Πρέπει να οριοθετηθεί ο διαχωρισµός Εκκλησίας και κράτους

Αναχρονισμός η παρέμβαση της Εκκλησίας σε πολιτειακά ζητήματα

Δεν δικαιολογείται να αφήνεται «χώρος» για εκκλησιαστικές παρεμβάσεις. Οι θεσμοί του κράτους να αναλάβουν τις ευθύνες τους

Του Μιχάλη Μιχαήλ

Η τελευταία ανάµειξη του αρχιεπισκόπου Χρυσόστοµου του Β’ στην πολιτική και τις προεδρικές εκλογές φέρνει ξανά στο προσκήνιο το θέµα του διαχωρισµού του κράτους, της Πολιτείας, από την Εκκλησία. Η Εκκλησία ήταν για αιώνες ο εκπρόσωπος των χριστιανών της Κύπρου στις περιόδους των ξένων κατακτήσεων και ως εκ τούτου θεωρεί ότι µπορεί και σήµερα να διαδραµατίζει αυτόν το ρόλο. ∆ικαιολογείται, όµως, η συνέχιση αυτού του φαινοµένου στον 21ο αιώνα;

Θέσαµε σε τρεις ειδικούς το θέµα της παρέµβασης της Εκκλησίας στα του κράτους και το θέµα του διαχωρισµού της Εκκλησίας από το κράτος. Αλλά και το κατά πόσον αυτό που γίνεται στην Κύπρο συµβαίνει σε άλλα σύγχρονα κράτη.

Οι απαντήσεις του καθηγητή Κοινωνιολογίας Δρος Νίκου Περιστιάνη, του Θεολόγου Ανδρέα Πιτσιλλίδη και του αναπλ. Καθηγητή Αναπτυξιακής Ψυχολογίας Παναγιώτη Σταυρινίδη δίνουν σαφείς απαντήσεις στα ερωτήµατα.

Κράτος και κόµµατα φοβούνται την επιρροή της Εκκλησίας

Το τελευταίο ερώτηµα αφορούσε το γιατί το κράτος και τα κόµµατα και δεν λύνουν οριστικά αυτό το θέµα.

Η απάντηση του Δρος Περιστιάνη ήταν ότι το κράτος και τα κόµµατα δεν θέλουν να αντιµετωπίσουν το πρόβληµα γιατί θεωρούν πως πολλοί πολίτες είναι συντηρητικοί στα θέµατα αυτά, οπότε και θα έχαναν την εύνοια -µαζί και τις ψήφους της µερίδας αυτής. «Είναι για αυτό που θεωρώ πως και η ίδια η Εκκλησία πρέπει να συµβάλει στο διαχωρισµό αυτό. ∆ύσκολο, βέβαια, να εγκαταλείψει κάποιος τα δικά του προνόµια. Αλλά µεταξύ των δογµάτων της ίδιας της Εκκλησίας συµπεριλαµβάνεται η αυταπάρνηση, η θυσία για το υπέρτερο καλό κ.λπ. Αν αναγνωρίσει η Εκκλησία ότι έχει πολλά άλλα να δώσει σε ένα σύγχρονο κόσµο µε χίλια δυο προβλήµατα, έναν κόσµο που πεινά και διψά για ένα άλλο υπόδειγµα ζωής, µια χώρα που για να επιβιώσει καλείται να πετύχει το ακατόρθωτο (τη συνύπαρξη δύο εθνοτήτων µετά από µια ιστορία αντιπαράθεσης και αίµατος), τότε θα έχει επιτελέσει ένα πραγµατικό “θείο έργο”».

Ο κ. Πιτσιλλίδης σηµείωσε ότι το βασικότερο εµπόδιο στην άρση της παραδοξότητας αυτής είναι το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η οποιαδήποτε διαφωνία και προπάντων σύγκρουση µε την Εκκλησία της Κύπρου, η οποία είναι πανίσχυρη κοινωνικά, οικονοµικά και κατά συνέπειαν και πολιτικά.

Ο κ. Σταυρινίδης από την πλευρά του υπέδειξε ότι «όλοι γνωρίζουν ότι ένα σηµαντικό κοµµάτι των εκλογών κρίνεται στον εσπερινό και στα προαύλια των εκκλησιών. Συνεπώς η ρήξη µε την Εκκλησία φοβίζει τους πολιτικούς».

Η επιρροή της Εκκλησίας συντηρεί το κυπριακό πρόβληµα

Αν και το Σύνταγµα δεν αναγνωρίζει κρατική θρησκεία, η Εκκλησία της Κύπρου έχει µετατραπεί σε θρησκεία του κράτους και ο εκάστοτε Αρχιεπίσκοπος είναι 2ος τη τάξει του κράτους. Στο ερώτηµα αν χρειάζεται να επανεξεταστεί κι αυτό το ζήτηµα, ο Παναγιώτης Σταυρινίδης υπέδειξε ότι από τη στιγµή που το κράτος µετασχηµατίστηκε ουσιαστικά από το 1963 σε µονοκοινοτικό µε αρχηγό του κράτους τον θρησκευτικό ηγέτη, ήταν περίπου νοµοτέλεια ότι και η Εκκλησία θα αποκτούσε βαθµιαία ολοένα και πιο βαθιά επιρροή στα πολιτικά ζητήµατα του τόπου. Προσθέστε σε αυτό, συµπλήρωσε, «και το γεγονός ότι ακόµα και σήµερα σε διάφορες µετρήσεις οι ελληνορθόδοξοι είναι οι πιο θρησκευόµενοι λαοί στην Ευρώπη. Όλα αυτά εξηγούν και το γιατί κανένας πολιτικός ηγέτης δεν τόλµησε να διαχωρίσει πλήρως τη λειτουργία του κράτους από την Εκκλησία».

Ο Δρ Περιστιάνης από την πλευρά του επεσήµανε ότι ακόµα και µετά τον Μακάριο η Εκκλησία συνεχίζει να εµµένει στη διατήρηση σηµαντικού ρόλου και λόγου στα πολιτικά πράγµατα, επικαλούµενη τους συνεχείς κινδύνους από το ανοικτό εθνικό µας ζήτηµα -το Κυπριακό. Ξεχνώντας βέβαια, πρόσθεσε, «πως η δική της έντονη παρουσία και επιρροή συντείνει στη διατήρηση του προβλήµατος (π.χ. οι Τουρκοκύπριοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως η Εκκλησία ποδηγετεί την κοινότητά µας -πεποίθηση, βέβαια, υπερβολική, αλλά ενδεικτική του πώς η Εκκλησία συµβάλλει στο πρόβληµα που η ίδια ισχυρίζεται πως θέλει να λύσει)».

Ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης επεσήµανε ότι «οπωσδήποτε πρέπει να επανεξεταστεί αλλά και να θεσµοθετηθεί η σαφής διάκριση του ρόλου των θεσµών Πολιτείας και Εκκλησίας που θα πρέπει να εναρµονιστεί τόσο µε τις συνταγµατικές διατάξεις, αλλά και το σύγχρονο ευρωπαϊκό νοµικοπολιτικό θεσµικό πλαίσιο».

Οι παρεµβάσεις δεν επιτρέπουν ωρίµανση του κράτους

Ο Π. Σταυρινίδης σηµειώνει ακόµα ότι ένας αντικειµενικός παρατηρητής θα δυσκολευτεί πολύ να βρει λόγους για τους οποίους η Εκκλησία αντλεί νοµιµοποίηση, είτε ηθική είτε λογική, σε ό,τι αφορά την εµπλοκή της στην πολιτική ζωή µιας χώρας. Από την άλλη, πρόσθεσε, «καταλαβαίνω ότι η Εκκλησία ανέκαθεν είχε το “χάρισµα” να καπηλεύεται ιστορικά γεγονότα όπως µια επανάσταση, µια εξέγερση έναντι κατακτητών κ.λπ. και να εντυπώνεται στη συλλογική µνήµη του λαού ως ο πνευµατικός ηγέτης και η ηθική πυξίδα του τόπου».

Από την πλευρά του ο Δρ Περιστιάνης σηµείωσε ότι η εµµονή της Εκκλησίας στη διατήρηση παραδοσιακών ρόλων και επιρροής δεν έχει βοηθήσει στην ενηλικίωση και ωρίµανση του κράτους µας. «Για παράδειγµα, ο Μακάριος µπορεί να ήταν µια χαρισµατική µορφή, αλλά η παραµονή του στην προεδρία µιας δικοινοτικής δηµοκρατίας δεν βοήθησε στη συνύπαρξη µε το µουσουλµανικό στοιχείο, ενώ καθυστέρησε την ωρίµανση και καθιέρωση της κοσµικής πολιτικής τάξης».

Αν και η µακραίωνη ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου αποτελεί µέγα κεφάλαιο για τον τόπο, ωστόσο «µια πρέπει κατά τη γνώµη µου να είναι η καθολικά αποδεκτή θέση για το ρόλο που σήµερα καλείται να διαδραµατίσει και αυτός οπωσδήποτε θα πρέπει να περιορίζεται στα πλαίσια του Ευαγγελίου και των µηνυµάτων αγάπης, πανανθρώπινης αδελφοσύνης και οικουµενικής ειρήνης, ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης που αυτό περιλαµβάνει», σχολίασε ο κ. Πιτσιλλίδης. Για να προσθέσει ότι «είναι πολιτικο-κοινωνικά και θεολογικά ανεπίτρεπτο να εκπέµπονται εκ µέρους της Εκκλησίας µηνύµατα σκοταδισµού, εθνικισµού, ρατσισµού, σοβινισµού και κάθε λογής µίσους και διχόνοιας».

Αναχρονισµός η παρέµβαση της Εκκλησίας στα του κράτους

Στο ερώτηµα κατά πόσον έχουµε παρόµοιες παρεµβάσεις σε άλλα σύγχρονα κράτη, ο Ανδρέας Πιτσιλλίδης απάντησε ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε στο µεσαίωνα και σήµερα συµβαίνει σε ελάχιστα θεοκρατικά κράτη. Κάτι παρόµοιο αλλά σε µικρότερη κλίµακα, είπε, συµβαίνει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε ότι «μοναδική εκκωφαντική εξαίρεση αποτελεί η Κύπρος όπου το φαινόµενο αυτό δεν αποτελεί απλώς έναν απαράδεκτο αναχρονισµό αλλά κωµική, έως και τραγελαφική, περίπτωση. Οι συνεχείς και επί όλων των θεµάτων παρεµβάσεις ιεραρχών και ειδικά του σηµερινού Αρχιεπισκόπου γελοιοποιούν τους κρατικούς και κοινωνικούς θεσµούς, αποτελούν τροχοπέδη σε κάθε σχεδόν προσπάθεια αλλαγής στον τόπο και χωρίς αµφιβολία εκθέτουν τη χώρα µας διεθνώς».

Ο ∆ρ Νίκος Περιστιάνης σηµείωσε ότι οι περισσότερες δυτικές χώρες χαρακτηρίζονται από τον σαφή διαχωρισµό κράτους και Εκκλησίας από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Στη συνέχεια όσες χώρες θέλησαν να εκσυγχρονισθούν υιοθέτησαν τις νέες αξίες -της ελευθερίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, κ.ο.κ., συµπεριλαµβανοµένου του διαχωρισµού κράτους-Εκκλησίας. Στην Κύπρο λόγω του ξένου ζυγού και του εθναρχικού ρόλου της Εκκλησίας, αυτός ο διαχωρισµός καθυστέρησε µέχρι και το θάνατο του Μακαρίου. Αλλά ακόµα και µετά απ’ αυτόν, οι ιδιόρρυθµες συνθήκες µετά το ’74, επιτρέπουν τη συνέχιση της µεγάλης επιρροής της Εκκλησίας.

Ο Παναγιώτης Σταυρινίδης σηµείωσε ότι στις σύγχρονες δηµοκρατίες τουλάχιστον στον δυτικό κόσµο δεν παρατηρείται τέτοια παρέµβαση, ούτε θεσµικά ούτε και εξωθεσµικά. «Αν φύγει όµως κανείς από τον λεγόµενο πιο “προηγµένο” δηµοκρατικά κόσµο και κοιτάξει σε άλλες γωνιές του πλανήτη είµαι βέβαιος ότι σε θεοκρατικά καθεστώτα θα βρει περιπτώσεις όπου ο αρχηγός του κράτους είναι ο θρησκευτικός ηγέτης, όπως επίσης θα βρει µάγους της φυλής όπου κατ’ αναλογία η ηγεσία της φυλής εναποτίθεται στα χέρια του δήθεν σοφού µάγου».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.