργοδοτικών οργανώσεων- στη σύσκεψη στο Προεδρικό στις 5/7/2022 µε τους κοινωνικούς εταίρους ανέτρεψε όλη τη συζήτηση που προηγήθηκε.

Βασικό χαρακτηριστικό της είναι η διαµόρφωση του ύψους του κατώτατου µισθού στη βάση των στοιχείων της Στατιστικής Υπηρεσίας για τον διάµεσο µισθό (1.573 ευρώ) αντί των στοιχείων για τις ανάγκες που έχουν τα νοικοκυριά για να έχουν µια αξιοπρεπή διαβίωση (1.727 ευρώ), σύµφωνα µε το δείκτη EU SILC (Survey on Income and Living Conditions) της Eurostat.

Η φόρµουλα που προωθεί το Υπουργείο Εργασίας, κατ’ απαίτηση των εργοδοτών, περιλαµβάνει και διάφορες αποκλίσεις και µειώσεις που εκπίπτουν από το πλαίσιο αρχών στο οποίο κατέληξαν πρόσφατα τα θεσµικά όργανα της ΕΕ.

Για παράδειγµα, οι εργοδοτικές οργανώσεις απαιτούν ο κατώτατος µισθός να είναι µειωµένος σε συγκεκριµένο ποσοστό για εργαζοµένους ηλικίας έως 21-22 ετών!

Στο τραπέζι των συζητήσεων δεν είναι µόνο το ύψος του κατώτατου µισθού και το πλαίσιο υπολογισµού του. Παραµένουν και άλλα ζητήµατα στα οποία η απόσταση που χωρίζει την εργοδοτική από τη συνδικαλιστική πλευρά είναι µεγάλη. Για παράδειγµα, κάθε πότε θα αναθεωρείται ο εθνικός κατώτατος µισθός, αν θα υπόκειται σε αυτόµατη τιµαριθµική αναπροσαρµογή, η δεσµευτικότητα των συµφωνηµένων κατώτατων µισθοί στις Συλλογικές Συµβάσεις για όλους τους εργαζοµένους του κλάδου κ.α.

Οι επαφές του Υπουργού Εργασίας µε τις δύο πλευρές θα συνεχιστούν και αυτή την εβδοµάδα αφού, όπως ανέφερε ο υπουργός, ο Πρόεδρος αναµένει την πρότασή του πριν από το τέλος Αυγούστου.

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.