Ψυχική υγεία: Στίγµα, αποδοχή και παθογένειες του συστήµατος

  • Εγκληµατίες χωρίς έγκληµα και θύµατα που µετατρέπονται σε θύτες.
  • Πόσο εύκολο είναι ένας άνθρωπος µε ψυχικά νοσήµατα ή τοξικοεξαρτηµένος να αντιµετωπίζεται από την κοινωνία και το κράτος όπως θα έπρεπε, δηλαδή ως ένας φυσιολογικός άνθρωπος µε ιδιαιτερότητες;
  • Τι κάνει το κράτος και πώς οι δοµές συµβάλλουν στην ανθρώπινη αντιµετώπιση;
  • ∆υστυχώς, το στίγµα και ο κοινωνικός αποκλεισµός τού εκάστοτε ψυχικά νοσούντος ή εξαρτηµένου, συµβάλλουν σε µεγάλο βαθµό στα αντίθετα αποτελέσµατα από τα επιθυµητά -της αποδοχής και της προόδου.

Του Κυριάκου Λοΐζου

«∆υστυχώς στην Κύπρο υπάρχει ένα τεράστιο κενό ανάµεσα στο στάδιο της θεραπείας και της επανένταξης στην κοινότητα, το οποίο οφείλεται εν µέρει σε διάφορες θεσµικές δυσκολίες (απαρχαιωµένη νοµοθεσία, προβληµατική λειτουργία υπηρεσιών κ.λπ.) και εν µέρει στο κενό ανάµεσα στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευηµερίας», ανέφερε στη «Χαραυγή» ο ∆ρ Γιώργος Μεταξάς, συµβουλευτικός ψυχολόγος, ο οποίος διαθέτει µεγάλη εµπειρία µε άτοµα που αντιµετωπίζουν ψυχικά νοσήµατα, είτε από κάποια ψυχοπαθολογία είτε από χρήση ουσιών.

Μιλώντας για την εικόνα των δοµών ψυχικής υγείας και τις προσπάθειες που καταβάλλονται από ειδικούς, ο ∆ρ Μεταξάς ήταν κατηγορηµατικός: Παρά τις διακηρύξεις που έχουµε δει πολλές φορές και τις ανακοινώσεις για αναδιάρθρωση, αναβάθµιση κ.ο.κ. των υπηρεσιών, η πραγµατικότητα δεν επιβεβαιώνει την αισιοδοξία και την «καλή εικόνα» που επιθυµούν να προσδώσουν οι αρµόδιες υπηρεσίες.

Στην ουσία, εάν µιλήσετε µε άτοµα που έχουν ψυχιατρική εµπειρία θα σας επιβεβαιώσουν την απουσία προγραµµάτων εργασιακής αποκατάστασης και τις προβληµατικές υπηρεσίες φροντίδας (π.χ. τοποθετούνται σε στέγες ηλικιωµένων όπου δεν υπάρχει καµιά εξειδικευµένη φροντίδα για άτοµα µε προβλήµατα ψυχικής υγείας, κονιορτοποίηση του προγράµµατος «Ψυχοεκπαίδευση στις δεξιότητες διαχείρισης της καθηµερινότητας» που είχε ανακοινωθεί από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευηµερίας το 2018 κ.λπ.).

Παράλληλα, εκτός των θεσµικών κενών, τα άτοµα αυτά έρχονται αντιµέτωπα και µε το στίγµα, τόσο σε κοινωνικό επίπεδο (ΜΜΕ, εργοδότες κ.λπ.) όσο και μέσα στις οικογένειές τους.

Πώς όµως αυτοί οι άνθρωποι αντιµετωπίζονται από τις κρατικές υπηρεσίες και ποιες είναι οι παθογένειες που υπάρχουν εδώ και δεκαετίες;

Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις του Παγκόσµιου Οργανισµού Υγείας για ενίσχυση των υπηρεσιών που σχετίζονται µε την ψυχική υγεία, δυστυχώς στην Κύπρο συνεχίζουν αυτά τα ζητήµατα να είναι ο «φτωχός συγγενής», τόσο σε επίπεδο προϋπολογισµών όσο και σε επίπεδο υλοποίησης προγραµµάτων.

Στην ουσία, αυτοί οι άνθρωποι αντιµετωπίζονται ως «ελλειµµατικοί» και όχι ως ισότιµα µέλη της κοινωνίας. Αυτό εκφράζεται τόσο σε σχέση µε την κατάσταση της νοσηλείας (π.χ. κακές κτιριακές υποδοµές, «υπερεξουσίες» των συγγενών σε θέµατα επιλογής θεραπείας, προβληµατική στελέχωση σε επαγγελµατίες ψυχικής υγείας κ.λπ.), όσο και σε σχέση µε τις δυνατότητες πλήρους κοινωνικής ενσωµάτωσης µετά τη νοσηλεία (π.χ. απουσία εξειδικευµένων προγραµµάτων).

Το ζήτηµα ξεκινά µε την άµεση ανάγκη για αναθεώρηση του υφιστάµενου νοµικού πλαισίου, κατά την ετοιµασία του οποίου θα πρέπει να ακουστεί και η φωνή των ατόµων µε ψυχιατρική εµπειρία σε ένα πλαίσιο ισότιµης διαβούλευσης, ώστε να µη γίνονται πράγµατα για αυτά τα άτοµα χωρίς αυτά, τόνισε ο κ. Μεταξάς,  κάνοντας στη συνέχεια ιδιαίτερη αναφορά στον αποκλεισµό αυτών των ανθρώπων εξαιτίας της υφιστάµενης νοµοθεσίας.

«Κατ’ αρχάς υπάρχει σοβαρό ζήτηµα στον προσδιορισµό της επικινδυνότητας και, ως συνέπεια αυτού, αδυναµία µεταχείρισης των ατόµων αυτών σύµφωνα µε έναν εξατοµικευµένο τρόπο. Υπάρχουν σχετικά νοµοθετικά πλαίσια, π.χ. στο Ηνωµένο Βασίλειο, από όπου µπορούµε να αντλήσουµε πληροφόρηση. Παράλληλα, υπάρχει άµεση ανάγκη για δηµιουργία δοµών στην κοινότητα παροχής εξειδικευµένης φροντίδας προς τα άτοµα αυτά και όχι απλώς τοποθέτησή τους σε στέγες ηλικιωµένων, µε ταυτόχρονη λειτουργία προγραµµάτων εργασιακής αποκατάστασης, παροχή υπηρεσιών εργασιακής επανένταξης, προγράµµατα παροχής βοήθειας για διαχείριση διάφορων ζητηµάτων καθηµερινότητας και άλλα».

Ένα ερώτηµα το οποίο ψάχνει απάντηση, είναι µε ποιο τρόπο µπορεί να γίνει πιο ανθρώπινο το πλαίσιο για αυτές τις οµάδες ανθρώπων.

«Το πρώτο βήµα θεωρώ πως βρίσκεται στην ανακίνηση του θέµατος και στη συνειδητοποίηση του προβλήµατος. Αρχικά πρέπει να γίνουν διάφορα βήµατα για αντιµετώπιση του στίγµατος και ευαισθητοποίησης αρχικά των δηµοσιογράφων ως προς τους τρόπους παρουσίασης του ζητήµατος και ακολούθως της κοινωνίας. Για παράδειγµα, όταν υπάρξει κάποιο ειδεχθές έγκληµα διαβάζουµε τίτλους όπως «µανιακός δολοφόνος» κ.λπ. Σύµφωνα όµως µε τις έρευνές µας, τα άτοµα µε ψυχιατρική εµπειρία είναι πιθανότερο να είναι θύµατα παρά θύτες βίας», υπογράµµισε ο ∆ρ Μεταξάς.

Πάντως, η δυσανάλογη προβολή της «επικινδυνότητας» των ατόµων αυτών συντείνει στη µεταχείρισή τους συχνά ως «εγκληµατιών χωρίς έγκληµα».

Όπως καταληκτικά σηµείωσε ο ∆ρ Μεταξάς, «µέσω της διαφοροποίησης της στάσης της κοινωνίας απέναντι στα άτοµα αυτά θα επέλθει και η διαφοροποίηση της απαίτησης της κοινωνίας από τους θεσµούς. Παράλληλα, είναι εξαιρετικής σηµασίας η παροχή δυνατότητας προς τα άτοµα µε ψυχιατρική εµπειρία να εκφράσουν την εµπειρία τους και να ακουστούν, γιατί ποιος ή ποια θα µας περιγράψει καλύτερα τις ανάγκες τους από τα ίδια τα άτοµα;»

«Άθλιες συνθήκες, απουσία κράτους και απόλυτη κοινωνική παραµέληση…»

«Νοσηλεύτηκα αρχικά στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας της Αθαλάσσας, λόγω του ότι διαγνώστηκα µε διπολική διαταραχή (µανιοκατάθλιψη) και µετά στην ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκοµείου Λευκωσίας.

Όταν νοσηλεύτηκα στο Κέντρο της Αθαλάσσας, η εµπειρία µου δεν ήταν ευχάριστη. Ερήµην µου, βγήκε ένταλµα για να κλειστώ στη δοµή, ενώ όταν πήγα το πρώτο πράγµα που έγινε ήταν να δεχθώ µία ένεση για καταστολή και µετά µε έριξαν σε ένα κρεβάτι», ανέφερε ο Σ.Σ., ο οποίος πλέον αντιµετωπίζει µόνος του την ασθένειά του χωρίς καµία υποστήριξη από το κράτος.

«Πριν σε δει ο οποιοσδήποτε γιατρός, δυστυχώς, πρέπει να βάλεις την ένεση, κάτι το οποίο είναι απάνθρωπο», είπε ο Σ.Σ., ενώ στη συνέχεια αναφέρθηκε στις δοµές του Κέντρου.

«Η κατάσταση ήταν το λιγότερο τριτοκοσµική και άθλια, καθώς τα µπάνια και οι τουαλέτες έµοιαζαν να είναι για ζώα και όχι για ανθρώπους. Στα δωµάτια υπήρχαν µεγάλα κάγκελα, που σου έδιναν την αίσθηση της απόλυτης στέρησης της ελευθερίας, κάτι που ήταν ουσιαστικά πραγµατικό. Η συµπεριφορά του προσωπικού ήταν τέτοια που έχω ακόµη τραύµα εξαιτίας αυτού, ενώ το γεγονός ότι είχαν εξουσία πάνω µου, αυτό έκανε την κατάσταση χειρότερη».

Σχετικά µε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν όταν βγήκε από την Αθαλάσσα, ο Σ.Σ. ήταν αφοπλιστικός: «Ξεκάθαρα και χωρίς δεύτερη σκέψη, βγήκα σε πολύ χειρότερη κατάσταση από όταν µπήκα».

Βγαίνοντας στην κοινωνία, η αντιµετώπισή του από τους αρµόδιους φορείς ήταν συνέχεια των πιο πάνω.

«Όταν βγήκα, υπήρχε πλήρης απουσία της Πολιτείας, ενώ όσον αφορά την κοινωνία, ένιωσα την απόλυτη παραµέληση λόγω του στίγµατος του ψυχικά ασθενούς, που θαρρεί κανείς ότι δεν είµαστε άνθρωποι».

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.