Πώς φτάσαμε στο ψήφισμα της Βουλής για την Ένωση το 1967

Μέρος 6

Η αστάθεια στην Κύπρο μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963 ήταν τεταμένη, αλλά και πλήρως συγχυσμένη. Ο φανατισμός βρισκόταν στα ύψη και ο διαχωρισμός ανάμεσα σε Ε/κύπριους και Τ/κύπριους, ανάμεσα σε διχοτομιστές και αντιδιχοτομιστές, ενωτικούς και ανθενωτικούς έφτασε σε μεγάλα ύψη.

Οι συνεχείς υπονομεύσεις και συνωμοσίες για την εφαρμογή της ένωσης μέσω διχοτομικών λύσεων έδιναν και έπαιρναν, όπως αναλύσαμε επαρκώς στα προηγούμενα πέντε σημειώματα για το θέμα.

Συνεχίζεται η υπονόμευση από τον Γρίβα

Στο προηγούμενο σημείωμα κάναμε αναφορά στην εμπλοκή του Γρίβα στην υπόθεση Α.Σ.Π.Ι.Δ.Α. και την υπονόμευση της κυπριακής κυβέρνησης.

Η άρνηση του Μακαρίου να δεχθεί τα διχοτομικά σχέδια Άτσεσον οδήγησε αρκετούς πολιτικούς του αντιπάλους να τον κατηγορούν για προδοσία και για αρχομανία. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό ακούγεται και λέγεται μέχρι σήμερα από διαφόρους που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γεγονότα.

Ο Γρίβας άρχισε να στέλνει επιστολές και εκθέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση και τον Βασιλιά κατηγορώντας τον Μακάριο, τον Π. Γιωρκάτζη, τον Γλ. Κληρίδη και τον Β. Λυσσαρίδη ότι ήταν εναντίον της ένωσης και ότι προσπαθούσαν να αποξενώσουν την Κύπρο από την Ελλάδα επιδιώκοντας τον έλεγχο της Εθνικής Φρουράς!

Ζητούσε μάλιστα με πλάγιο τρόπο την απομάκρυνση του Μακαρίου και δική του ενίσχυση 1.

Σύμφωνα δε με τα έγγραφα που παραθέτει ο Σπ. Παπαγεωργίου στο βιβλίο του «Τα κρίσιμα ντοκουμέντα του Κυπριακού», ο Γρίβας εξέφραζε παράπονα προς την Αθήνα γιατί οι απόψεις του δεν λαμβάνονταν υπόψη, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να υποβάλλει την παραίτησή του.

Την ίδια περίοδο ο Μακάριος δεχόταν επιθέσεις και από τον ελληνικό Τύπο με την κατηγορία ότι δεν ήθελε την ένωση.

Το πραξικόπημα της χούντας

Σε όλα όσα συνέβαιναν ήρθε να προστεθεί η πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας στην Ελλάδα από μια ομάδα συνταγματαρχών με επικεφαλής τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Πριν από το πραξικόπημα είχε πέσει η κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και την διαδέχθηκαν υπηρεσιακές κυβερνήσεις με τη δέσμευση να οδηγήσουν τη χώρα σε εκλογές στα τέλη Μαΐου 1967. Τόσο τον Βασιλιά όσο και κύκλους του στρατού τους φόβιζε το ενδεχόμενο να κερδηθούν οι εκλογές ξανά από τον Γ. Παπανδρέου.

Έτσι από τα μέσα του 1966 οι φιλοβασιλικοί με επικεφαλής τον αρχηγό του Στρατού Γρηγόρη Σπαντιδάκη ετοίμαζαν πραξικόπημα με την ανάμειξη μάλιστα του διαδόχου του θρόνου Κωνσταντίνου.

Ο Σπαντιδάκης ανέθεσε τη διενέργεια του πραξικοπήματος στην ομάδα του συνταγματάρχη Γεώργιου Παπαδόπουλου2.

Στις 30 Μαρτίου παραιτήθηκε η υπηρεσιακή κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου και ο βασιλιάς ανέθεσε το σχηματισμό κυβέρνησης στον Παναγιώτη Κανελόπουλο.

Οι στρατηγοί με επικεφαλής τον Σπαντιδάκη και τον Κωνσταντίνο ετοιμάζονταν να καταλάβουν την εξουσία, αλλά ο Στρατηγός Γ. Ζωιτάκης ειδοποίησε τον Γ. Παπαδόπουλο για το επικείμενο πραξικόπημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προλάβουν οι συνταγματάρχες τους στρατηγούς και να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι το πραξικόπημα στις 21 Απριλίου 1967.

Ιστο3 1

Η χούντα αλλάζει τα δεδομένα στο Κυπριακό

Μία από τις πρώτες ενέργειες της χούντας ήταν να ασχοληθεί με το Κυπριακό και τη λύση του.

Η χούντα πίστευε ότι μπορούσε να υλοποιήσει το όραμα της ένωσης με οποιονδήποτε τρόπο.

Έτσι η χούντα ξεκίνησε διαβουλεύσεις με την Τουρκία στη βάση των όσων συζητούνταν προηγουμένως, δηλ. να δοθεί η βάση της Δεκέλειας στην Τουρκία και να πραγματοποιηθεί η ένωση. Όμως η χούντα δεν λάμβανε υπόψιν ότι η θέση της Τουρκίας ήταν θετική στην παραχώρηση της Δεκέλειας, όχι όμως υπό καθεστώς ένωσης, αλλά υπό καθεστώς συνομοσπονδίας στην Κύπρο με συνδιοίκηση Ε/κ και Τ/κ.

Η θέση της Τουρκίας είχε κατατεθεί ξεκάθαρα από τον Υπουργό Εξωτερικών, Ιχσάν Τσαγλαγιαγκίλ, κατά τις συνομιλίες με τον Έλληνα διπλωμάτη Ιωάννη Τούμπα: «Σεις ζητείτε Ένωσιν. Ημείς λέγομεν ανεξαρτησίας. Αλλά και η ανεξαρτησία, πρέπει να γνωρίζετε, χρειάζεται ανταλλάγματα. Και το αντάλλαγμα είναι βάσεις»3.

Η πρώτη συνάντηση χούντας και Τουρκίας

Η χούντα νομίζοντας πως μπορεί να λύσει εύκολα το Κυπριακό και νομιζόμενη ότι η Τουρκία θα αποδεχόταν την ένωση με αντάλλαγμα τη βάση της Δεκέλειας, ξεκίνησε συνομιλίες με την Τουρκία.

Η πρώτη συνάντηση έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου 1967 στην πόλη Κεσάν της Τουρκίας και την επομένη 10 του μήνα στην Αλεξανδρούπολη της Ελλάδας. Λόγω των τοποθεσιών που έγιναν οι συναντήσεις, έμειναν γνωστές ως συνομιλίες του Έβρου!

Οι συναντήσεις ήταν υψηλού επιπέδου με τη συμμετοχή των Κων/νου Κόλλια, Πρωθυπουργού της χούντας και του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, Πρωθυπουργού της Τουρκίας.

Στη συνάντηση η ελληνική αντιπροσωπεία εισηγήθηκε στην Τουρκία την παραχώρηση της βάσης της Δεκέλειας στην Τουρκία με αντάλλαγμα την ένωση.

Η απάντηση του Ντεμιρέλ ήταν η ακόλουθη: «Επιμένετε στην Ένωση. Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει γιατί συναντηθήκαμε εδώ; Η Τουρκία δήλωνε και δηλώνει απερίφραστα ότι το θέμα της Ένωσης πιθανό να προκαλέσει τουρκοελληνικό πόλεμο. Αν ο Έλληνας Πρωθυπουργός μιλά για μια θέση που δεν αποδεχτήκαμε και δεν θα αποδεχτούμε, και αν δεν υπάρχει κάποια άλλη πρόταση, τότε γιατί συναντηθήκαμε;»4

Ο Ντεμιρέλ δύο μέρες αργότερα δήλωσε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί ποτέ την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα.

Δύο μήνες αργότερα τα πράγματα θα χειροτέρευαν με τις συγκρούσεις στην Κοφίνου και τον Άγιο Θεόδωρο και την αποχώρηση από την Κύπρο της ελληνικής μεραρχίας και του Γρίβα ύστερα από απαίτηση της χούντας.

Απειλές της χούντας εναντίον της Κύπρου

Στην Κύπρο εκδηλώθηκε αντιχουντικό αίσθημα από την πρώτη στιγμή που η χούντα ανέλαβε πραξικοπηματικά τα ηνία. Οι εφημερίδες της συμπολίτευσης έβαλλαν συνεχώς κατά της χούντας και προειδοποιώντας ότι αυτή η εξέλιξη δεν θα είχε καλό αποτέλεσμα για την Κύπρο.

Το ΑΚΕΛ αντέδρασε αμέσως κάνοντας λόγο για δικτατορία στην Ελλάδα, ενώ δημιουργήθηκε και η Επιτροπή για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Ο Μακάριος άργησε να στείλει ευχετήριο τηλεγράφημα στη χούντα αναμένοντας να ξεκαθαρίσει πρώτα το τοπίο.

Στα μέσα Ιουνίου του 1967 η χούντα ξεκίνησε τις απειλές για όσους εναντιώνονταν στην πολιτική της και απειλούσε με σκληρά μέτρα όσους διαφωνούσαν μαζί της και τόνιζαν ότι «αι πράξεις των δεν θα λησμονηθούν όταν θα έλθη η μεγάλη ώρα της πραγματοποιήσεων των πανελλήνιων πόθων»5.

Τα γεγονότα στην Ελλάδα δεν αφορούν τους Κυπρίους

Η κυπριακή κυβέρνηση προσπαθούσε να μην εμπλακεί σε διελκυστίνδα με τη χούντα.

Ενδεικτική είναι η ομιλία του ο Υπουργού Εργασίας, Τάσσου Παπαδόπουλου, στην πρωτομαγιάτικη εκδήλωση στη ΣΕΚ του 1967.

Έλεγε τότε ο Τ. Παπαδόπουλος: «Παρά το γεγονός ότι ένας έκαστος από εμάς μπορεί να έχη τες προσωπικές του πεποιθήσεις ή απόψεις περί των εξελίξεων εν Ελλάδι, εμείς οι Κύπριοι δεν έχομεν κανένα δικαίωμα να επεμβαίνωμεν εις τας εσωτερικάς πολιτικάς εξελίξεις της Ελλάδος.

Αι πολιτικαί εξελίξεις της Ελλάδος αφορούν τον κυπριακόν λαόν μόνον καθ’ ον τρόπον αύται επηρεάζουν την εθνικήν διεκδίκησιν της Ενώσεως.

Η διεκδίκηση αύτη είναι κτήμα και όνειρον ολόκληρου του Έθνους και ανεξαρτήτως πολιτικών εξελίξεων, η Ελλάς είναι αποφασισμένη να αγωνισθή παρά το πλευρόν του κυπριακού λαού διά την πραγμάτωσιν και εις την προσπάθειαν αυτήν η κυπριακή κυβέρνησις θα είναι πάντοτε συντεταγμένη με την εθνικήν ηγεσίαν.

Παράλληλα, όμως και ενώ ο κυπριακός λαός δεν επεμβαίνει εις τας εσωτερικάς πολιτικάς εξελίξεις της Ελλάδος είναι αποφασισμένος να μην επιτρέψη οιανδήποτε επιβουλήν κατά των δημοκρατικών και ατομικών ελευθεριών του λαού. Εις την θέσιν αυτήν είναι συνησπισμένος πέριξ του Μακαρίου ολόκληρος ο κυπριακός λαός με πρωτοπορίαν τον ωργανωμένον συνδικαλισμόν».

Ωστόσο, στις 14 Ιουνίου το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας μετέδωσε δηλώσεις υπεύθυνης πηγής των Αθηνών σύμφωνα με τις οποίες «τα άρθρα και σχόλια ωρισμένων κυπριακών εφημερίδων έχουν προκαλέσει εν Ελλάδι ζωηράν αγανάκτησιν», ενώ «θεωρείται απαράδεκτον και εξοργιστικόν να βλέπουν το φως εις στήλας ελληνικών εφημερίδων της Κύπρου απρεπή δημοσιεύματα διά των οποίων συκοφαντείται η Ελλάδα, κατηγορείται η εθνική κυβέρνησις και θίγεται ο ελληνικός στρατός, ο οποίος αποτελεί το καύχημα του Έθνους»6 .

Στην ίδια εκπομπή γινόταν λόγος για ανθέλληνες: «Παρόμοιαι ύβρεις μόνον από εχθρούς του ελληνικού λαού δύνανται να προέλθουν. Είναι καιρός να συνέλθουν και να αναλογισθούν τας ευθύνας των οι ολίγοι ευτυχώς Κύπριοι, οι οποίοι με την στάσιν των και τα δημοσιεύματά των δηλητηριάζουν την ελληνικήν ψυχήν και προκαλούν διάσπασιν του αγώνος» και προειδοποιούσε ότι η Ελλάδα «δεν πρόκειται βεβαίως να αναθεωρήση την πολιτικήν της επειδή ωρισμένοι Κύπριοι αναπτύσσουν αντεθνικήν δράσιν αλλά εγκαίρως προειδοποιούνται ότι αι πράξεις των δεν θα λησμονηθούν όταν έλθη η μεγάλη ώρα της πραγματοποιήσεως των πανελλήνιων πόθων».

Ήταν πλέον ολοφάνερο ότι οι κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας όδευαν προς τη σύγκρουση.

—————————————————–

1 Γ. Λάμπρου «Τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία, 1960-2008», σελ. 177.

2 Βλ. Στυλιανός Παττακός, «21η Απριλίου 1967. Διατί; Ποίοι, Πώς;»

3 Βλ. Γιάννου Κρανιδιώτη, «Το κυπριακό πρόβλημα 1960-1974, σελ. 339.

4 Τουρκική εφημερίδα «Χουριέτ», 11 Σεπτεμβρίου 1967.

5 Άριστου Κάτση, «Από την ανεξαρτησία στην τουρκική εισβολή», σελ. 107.

6 Βλ. www.papademetris.net, S-1748.

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.