ΓΡΑΜΜΕΣ

Έθιμα Θανάτου της Κωνσταντίας Σωτηρίου  (απόσπασμα)

[…] Η Σπασούλα τους Τούρκους καθόλου δεν τους ήθελε. Ήρθανε πήρανε τα σπίτια μας, μας σκότωσαν, μας έκαναν πρόσφυγες έλεγε. Και ούτε που τους κάναμε κι εμείς κακά παραδεχότανε. Αυτά που μας κάνανε αυτοί πολύ χειρότερα ήταν, έλεγε. Είχε και το θέμα με τον γιο της που τους κατηγορούσαν ότι έφεραν τους Τούρκους με αυτά που κάνατε αλλά δεν το παραδεχότανε. Αυτοί θα κάνανε ότι κάνανε, αιτίες πολλές είχανε, αφορμή ψάχναμε, έλεγε και τους Τούρκους καθόλου δεν ήθελε, να τους δει δεν μπόραγε. Μέχρι πήγαμε σε εκείνη την εκδήλωση για την κηδεία. Ήτανε τότε που εμείς βρήκαμε τον Γιωργάκη μας και τον θάψαμε αλλά της Σπασούλας τον γιο της καθόλου δεν βρήκανε. Μας κάλεσε η επιτροπή σε μια εκδήλωση, εμείς πως θα έρχονταν και Τούρκοι δεν ξέραμε, πως θα λέγανε τέτοια λόγια δεν ξέραμε, για αυτό το πήραμε μαζί και το παιδί. Μας κάθισαν τότε να μας πουν πως κάνουνε γενικά την ταυτοποίηση και πως κι άλλες μαρτυρίες για ομαδικούς τάφους θέλανε και πως αν ξέραμε κάποιον που ήξερε πληροφορίες να μας πει. Σηκώθηκε τότε μια Τουρκάλα στην ηλικία μου να πει πως όλα αυτά τώρα για τους νεκρούς του 74 που γίνονται βοηθήσανε να βρεθούνε και οι δικοί τους οι νεκροί που σκοτώθηκαν το 63 στις διακοινοτικές τις ταραχές, έτσι τις είπε διακοινοτικές επειδή μέσα στους μεγάλους τους τάφους που ανοίγανε τώρα έβρισκαν από κάτω και τους άλλους τους παλιούς τους νεκρούς. Σπασούλα που βρίσκανε τους άλλους νεκρούς;   Ήτανε κάτω κάτω θαμμένοι οι Τούρκοι που τους σκοτώναμε εμείς το 63 και πάνω πάνω οι άλλοι οι πεθαμένοι οι δικοί μας που τους σκότωσαν αυτούς οι Τούρκοι στην πρώτη και την δεύτερη εισβολή. Καλά δεν βρίσκανε άλλο τόπο να τους βάλουνε; Πηγάδια βρίσκανε και ξέρες μας είπε η Τουρκάλα, τόπους που είχε τρύπες και κοιλώματα, που γέμιζε παλιά νερό. Ρίχναμε εμείς τους δικούς τους στα πηγάδια μας, έριχναν μετά και αυτοί τους δικούς μας στον ίδιο τόπο, φύρδην μήγδην τα κόκκαλα, κάτω οι Τούρκοι πάνω οι Έλληνες, ύστερα έρχονταν βροχές, τα πηγάδια γεμίζανε, τα κόκκαλα ανακατεύονταν, για αυτό θέλανε τώρα τις επιτροπές να κάνουνε την ταυτοποίηση, κανένας δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος.

Κάτσαμε κι εμείς να σκεφτόμαστε ένα πηγάδι γεμάτο κόκκαλα ελληνικά και τούρκικα, ανάκατα μέσα στις ξέρες και τα πηγάδια και στεναχωρηθήκαμε. Είδαμε και την Τουρκάλα που έκλαιγε, σφιχτήκαμε. Στο δρόμο που επιστρέφαμε η Σπασούλα αμίλητη, εγώ που τόσες απορίες είχα να ρωτήσω, να μιλήσω δεν μπόραγα, η Γεωργία όμως το σκέφτηκε και έτσι που περπατούσε μου έσφιξε το χέρι και μου πε πως τουλάχιστον μαζί ήτανε. Νεκροί ήτανε, φύρδιν μήγδην τα κόκκαλα ήτανε, αλλά τουλάχιστον παρέα καλή κάνανε, είχανε μου λέει μαμά και όλοι αγωνία που οι δικοί τους δεν τους βρίσκανε, που κανένας δεν ήξερε που ήτανε, καλή παρέα κάνανε, φίλοι στον πεθαμό τους γινήκανε, σίγουρη τώρα η Γεωργία μας το δήλωνε, κάτω οι Τούρκοι πάνω οι Έλληνες, ύστερα έρχονταν βροχές, τα πηγάδια γεμίζανε, τα κόκκαλα ανακατεύονταν, φίλοι γινήκανε μαμά, φίλοι γινήκανε θεία Σπασούλα, μην κλαις πια, μην κλαις.

 

(Το διήγημα κέρδισε το Διεθνές Διαγωνισμό Διηγήματος της Κοινοπολιτείας 2019)