ΠΟΒΕΚ: Ζητά επιδότηση επιτοκίου overdraft και συμμετοχή στο Συμβουλευτικό Σώμα

Την επιδότηση του επιτοκίου των τρεχούμενων λογαριασμών των επιχειρήσεων (overdraft), τα οποία συνήφθησαν από τις αρχές Μαρτίου, ζητεί μεταξύ άλλων η ΠΟΒΕΚ, όπως δήλωσε στο ΚΥΠΕ ο Γενικός Γραμματέας της οργάνωσης Στέφανος Κουρσάρης.

Πάνω σε αυτά να υπάρξει μια σημαντική μείωση του επιτοκίου όπως έχει εξαγγελθεί και για τα δάνεια στο Σχέδιο Β της Κυβέρνησης για στήριξη των επιχειρήσεων και της οικονομίας, είπε ο κ. Κουρσάρης σχολιάζοντας το υπόμνημα που επέδωσε σήμερα το πρωί στον Υφυπουργό παρά τω προέδρω Βασίλη Πάλμα για να δοθεί στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Επιπλέον, ο κ. Κουρσάρης είπε ότι η ΠΟΒΕΚ ζητεί την απευθείας εμπλοκή του κρατικού τραπεζικού ιδρύματος, όπως ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Στέγης, «που θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως αντίβαρο στις γνωστές πολιτικές των ιδιωτικών τραπεζών».

Για την Απευθείας Στήριξη – Επιδότηση Επιχειρήσεων/Αυτοεργαζομένων, ο κ. Κουρσάρης είπε ότι η ΠΟΒΕΚ ζητεί να αυξηθεί στα €300 εκ. από τα €100 εκ. που αναφέρεται στο σχέδιο «έτσι ώστε η κρατική ενίσχυση να είναι ουσιαστική» και πρόσθεσε ότι το 60% των επιχειρήσεων στην Κύπρο απασχολούν ένα και μόνο άτομο, για την συγκεκριμένη αυτή κατηγορία η χορηγία να αυξηθεί στο διπλάσιο.

Επιπλέον, ανέφερε ότι είναι θέμα ουσίας η συμμετοχή της ΠΟΒΕΚ στο εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα το οποίο ήταν και ο θεσμός που έκανε εισηγήσεις και ακουγόταν η φωνή των μεγάλων επιχειρήσεων μέσω της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ και των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ η ΠΟΒΕΚ ήταν απούσα.

«Όταν το 90% των επιχειρήσεων είναι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις μέχρι 10 άτομα εργαζομένους, αυτή η φωνή πρέπει επιτέλους να ακούγεται σε όλα τα επίσημα όργανα και θεσμούς του κράτους», πρόσθεσε.

Ένας από αυτούς τους θεσμούς, σύμφωνα με τον κ. Κουρσάρη, «που απαιτούμε την συμμετοχή της ΠΟΒΕΚ είναι την ένταξη μας στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα».

Αναφορικά με τα προγράμματα που ήδη τρέχουν από το 2016 μέσω της παραχώρηση δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ο κ. Κουρσάρης είπε ότι «η πράξη απέδειξε ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν είχαν πρόσβαση λόγω των απαιτήσεων που είχαν οι τράπεζες (επιχειρηματικό πλάνο, λογιστές, δικηγόρων και άλλα)», προσθέτοντας ότι «με τις υφιστάμενες συνθήκες θα είναι πολύ πιο δύσκολο για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση».