Του Aceras Anthropophorum

Άκουα τον δίσκον με την μικρήν μεσαιωνικήν μουσικήν του Γιώργου του Κάρβελλου. Έπαιζεν το κομμάτιν που ονόμασεν Αροδαφνούσα. Ενώ εψηλάφουν την μουσικήν να την αισθανθώ που κοντά, άρπα, πάνω σ΄άνεμον, εξισ̆είλησεν που μέσα μου ένας ποταμός συγκίνησης που δεν εμπόρηα να κουμαντάρω. Ευτυχώς εν είσ̆εν κανέναν έσσω τζ̆αι άφησα ελεύθερην την συγκίνησην να εκφραστεί. Επήρεν την μορφήν μιας αίσθησης ότι κάτι εχόγλαζεν που μέσα τζ̆αι με κάθε εκπνοήν έφκαλλεν έξω λαμπρόν. Εγίνην δάκρυκα που μιλλιάναν τα μμάθκια τζ̆΄επογιαλώσαν. Εγίνην καρκιά που φάκκαν ταχύρυθμα τζ̆΄εψηλώννεν την έντασην μες τον εγκέφαλον.

Τί εν τούτον;

Ύστερα που τρεις στιγμές απουσίας που τον ορθολογισμόν, ήρταν πίσω οι νότες που τα ακουστικά του τηλεφωνουθκι̮ού που έπαιζεν την μουσικήν που το γιούττιουπ. Άκουα τες νότες τζ̆΄εθώρεν τες η φαντασία μου να ρέσσουν τζ̆αι να περνούν που μπροστά μου, όπως εθώρεν ο μεσαιωνικός τρουβαδούρος τα άθθη να ππέφτουν πας την Αροδαφνούσαν, τζ̆αι να μυρωθκι̮οκοπούν μόλις ιντζ̆ίζουν πάνω της. Κάθε αθθός που εκουβάλούσαν οι νότες που τους αιώνες εγλυκάνισκεν μου την αύραν της συγκίνησης τζ̆΄επραΰνισκεν μου την έντασην. Είναι απίστευτη η δύναμη που έχουν οι μουσικές με δίχα λόγια να μεταμορφώννουνται τζ̆αι να μεταμορφώννουν δικά σου συναισθήματα. Οι νότες μπορεί να γινούν αθθοί που μουσκομυρίζουν τον κόσμον, μπορεί να γινούν βάλσαμον ν΄απαλυνίσκουν μιαν συγκίνησην, ή φτερά τζ̆αι να σ΄ελευθερώννουν που τα όρια που σου βάλλει η ύλη του κόσμου σου.

Τζ̆ειαμαί εσυνειδητοποιήσα πως ήμουν φορτωμένος με απόγνωσην που μέρες. Μιαν εφτομάδαν έσφιγγα την καρκιάν μου τζ̆΄έκαμνα την πέτραν, να μεν αισθάνεται το γαίμαν το μαρκωμένον που τον φόον, να μεν θωρεί την νοσσιάν του κακού που θα μπορούσεν να ΄ρτει. Η λογική επαράλυεν το συναίσθημαν ώστι να έρτουν τ΄αποτελέσματα της βιοψίας. Μόλις η σικκίρτιση εχαλάρωσεν νάκκον που την μουσικήν, ότι εσυνάχτην τζ̆΄επέτρωσεν, αμαλάθκι̮ανεν τζ̆΄έκαμεν ούλλον έξω σαν τον χόγλον του ηφαιστείου που ξαπολά.

Έργα που δεν σου τα μπουκώνει η αγορά

Ήταν τούτην την παράξενην εφτομάδαν που έκατσεν να έβρω τες μουσικές του Γιώργου τζ̆αι να τες ακούω πας το ίντερνετ. Πρώτην φοράν εγνώριζα τον δίσκον τζ̆΄ας εν γραμμένος χρόνια τωρά. Έτσι εν με τα έργα που δεν σου τα φέρνει να σου τα μπουκκώσει η αγορά. Θα τα ακούσεις όποτε έρτει. Άκουα τζ̆΄εξανάκουα τα κομμάθκια πίσω τ΄άλλου, χωρίς να θέλω να κάμνω ερμηνείες τί αισθάνουμαι. Πέραν που τους τίτλους που είσ̆εν πας σε κάθε κομμάτιν τζ̆αι τον γεννικόν τίτλον που έγραφεν πας το σιντί « A little medieval music », η μουσική δεν έφερνεν άλλα μηνύματα σε λόγια. Ήταν ούλλα σε νότες, σε μελωδίες, σε ρυθμόν.

Ήταν μια εφτομάδα που ήμουν μόνος μου, τζ̆αι δουλειάν τζ̆αι σπίτιν. Επερίμενα τα αποτελέσματα. Ο ορθολογισμός υποσχέθηκεν της λογικής να μεν ισκέφτεται τζ̆αι να μεν κάμνει σενάρια πριν να έχει τα δεδομένα, να μεν μπαίννει σε αγωνίαν αδίκως. Έτσι όπως είχα την ελευθερίαν της κίνησης μόνος μου έσσω, άκουα τζ̆΄επροσπάθουν να κάμω δικές μου τες νότες του Γιώργου αυτοσχεδιάζοντας χορούς. Είναι χορεύκοντας το πρώτον κομμάτιν του δίσκου, που ένωσα για μιαν στιγμήν με δίχα να το καταλάβω, την απόγνωσην του Πέτρου του Α, που ΄μεινεν με την Ρήγαιναν “τζ̆΄έν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν”.

Επόφυα της απόγνωσης με έναν αυτοσχεδιασμόν αποδομημένου πρώτου αντρικού καρτζ̆ιλαμά πας τον ρυθμόν του Ρε Αλέξη, πον το δεύτερον κομμάτιν του δίσκου. Τζ̆αι ο Ρε Αλέξης ένας άντρας σε απόγνωσην ήταν, όι όμως γιατί εν είσ̆εν πκι̮ον κανέναν, όπως τον Ρήγαν, αλλά γιατί έν είσ̆εν τίποτε. Εξισ̆είλαν μέσα του ο θυμός, να τρων ούλον τον καρπόν οι ευγενείς τζ̆αι να του μεινίσκει τζ̆είνου ο κόπος, η ξημαρισ̆ιά τζ̆αι η υποτίμηση. Τελικά, είτε Ρήγας εν το πλάσμαν, είτε μισταρκός, η διαφορά του πως εν να του κάτσει η απόγνωση, είναι αν ιμπόρει να δράσει η όι. Αν έσ̆ει την δύναμην να κάμει κάτι ή αν πρέπει να θέσει την δράσην σε αναστολήν.

Η μουσική του Ρε Αλέξη πατά τραππηητά πας τον ρυθμόν 9/8 του Κυπριακού καρτζ̆ιλαμά, τζ̆αι διά σου φτερά ν΄αννοίεις τες γαλάτες σου όπως άμαν την χορεύκεις. Διά σου ελευθερίαν να διαφύγεις που τ΄άσ̆σ̆ημα πον να δώκουν πάνω σου.

Μιαν εφτομάδαν με δίχα να μπορώ να κάμω τίποτε εκτός που ν΄αναμένω, εσύναξα κάγριν του βάρου μου, τζ̆αι το μόνον που εμπόρηα να κάμω για να δράσω, ήταν να ακούω μουσικές τζ̆αι μέσα-μέσα να κάμνω τες νότες κίνησην. Πας τον Γιούττιουπ έσ̆ει τες μουσικές του κόσμου ούλλου, αλλά εγώ εκόλλησα πας το « little medieval music » του Κάρβελλου. Που τον ρυθμόν 9/8 του Ρε Αλέξη, επέρνουν εις τα 2/4 του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου που έρκεται ύστερα που την Αροδαφνούσαν. Το φκιολίν της μουσικής τούτης εδιαπέρναν μου την ύπαρξην τζ̆΄έφερνεν με να επικοινωνήσω με τον άθρωπον που πολέμαν μες τα τεισ̆ιά της πόλης μου 447 χρόνια πριν, καρτερώντας να νεφάνει το καράβιν που την Βενεδκι̮άν να ποσπάσει τον κόσμον που την πολιορκίαν.

Οι Πάπες τζ̆αι οι Ρηγάες όμως της Ευρώπης, πέμπουν στρατούς εις τον τόπον μου μόνον άμαν εσ̆ει να φάει ή άμαν έσ̆ει να χάσει ο δικός τους θρόνος, όι επειδή συγκινούνται που το ποιός εν να ζήσει, ή ποιός εν να πεθάνει στην νάκραν της Μεσογείου. Έσ̆ει σχέσην τελικά ο Ρε Αλέξης που έβαλεν ο Γιώργος πριν την Αροδαφνούσαν με τον Βραγαδίνον που έβαλεν μετά. Τζ̆αι οι θκυ̮ό επολεμήσαν μέχρι τέλους. Ο πρώτος έχασεν που τον στρατόν που επέψαν οι Ευρωπαίοι να τον ποτελειώσει, όταν τους έπιαεν ο φόος πους εν να κολλήσει τζ̆αι το βασίλειον τους επανάστασην. Ο δεύτερος έχασεν πολεμώντας να καρτερά 11 μήνες τον στρατόν που δεν ήρτεν που την Ευρώπην να τον ποσπάσει που τους οθωμανούς τζ̆΄έππεσεν η Αμμόχωστος στα σ̆έρκα των πολεμιστών του Λαλά Μουσταφά.

Για κάποιον παράξενον λόγον, γυρεύκοντας κινήσεις που να χορεύκουν τον Βραγαδίνον του Κάρβελλου, ήρτεν μου η εικόνα του Κληρίδη να κάθεται μες το Μεγάλη Βρεττανία στην Αθήναν. 1974, τρεις ημέρες πριν την δεύτερην εισβολήν, μόλις έφκην που το πρωθυπουργικόν γραφείον του Καραμανλή. Εχόρεφκα τον Βραγαδίνον, τζ̆΄εθώρουν τον Κληρίδην την ώραν που έσπασεν για μερικές στιγμές, την ώραν που λούθην το κλάμαν τζ̆΄ελάλεν του συνοδού του “τί θα γινεί ο κόσμος”;  Ίσως εν τζ̆είνην την στιγμήν που εκατάλαβεν ότι πάνω σε καμιάν μακρυνήν χώραν, πάνω σε κανέναν μακρυνόν άρχονταν άλλου τόπου, οι Κυπραίοι δεν μπορούν να βασιστούν. Ίσως να εν τζ̆είνην την στιγμήν που ασπάστην την ομοσπονδίαν, να ζήζουμεν σε ειρήνην με τους Τουρκοκυπρίους να γλυτώσουμεν που τους ξένους. Τρεις ημέρες μετά την απόγνωσην του Κληρίδη, είδα με τα μμάθκια μου «τί θα εγίνετουν ο κόσμος». Τί θα εγίνετουν η πόλη του Βραγαδίνου. Αεροπλάνα να σπέρνουν πόμπες, κολώνες  κόσμος, άλλοι παρπατητοί, άλλοι τίγκα μες τ΄αυτοκίνητα, φορτωμένοι πας τα τράχτα τζ̆αι πας τες καρρότσες, τζ̆΄εγώ καθιστός με τ΄αδέρκι̮α μου πας σε τρεις ποξ̆άες υπάρχοντα. Πάντα Δευτερογιούνην τζ̆΄Άουστον ρίφκει λαμπρόν ο ουρανός της Αμμοχώστου τζ̆αι κρούζει τον κόσμον της. Τί κίνησην να έβρω ρε Γιώρκο να χορέψω την πόλην μου που ππέφτει, όπως την εζωγράφισες με τες νότες που αφιέρωσες του Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου;

Εσκέφτουμουν ότι δεν πρέπει να αγωνιώ. Ότι έρτει, αντιμετωπίζεις το. Πως να μεν αγωνιάς όμως, άμαν δεν μπορείς να κάμεις άλλον που να καρτεράς; Κρατεί σε στέκοντα ο ορθολογισμός τζ̆αι παντά που τον ορίζονταν την υστερίαν, σαν υστάτην άμυναν. Γυρεύκεις τρόπον να μεταβολήσεις το συναίσθημαν, ή να το απωθήσεις άμαν έν το σώννει άλλον η ύπαρξη σου. Αλλά μεταβολίζεται η πέτρα; Μεταβολίζεται το μολύβιν;

Μετά τον Ρε Αλέξην η Αροδαφνούσα

Σκέφτουμαι ούλλα τα ζώα που αγάπησα τζ̆αι προσπαθώ να καταλάβω πως διαχειρίζουται την απόγνωσην που δεν έχουν την τέχνην σύντροφον να τους ιστήρίζει, να τους διά δύναμην να αισθανθούν κάτι που να το αντέχουν, να τους διά διέξοδον πράξης την ώραν που σε κατάστασην απόγνωσης δεν ιμπορούν να δράσουν. Σκέφτουμαι τα πλάσματα στον μεσαίωναν, που τον έβαλεν  τίτλον πας τον δίσκον του ο Γιώργος. Τί ζωή ήταν για να θέλεις να την ιζήσεις άμαν ήσουν που τους πουκάτω; Εξανάβαλα τον Ρε Αλέξης, τζ̆αι χόρεψα τον ξανά, να νοιώσω την απάντησην.

Μετά τον Ρε Αλέξην η Αροδαφνούσα πάλε. Άκουα την για νιοστήν φοράν που έκοψεν το γιούτιουπ τζ̆΄έφκην ομπροστά το τηλέφωνον.

— «Εν ούλλα καθαρά. Είδες που δεν άξιζεν τον κόπον να αγωνιάς για το τίποτε; Μιλούμεν πιό ύστερα». Τζ̆΄έκλεισεν.

— «Ευτυχώς», επρόλαβα να πω, τζ̆αι πριν να φτάσω να ρωτήσω “είσαι καλά; τί είπαν οι γιατροί…”, το γιούτιουπ είσ̆εν ήδη ξαναφκεί μπροστά αυτόματα, που το σημείον της μουσικής που είσ̆εν διακοπεί που το τηλεφώνημαν.

Έριφκεν αθθούς με τες νότες του Γιώργου. Αννοίαν φύλλα – φύλλα μες την φαντασίαν μου οι φορεσ̆ιές που φόρησεν η Αροδαφνούσα. “Τέλλια πουπάνω ΄φόρησεν, τα μαρκαριταρένα…” Πουκάτω εθώρουν τα χρυσά τζ̆αι πιο πουκάτω τα πλουμιστά…  Το κορμίν μου εσυχρονίστην που μόνον του με τον ρυθμόν τζ̆αι η κίνηση ακολούθαν την θείαν οπτασίαν: “εσείστην τζ̆΄ελυγίστην τζ̆΄εψιντροκανατζ̆ίστην…”.

Ακριβώς σε τζ̆είνην την στιγμήν ήταν που η μουσική εμαλάθκιανεν την ψυσ̆ήν μου τζ̆αι άφηκεν την ύπαρξην να αισθανθεί την πετρωμένην απόγνωσην να λιώννει τζ̆αι να τρέσ̆ει έξω σιονωτή να εξαχνωθεί.

Μας έχεις Like στο Facebook ;