Του Νίκου Μούδουρου

Το Κυπριακό Ζήτημα σε έναν καινούριο απρόβλεπτο κόσμο.  Η Ανατολική Μεσόγειος είναι η πιο σημαντική περιοχή στο επίκεντρο της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων που διεκδικεί η Τουρκία

Η ένταση της βίας στη Μέση Ανατολή και των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να αποτελούν μια νέα ευκαιρία κριτικής αξιολόγησης του γεωπολιτικού οράματος της Τουρκίας μέσα στα σημερινά δεδομένα. Η Τουρκία αναμφίβολα παίζει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις, ενώ οι ενέργειές της το επόμενο χρονικό διάστημα θα έχουν στρατηγικό χαρακτήρα, ιδιαίτερα στην υπόθεση υλοποίησης ή αποτυχίας των δικών της στόχων.


Λόγω της κρισιμότητας των εξελίξεων αποτελεί πλέον αναγκαιότητα μια προσπάθεια ολιστικής αντιμετώπισης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Μια τέτοια αντιμετώπιση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας θα πρέπει να τοποθετείται μέσα στην ολότητα των κοινωνικών σχέσεων, έτσι όπως εξελίσσονται τόσο στο εσωτερικό της όσο και στην περιφέρειά της.

Μ’ αυτό το σκεπτικό, η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν θα πρέπει να θεωρείται ξεκομμένη από τις διάφορες οικονομικές και πολιτικές δομές που προκύπτουν σ’ αυτήν ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να θεωρείται αποκομμένη από τις γενικότερες διεθνείς και περιφερειακές αλλαγές, ιδιαίτερα αυτές που προκαλούν μια συνολική αναδιάταξη στόχων πολλών κρατών στην εξωτερική τους πολιτική.

Προς μια «μετα-δυτική» ισορροπία;

Συνεπώς, οι θεωρητικές αναζητήσεις αλλά και οι πολιτικές πρακτικές του AKP στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας τοποθετούνται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των διεθνών σχέσεων και συνεχούς μετακίνησης των ισορροπιών σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας από το 2002 και μετά πρέπει να αξιολογηθεί μέσα στο γενικότερο περιβάλλον των συζητήσεων και των αντιπαραθέσεων περί της μετάβασης σε μια «μετα-δυτική» εποχή.

Καθόλου τυχαία, πολλές ακαδημαϊκές μελέτες υποστηρίζουν ότι τα τελευταία χρόνια σημειώνεται μια μετακίνηση από το αμερικανικά καθοδηγούμενο παγκόσμιο σύστημα σε έναν πολυπολικό κόσμο. Στο ίδιο πλαίσιο εντοπίζεται η σταδιακή αποκρυστάλλωση μιας διεθνούς τάξης πραγμάτων, στην οποία οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα δεν θα αποτελούν το μοναδικό ηγεμονικό πόλο, μια εξέλιξη που πήρε νέες διαστάσεις μετά την οικονομική κρίση του 2008.

Οι επιπτώσεις που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση του 2008 και μετά στις ΗΠΑ και στην ΕΕ, σε συνδυασμό με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης χωρών όπως η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ινδία, η Κίνα (BRICs), αλλά και μικρότερων κρατών όπως η Τουρκία, το Μεξικό, η Μαλαισία και η Ινδονησία, ήταν παράγοντες που συνέβαλαν στην ενίσχυση των εκτιμήσεων για τη μετακίνηση ισχύος σε παγκόσμια κλίμακα και τη σταδιακή επικράτηση ενός σχήματος «Η Δύση και οι υπόλοιποι». (…)

Πέραν όμως των επιπτώσεων της κρίσης, τα σενάρια περί ενός «μετα-δυτικού» κόσμου βασίζονται σε μεγάλο βαθμό και σε βαθύτερες αλλαγές της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας. Ιδιαίτερα η σταδιακή μετακίνηση κεφαλαίου, εμπορίου και βιομηχανικής παραγωγής από τη Δύση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, τα τελευταία χρόνια συνιστά μια γερή βάση πάνω στην οποία μεταβάλλεται και ο ανταγωνισμός για ηγεμονία στο παγκόσμιο σύστημα. (…)

Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες προβλέψεις, το 2030 αναμένεται ότι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες θα έχουν μερίδιο 70% του παγκόσμιου εμπορίου, ανατρέποντας την πραγματικότητα που επικρατούσε στις αρχές του 21ου αιώνα.

Περίπου τα ίδια δεδομένα καταγράφονται και στο θέμα της βιομηχανικής παραγωγής για την οποία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προβλέψει ότι το επίκεντρό της μέχρι και το 2030 θα είναι η Ανατολή και η Ασία. Αυτή η υλική βάση της παγκόσμιας πραγματικότητας φαίνεται να επηρεάζει την ενίσχυση της επιρροής των «μη δυτικών» δυνάμεων, οι οποίες με τη σειρά τους απέκτησαν μια σχετική αυτονομία στον καθορισμό και την υλοποίηση των γεωπολιτικών τους οραμάτων.

Οι διεθνείς αλλαγές οδήγησαν στη δημιουργία ενός μικρού πεδίου αυτόνομων κινήσεων των περιφερειακών δυνάμεων, οι οποίες μπόρεσαν σε κάποιο βαθμό και υπό ορισμένες προϋποθέσεις να καθορίσουν τη δική τους ατζέντα χωρίς να παρουσιάζονται μόνο ως οι «εκτελεστές» των στρατηγικών επιλογών των ισχυρότερων ανεπτυγμένων χωρών. Υπ’ αυτή την έννοια οι ΗΠΑ έπαψαν να αποτελούν το μοναδικό παράδειγμα παγκόσμιας ηγεμονίας, χωρίς ωστόσο να σημειώνεται μια τέτοια ανακατανομή της ισχύος που να επιτρέπει την εμφάνιση μιας νέας ηγεμονικής δύναμης ικανής να ανατρέψει ολοκληρωτικά την πρωτοκαθεδρία τους.

Οι προαναφερθείσες εξελίξεις, έστω και αν δεν έχουν ανατρέψει ολοκληρωτικά τις παγκόσμιες ισορροπίες, παραπέμπουν σε μια μεταβατική περίοδο ρηγμάτων, το βάθος των οποίων δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί. Φαίνεται, όμως, ότι τα ρήγματα που προκλήθηκαν επέτρεψαν στη νέα ελίτ της Τουρκίας να τοποθετήσει με διαφορετικό τρόπο τα δικά της οράματα σχετικά με την παγκόσμια πραγματικότητα και το δικό της ρόλο.

Οι νέες παγκόσμιες ισορροπίες που έκαναν την εμφάνισή τους, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές κοινωνικές ανατροπές στην Τουρκία, βοήθησαν ούτως ώστε το AKP να διεκδικήσει σε πολιτικό επίπεδο την αλλαγή της διεθνούς τάξης πραγμάτων προς δύο κύριες κατευθύνσεις: η πρώτη είναι η προσπάθεια άρσης της δυτικοκεντρικής ανάγνωσης του κόσμου και η δεύτερη είναι η «αποκατάσταση», η «επανεμφάνιση» του Ισλάμ ως φορέα και εκφραστή τής υπό δημιουργία νέας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων.

Η πορεία εδραίωσης του AKP στην εξουσία ήταν παράλληλη με τη μετάβαση της νέας πολιτικής και οικονομικής ελίτ της χώρας σε ένα στάδιο «πρόσληψης» του «νέου κόσμου», το χαρακτηριστικό του οποίου δεν είναι η δυτική επιβολή μέσα από την αποικιοκρατία, αλλά η ικανότητα διαφόρων πολιτισμικών λεκανών πέραν της Δύσης να δημιουργούν ζωτικό χώρο για τον εαυτό τους μέσα από τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.

Σύμφωνα με τις γενικότερες αντιλήψεις του AKP, οι μεγάλες γεωπολιτικές αλλαγές που προκλήθηκαν μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδυνάμωσαν τη θέση της Δύσης ως του κυρίαρχου πολιτικού και οικονομικού κέντρου του κόσμου, ενώ την ίδια στιγμή εμπόδισαν τη συγκρότηση μιας νέας συμφωνίας μεταξύ των κρατών για τη λειτουργία της μεταβατικής αυτής παγκόσμιας κατάστασης.

Σ’ αυτό το σημείο η κατάσταση περιγράφεται ως προβληματική γιατί οι διεθνείς σχέσεις παράγουν ελλείψεις σε ζητήματα, όπως η παγκόσμια διακυβέρνηση, η παγκόσμια οικονομία και η δίκαιη συμπερίληψη όλων των πολιτισμών στην παγκόσμια δομή. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η «αταξία» στις διεθνείς σχέσεις, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, συντηρείται από τρεις μεγάλους «σεισμούς»: ο πρώτος ήταν το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος αναδιαμόρφωσε τη σημασία της Ευρασίας με την εμφάνιση νέων κρατών, γεωοικονομικών και γεωπολιτισμικών παραμέτρων.

Ο δεύτερος ήταν τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, τα οποία προκάλεσαν την ιδεολογική μετακίνηση από τις έννοιες της δημοκρατίας και της ελευθερίας προς την έννοια της ασφάλειας, και δημιούργησαν τον κίνδυνο για την επιβολή ενός παγκόσμιου στρατιωτικού νόμου. Ο τρίτος ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 που συνοδεύτηκε από την «αραβική άνοιξη», προκαλώντας διεθνείς οικονομικές και πολιτικές ανακατατάξεις.

Η ανάγνωση του κόσμου από το AKP

Ποια είναι, λοιπόν, η ανάγνωση του κόσμου σήμερα από το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ; Το βασικό χαρακτηριστικό του ιδεολογικού υπόβαθρου του γεωπολιτικού οράματος της τουρκικής κυβέρνησης είναι η ύπαρξη ενός αναγεννημένου χώρου της Ανατολής, μιας χωριστής από τη Δύση «ανατολίτικης πολιτότητας», η οποία μπορεί να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Το τουρκικό όραμα περιλαμβάνει μια λειτουργία δυναμική, μια ηγεμονική πτυχή σε μια υπό δημιουργία νέα παγκόσμια ισορροπία. Η «δίκαιη τάξη» που οραματίζεται το AKP «υποχρεώνει» την Τουρκία να γίνει εκπρόσωπος, ηγέτιδα δύναμη της χωριστής «πολιτιστικής λεκάνης». Αυτή η περιφερειακή «πολιτική κοινότητα», η νέα περιφερειακή τάξη πραγμάτων ως «καθήκον» της Τουρκίας δεν έχει ακόμα ξεκάθαρα χαρακτηριστικά, αλλά διακρίνεται σαφώς από μια κοινή κανονιστική ταυτότητα (Ισλάμ) και μια κοινή ιστορική ταυτότητα (οθωμανική κληρονομιά).

Παράλληλα, η διεκδίκηση μιας καλύτερης διεθνούς θέσης αυτής της περιφερειακής τάξης πραγμάτων, προϋποθέτει ότι η Τουρκία θα είναι ο φορέας της νεοφιλελεύθερης ενσωμάτωσης. (…) Εκείνο που οραματίζεται το AKP είναι η «καταξίωση» της Τουρκίας σε/ως μια «πολιτική εγγύηση» για την αποκατάσταση του μουσουλμανικού κόσμου ως «δικαιούχου» και ισότιμου διαχειριστή του υφιστάμενου συστήματος σε παγκόσμια κλίμακα.

Η Ανατολική Μεσόγειος και η Κύπρος

Η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια σημαντική –αν όχι η πιο σημαντική– περιοχή στο επίκεντρο της νέας περιφερειακής τάξης πραγμάτων που διεκδικεί η Τουρκία. Τα στοιχεία για την Ανατολική Μεσόγειο όντως επιβεβαιώνουν όχι μόνο τη σημασία της, αλλά την ίδια στιγμή και τις πηγές έντασης των ανταγωνισμών που κορυφώνονται στη σημερινή συγκυρία.

Σύμφωνα με στοιχεία του 2012, το 75%-80% του παγκόσμιου εμπορίου διεξάγεται από τη θάλασσα. Την ίδια περίοδο τα κέρδη από το θαλάσσιο εμπόριο έφτασαν τα 400 δισ. δολάρια. Τα στοιχεία του ίδιου χρόνου δείχνουν ότι το 30% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου διεξάγεται στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως και το 25% της θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου. Περίπου 200.000 πλοία διακινούνται ετησίως στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το 2010, το Κέντρο Γεωλογικών Ερευνών των ΗΠΑ σε έκθεσή του εκτίμησε ότι η αξία των ενεργειακών αποθεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου είναι περίπου 1,5 τρισ. δολάρια. Το 2012, περίπου το 25%-30% του συνολικού εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας πραγματοποιήθηκε από τα λιμάνια της στην Ανατολική Μεσόγειο. (…) Επομένως, η πρόσφατη κρίση που προκάλεσε η Αγκυρα στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας συνδέεται με ένα ευρύτερο πλαίσιο εξελίξεων και ρηγμάτων ηγεμονίας. Η Κύπρος φαίνεται να αποτελεί πλέον ένα από τα πολλά διαφορετικά μέρη της στρατηγικής της Τουρκίας για την Ανατολική Μεσόγειο.

Το διαφορετικό σημείο είναι το ότι το νησί έπαψε να αποτελεί ένα χωριστό θέμα «εθνικής ασφάλειας» με στρατιωτικούς όρους, όπως συνέβαινε ίσως στις παλαιότερες κεμαλικές ερμηνείες. Ως αποτέλεσμα, το ίδιο το Κυπριακό αλλά και οι εξελίξεις αναφορικά με τους υδρογονάνθρακες της περιοχής μετασχηματίζονται σε «θέματα-προβλήματα» της περιφέρειας και των ανταγωνισμών της. Ισως μάλιστα η σημερινή συγκυρία να ενδυναμώνει την πορεία «μεσανατολικοποίησης» του κυπριακού προβλήματος.

Μ’ αυτό τον τρόπο μεγάλα έργα υποδομής όπως η υποθαλάσσια μεταφορά νερού και ηλεκτρισμού από την Τουρκία στα κατεχόμενα και οι αντιπαραθέσεις για τη μελλοντική διακίνηση του φυσικού αερίου φαίνεται να έχουν έναν εργαλειακό χαρακτήρα μετατροπής της κυπριακής γεωγραφίας σε πεδίο «πειραμάτων» για ενοποίηση της αγοράς-εμπορίου-ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Το σίγουρο είναι ότι χωρίς την οριστική λύση του Κυπριακού, η Κύπρος θα εισέρχεται ακόμα πιο γρήγορα στις αντιπαραθέσεις για τα μοντέλα περιφερειακής ενσωμάτωσης που διεκδικούν οι ηγεμονικές δυνάμεις της περιοχής.