Πόσο αξίζει μια ζωή;



Του Κώστα Κατσώνη

Στο ερώτημα «πόσο αξίζει μια ζωή» η απάντηση είναι αναμφίβολα ότι μια ανθρώπινη ζωή δεν εξαργυρώνεται με τα πλούτη όλου του κόσμου. Αυτό λένε και θα συνεχίζουν να λένε στους αιώνες των αιώνων όσοι έχουν την ατυχία να χάσουν έναν δικό τους άνθρωπο από αφύσικα αίτια, όπως είναι για παράδειγμα τα τροχαία δυστυχήματα, τα οποία στις πλείστες των περιπτώσεων ισοδυναμούν με τροχαίους φόνους.

Εγκληματική και ανεπίτρεπτη αμέλεια, παντελής, προκλητική και επιδεικτική μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις έλλειψη οδικής συνείδησης, επιπολαιότητα, αναλγησία και ασυνειδησία, αρρωστημένος εγωισμός ή μάλλον εγωπάθεια, που συνοδεύεται από μία κατά συρροή, συστηματική και ενσυνείδητη θα λέγαμε -χωρίς ίχνος υπερβολής- παραβίαση των κανόνων οδικής ασφάλειας, αλλά και κρατική αδιαφορία είναι, κατά γενική ομολογία, τα γενεσιουργά αίτια των πλείστων οδικών δυστυχημάτων. Αυτό καταδεικνύεται και μέσα από διεθνείς ευρωπαϊκές έρευνες που κατατάσσουν τους Κύπριους οδηγούς ανάμεσα στους χειρότερους της Ευρώπης και του κόσμου, και τη μικρή, ευρωπαϊκή κατά τα άλλα πατρίδα μας, στις πρώτες θέσεις σε οδικές παραβάσεις και θανατηφόρα οδικά δυστυχήματα. Άλλωστε, δεν χρειαζόμαστε τις έρευνες για να το διαπιστώσουμε, αφού το βιώνουμε καθημερινά στους δρόμους-λαιμητόμους που αναγκαστικά κυκλοφορούμε, ο καθένας με το δικό του όχημα, γεγονός που επιτείνει το κυκλοφοριακό πρόβλημα και μας καθιστά όλους εν δυνάμει υποψήφια θύματα ή θύτες τροχαίων δυστυχημάτων.


Ο Κύπριος πολίτης, που ταξιδεύει πολύ συχνά σε ευρωπαϊκές και άλλες χώρες, βλέπει τι γίνεται αλλού και συγκρίνει με αυτό που έχουμε εμείς και διερωτάται. Γιατί η Κύπρος δεν έχει δημόσια συγκοινωνία, άρτια οργανωμένη, ώστε να μην αναγκαζόμαστε να έχουμε η κάθε οικογένεια από τρία έως τέσσερα και πέντε αυτοκίνητα, για μας και για τα παιδιά μας, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να πάει ο καθένας στη δουλειά του;

Γιατί οι περισσότεροι δρόμοι μας είναι θεοσκότεινοι, ακόμα και μέσα στην ίδια την πρωτεύουσα και τις άλλες πόλεις, ενώ στην ύπαιθρο είναι ακόμα χειρότερα τα πράγματα, με τον εκπρόσωπο της Αστυνομίας να μας δηλώνει μάλιστα ανερυθρίαστα από τηλεοράσεως, μετά από ένα πρόσφατο τραγικό δυστύχημα, στο οποίο χάθηκε μία νεαρή έγκυος Ρωσίδα και το αγέννητο παιδί της (στην περιοχή Αλεθρικού), ότι δεν είναι αναγκαίος ο φωτισμός στο δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα, γιατί δεν είναι κύριος (!) και πολυσύχναστος;

Μπορεί κανείς να απαλύνει τον πόνο αυτής της οικογένειας που έχασε ξαφνικά δύο μέλη της σ’ έναν προδήλως τροχαίο φόνο; Και τι θα πούμε στους γονείς του δεκάχρονου κοριτσιού που σκοτώθηκε τόσο αναίτια και εγκληματικά καθώς βρισκόταν σε διάβαση πεζών; Τι θα πούμε στην οικογένεια του 27χρονου Παναγιώτη Χριστοφόρου που κόπηκε το νήμα της ζωής του τόσο αδόκητα, απάνθρωπα και εγκληματικά σ’ ένα απίστευτο και τόσο τραγικό στις διαστάσεις του δυστύχημα-τροχαίο φόνο; Και ποια εξήγηση και ποια δικαιολογία μπορεί κανείς να δώσει στα παιδιά, τη σύζυγο και τους συναδέλφους του αδικοχαμένου Πέτρου Πέτρου, ενός καταξιωμένου παιδαγωγού και επιστήμονα που πρόσφατα χάθηκε τόσο άδικα στις σκοτεινές λεωφόρους της υπεραναπτυγμένης κατά τα άλλα Λεμεσού, αλλά και σε τόσες άλλες οικογένειες (50 για φέτος μέχρι σήμερα) που έχασαν δικούς τους ανθρώπους στον Μολώχ της ασφάλτου; Δεν επιτρέπεται πλέον οποιοσδήποτε εφησυχασμός. Είναι αδιανόητο να έρχονται και να παρέρχονται πρόεδροι, υπουργοί, βουλευτές, τοπικοί άρχοντες και άλλοι αρμόδιοι και αναρμόδιοι κρατικοί αξιωματούχοι, χωρίς να υπάρχει και να εφαρμόζεται στο μικρό πολύπαθο νησί μας ένας επιστημονικός-στρατηγικός σχεδιασμός για τον δραστικό περιορισμό των οδικών παραβάσεων και των τροχαίων φόνων. Το ερώτημα «πόσο αξίζει μια ζωή» θα πρέπει διαρκώς να δονεί και να διεγείρει την ψυχή και τη συνείδηση του καθενός!