Aνοιχτός Ορίζοντας

Για τα Άτιτλα Κείμενα του Γιώργου Νικολάου, εκδόσεις το Ροδακιό

Στις δέκα ιστορίες που συνθέτουν τη συλλογή διηγημάτων Άτιτλα Κείμενα του πρωτοεμφανιζόμενου Γιώργου Νικολάου, ούτε η πολυσύνθετη πλοκή, ούτε η σκιαγράφηση χαρακτήρων αποτελούν το διακύβευμα. Αντίθετα, γίνεται σταδιακά σαφές στον ανυποψίαστο αναγνώστη ότι και τα δύο απουσιάζουν σχεδόν τελείως. Η αναγνωστική απόλαυση παραμένει εντούτοις υψηλή στο σύνολο των αφηγημάτων, που διαδέχονται το ένα το άλλο διατηρώντας αμείωτο τον στακάτο ρυθμό και τον ρέοντα λόγο τους.  Σε τι αφορά λοιπόν αυτό το παράδοξο πρώτο βιβλίο;

Ήδη από την πρώτη σελίδα, το βιβλίο πείθει για την ποιότητα της γραφής, την ακρίβεια της έκφρασης και την ειλικρίνεια του ύφους. Το τελευταίο, μένοντας πιστό στις καταστάσεις που επιδιώκει να εκφράσει με όλο το συναισθηματικό τους φορτίο εναλλάσσεται από διήγημα σε διήγημα. Έτσι, στο ο.(όμικρον), όπου ένας τυπογράφος, που εκδίδει αδιάκριτα και καιροσκοπικά λογής λογοτεχνήματα, ανταποκρινόμενος στην πρωτοφανή γραφομανία των καιρών μας και σατιρίζοντας τις διογκούμενες παθολογίες του λογοτεχνικού κατεστημένου, ο Νικολάου φτάνει, στις καλύτερες στιγμές του, στα παγερά ύψη της αδέκαστης σελινικής παρατηρητικότητας και του δαιμονικού της κλαυσίγελου.

Στο α.(άλφα) , η έκκληση βοήθειας προς ένα γιατρό εκ μέρους των ασθενών του, γίνεται αφορμή για την ανάλυση της πιο παραμόνιμης και ανεξάλειπτης παθολογίας, αυτής που είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη κατάσταση. Η ηττημένη αγανάκτηση, ο επώδυνος ρεαλισμός και η αβάσταχτη τιμιότητα με την οποία εκφέρει ο αφηγητής τις διαγνώσεις του για τα νοσηρά συμπτώματα της (ξοδεμένης) ζωής και του θανάτου των συνανθρώπων του θυμίζουν την εξεγερμένη ειρωνεία και την ανθρωπογνωστική διορατικότητα του ανθρώπου του νοστογιεφσκικού Υπογείου.

Τέλος, στο ψ.(ψί) ο πρωταγωνιστής, αφού βρεθεί με το κάρο του αβοήθητος στη μέση ενός ποταμού εξαιτίας ενός ατυχήματος, θα βρεθεί το ίδιο απρόοπτα αντικείμενο παρατήρησης, σχολιασμού, συγκατάβασης, χλεύης και παρανόησης εκ μέρους του πατέρα, του μεγάλου αδελφού και των χωροφυλάκων που σπεύδουν να τον συνδράμουν να βγει από κενό στο οποίο έπεσε, κρατώντας τον παράλληλα δέσμιο της αυτοεικόνας στην οποία η δική τους λειψή και νωθρή αντίληψη για το άτομο του τον έχει εδώ και χρόνια καταδικάσει. Η κλινική ψυχραιμία, ο αμέτοχος ρεαλισμός και το ανατριχιαστικό χιούμορ με το οποίο εκτίθενται οι δυσλειτουργίες των οικογενειακών και γενικά των ανθρώπινων σχέσεων εκ μέρους ενός παρία και καταδικασμένου, αναβιώνουν επιτυχώς την ιδιότυπη φρίκη μιας καφκικής κατάστασης μαζί με όλη της την ειρωνεία.

Ήδη με αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις τρία πράγματα καθίστανται σαφή: 1) ο Νικολάου αξιοποεί τις επιρροές του καίρια και τις ενσωματώνει έντεχνα σε κείμενα που, κάνοντας χρήση μιας κλασικότροπης γραφής και οπτικής, επιχειρούν να διαυγάσουν τις πρωτοφανείς υπαρξιακές περιπλοκές και αισθήματα του χαοτικού σήμερα.2) τα κείμενα του Νικολάου, παρά το κλασικότροπο ύφος τους, είναι μεταμοντέρνα, καθότι υβριδικά στον ύψιστο βαθμό: τον εσωτερικό μονόλογο διαδέχονται δοκιμιακά αποσπάσματα, ακολουθούμενα από περιγραφές, παρατηρήσεις και σημειώσεις που ξεφεύγουν πάντα από τον αντικειμενικό-ειδικό χαρακτήρα τους για να καταλήξουν στο αποφθεγματικό με τις πανανθρώπινες και διαχρονικές αποφάνσεις τους. 3) Με την έμφαση τους στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση (ελάχιστες ιστορίες εξαιρούνται αυτού του κανόνα) και την πεισματική άρνηση να κατανομαστεί ο ήρωας ή να ενταχθεί σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο τεκταινομένων, έχει κανείς την εντύπωση πως πραγματικός πρωταγωνιστής  αυτών των ιστοριών είναι μια πανταχού παρούσα και τα πάντα παρατηρούσα συνείδηση, που ξέρει να εντοπίζει το προβληματικό, το διφορούμενο, το αβάσταχτο (με μια λέξη :το αληθινό) και να το εκθέτει στο φως με σχεδόν διαστροφική εμμονικότητα.

Και είναι ακριβώς εδώ που έγκειται η πρωτοτυπία και η αξία του έργου του Νικολάου. Γιατί αυτή η υπερτροφική συνείδηση που ειρωνεύεται, ξεσκεπάζει, αγανακτεί και καυτηριάζει, δεν είναι η υποκειμενική φωνή του συγγραφέα. Πιο πιθανό είναι να είναι η δική μας αποκοιμισμένη συνείδηση, που για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο έμεινε αδιατάρακτη στους παράξενους και διαταραγμένους ήρωες των Άτιτλων Κειμένων. Σε ένα κόσμο που είναι αρκετό χαοτικός για να αγωνίζεται, αρκετά εύθυμος για να σκέφτεται, αρκετά απάνθρωπος για να ελπίζει και αρκετά υποψιασμένος για να απογοητεύεται και να επαναστατεί, οι αφηγητές των ιστοριών κάνουν ακριβώς αυτά. Επωμίζονται μόνοι όλο το άχθος της ύπαρξης και γι‘ αυτό καταρρέουν, τρελαίνονται, αγανακτούν. Λες και η αυτοκαταστροφή να ήταν η μόνη δυνατή ελευθερία μέσα στην απόλυτη και χαρωπή ομοιομορφία του κόσμου. Λες και ο σολιψισμός τους να αποτελεί στην πραγματικότητα την τελευταία κοιτίδα συναισθήματος που τούς απέμεινε. Λες και η κατάρρευση να είναι η μόνη έντιμη διέξοδος, η ίδια η οντολογική προυπόθεση του ανθρώπινου συναισθήματος σε έναν κόσμο όπου η ευδαιμονία έχει ταυτιστεί με την αδιαφορία.

Για την πρωτοτυπία, τη δύναμη και την ειλικρίνεια της, η πρώτη αυτή συλλογή του Γιώργου Νικολάου αποτελεί, παρά τις όποιες αδυναμίες της, εκδοτικό γεγονός για τα κυπριακά και τα ευρύτερα ελληνικά γράμματα και αξίζει  με βεβαιότητα την προσοχή μας.

Γιώργος Παναγή