Του
Γιώργου Τ. Γεωργίου*

 

Μέσα από τους προϋπολογισμούς του κάθε Υπουργείου αναδεικνύεται το στίγμα, η αντίληψη και η φιλοσοφία που χαρακτηρίζει τις πολιτικές των κυβερνώντων. Στο πλαίσιο συζήτησης του Προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας ενώπιον των Επιτροπών Οικονομικών και Υγείας για το 2020, διαπιστώθηκε για άλλη μια φορά ότι οι κυβερνώντες στερούνται οράματος για την υγεία, καταθέτοντας έναν προϋπολογισμό που δεν ανταποκρίνεται στις τεράστιες ανάγκες των Δημοσίων Νοσηλευτηρίων. Στην ουσία απουσιάζει παντελώς ο σχεδιασμός και το πρόγραμμα.

Το 2019 αποτέλεσε χρονιά ορόσημο, αφού από την 1η Ιουνίου έχει τεθεί σε εφαρμογή η λειτουργία της πρώτης φάσης του ΓεΣΥ, όπως η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την 16η Ιουνίου 2017. Παράλληλα, από την ημερομηνία εφαρμογής του ΓεΣΥ, τα Δημόσια Νοσηλευτήρια, πλέον υπό τη διοίκηση και εποπτεία του ΟΚΥπΥ, καλούνται να προσαρμοσθούν στο νέο περιβάλλον που δημιουργείται ανακτώντας πλέον έσοδα στη βάση των παρεχόμενων υπηρεσιών που προσφέρουν προς τους δικαιούχους του Συστήματος.


Ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Υγείας για το 2020 ανέρχεται στα €926.000.000, συμπεριλαμβανομένων των €418.200.000 και αποτελεί το 10,06% του συνολικού Προϋπολογισμού του Κράτους. Σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2020 – 2022, το Υπουργείο Υγείας καλείται να καλύψει τις ανάγκες του με αυξημένο προϋπολογισμό κατά €159 εκ. περίπου σε σχέση με τον Προϋπολογισμό για το έτος 2019, αφού συμπεριλαμβάνεται η συνεισφορά της κυβέρνησης για τη δεύτερη φάση του ΓεΣΥ, και περαιτέρω οι υπηρεσίες που προσφέρονται από τα Δημόσια Νοσηλευτήρια του ΟΚΥΠΥ και θα ενταχθούν στη 2η φάση του ΓεΣΥ, προσφέρονται δωρεάν στους δικαιούχους που κατέχουν κάρτα νοσηλείας μέχρι την 1η Ιουνίου 2020.

Ο Υπουργός Υγείας παρουσίασε μια ιδεατή κατάσταση, η οποία πόρρω απέχει από την πραγματικότητα που ζει ο κόσμος καθημερινά στα νοσοκομεία. Δυστυχώς, τα νοσοκομεία πάσχουν από έλλειψη στελέχωσης, τόσο σε ιατρικό όσο και σε νοσηλευτικό και παραϊατρικό προσωπικό. Το ίδιο συμβαίνει και στον εξοπλισμό. Γιατί πρέπει να ταλαιπωρούνται οι ασθενείς αναζητώντας λύσεις για την υγεία τους και να πηγαίνουν από το ένα άκρο της Κύπρου στο άλλο για να κάνουν τις εξετάσεις τους; Ή γιατί να μην υπάρχει ένα MRI σε όλα τα Νοσοκομεία της Κύπρου; Καθυστέρηση παρατηρείται και με τις επεκτάσεις των Δημοσίων Νοσηλευτηρίων, που δεν έχει γίνει τίποτα μέχρι τώρα. Στο Γενικό Νοσοκομείου Λεμεσού συζητείται χρόνια τώρα η επέκτασή του και ακόμα δεν λήφθηκε η τελική απόφαση. Προτιμούν κάποιοι να κάνουν ιατρική στους διαδρόμους και στα κοντέινερ. Το ίδιο με το Νοσοκομείο της Λάρνακας, όπου δόθηκε νέα παράταση στην παράδοση της νέας πτέρυγας. Παρά ταύτα, ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ν. Αναστασιάδης, είχε εξαγγείλει παράδοσή του το 2018!
Επίσης, διερωτόμαστε τι θα γίνει με τις εκκρεμότητες που υπάρχουν σε ό,τι αφορά τα αιτήματα των ιατρών του ΟΚΥΠΥ και πόσοι κίνδυνοι δημιουργούνται από τη μη έγκαιρη επίλυση αυτών. Αγωνιούμε και ανησυχούμε ενόψει εφαρμογής της 2ης φάσης του ΓεΣΥ, της ενδονοσοκομειακής περίθαλψης την 1η Ιουνίου 2020. Αν δεν υπάρχει έγκαιρη στελέχωση και εξοπλισμός των Δημοσίων Νοσηλευτηρίων, οι κίνδυνοι είναι ορατοί. Δεν θα είναι σε θέση τα Δημόσια Νοσηλευτήρια να ανταποκριθούν. Δεν θα μπορέσουν να αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά του ΓεΣΥ, πόσω μάλλον να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό του ιδιωτικού τομέα.

Καθιστούμε απολύτως υπεύθυνη την κυβέρνηση Ν. Αναστασιάδη και το αρμόδιο Υπουργείο Υγείας για τις ελλείψεις και τις παραλείψεις τους για το γεγονός ότι δεν φροντίζουν ως οι διακηρύξεις τους να προχωρήσουν στην ομαλή αυτονόμηση των νοσηλευτηρίων και τη λειτουργία του ΓεΣΥ.

*Βουλευτής ΑΚΕΛ