Ορίζοντας/Σημείο Κοινού

Μακρόνησος:  οικουμενικός λόγος για ένα έγκλημα κατά της οικουμένης

Κάτου απ’ τη δίψα μας

είναι οι ρίζες του κόσμο[i]

Γιάννης Ρίτσος

Όταν πρωτοήρθα στην Κύπρο και ξεκίνησα τις κλασικές συζητήσεις για τη σύγχρονη Ιστορία του νησιού, δεν μπορούσα να χωνέψω το γεγονός ότι οι πλειοψηφία των συνομιλητών μου αγνοούσαν ότι ο Γρίβας υπήρξε ο αρχηγός της ‘’Χ’’, της μεγαλύτερης δωσιλογικής οργάνωσης στην Κατοχή που συνεργάστηκε αγαστά με τους Ναζί εναντίον του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Η δε τεκμηριωμένη φυγάδευση του γενναίου ήρωα στο παρατσάκ της σύλληψής του από τον ΕΛΑΣ μέσα από τα γραφεία της ‘’Χ’’ από ελαφρά τεθωρακισμένα των Βρετανών στη στη διάρκεια της συμπλοκής στου Μακρυγιάννη, στα Δεκεμβριανών του 1944, ακόμα αφήνει εμβρόντητους πολλούς όταν την αναφέρω. Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στις προπολεμικές αστικές εξουσιαστικές δομές και τον ανερχόμενο λαϊκό παράγοντα, σύγκρουση που εντάθηκε από την βρετανική και αμερικανική παρέμβαση είναι ένα κεφάλαιο άγνωστο στην Κύπρο.

Πήγα στην παράσταση ‘’Μακρόνησος’’ (Θέατρο Αντίλογος) χωρίς να έχω διαβάσει την παραμικρή πληροφορία για το περιεχόμενο, τους συντελεστές και το υπόβαθρό της. Και το έκανα σκόπιμα. Ο λόγος ήταν ότι πρωτίστως ήθελα να διαπιστώσω, ανεξαρτήτως της ποιότητας της παράστασης που θα έκρινα εκ των υστέρων, την πρόσληψη του Ελληνικού Εμφυλίου από το κυπριακό κοινό. Επεφύλαξε κάπως ναρκισσιστικά για τον εαυτό μου τον ρόλο του κοινωνιολογικού παρατηρητή. Έχοντας έναν παππού που επιβίωσε της Μακρονήσου και άλλον έναν που εξορίστηκε στην Ικαρία αφού επέστρεψε από γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, είχα περιέργεια να δω την δημογραφία του κοινού, τον τρόπο που Κύπριοι μπορούν να γράψουν, να σκηνοθετήσουν και να ερμηνεύσουν ένα τέτοιο θέμα.

Μέσα σε 5 λεπτά, είχα ασυναίσθητα παραιτηθεί από αυτό τον υψηλό στόχο. Την παράσταση αυτή ένιωθα ότι θα μπορούσα να παρακολουθώ στην Αθήνα, στη Ρώμη, στο Μπουένος  Άιρες. Η παράσταση αυτή δεν είχε πατρίδα. Θα μπορούσε να είναι γραμμένη στα ισπανικά για τις μητέρες των αγνοούμενων Αργεντίνων αγωνιστών επί Βιντέλα, για τις Κούρδισσες μαχήτριες που έπεσαν στα χέρια του ISIS, για τις Φράνκα Ράμε που βιάστηκαν, κακοποιήθηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν από τους φασίστες του πλανήτη είτε για τη δράση τους είτε για τη δράση ανδρών, πατεράδων και αδελφών τους. Και εξηγούμαι.

Σκηνοθετικά, το ασταμάτητο χρονολογικό πήγαινε-έλα, με την γριά πλέον επιβιώσασα σε ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, όχι να θυμάται, αλλά να ξανασυναντά τις συγκρατούμενές της αποτέλεσε ένα ευφυές τέχνασμα της Αλεξίας Παπαλαζάρου. Η λειτουργική γραφή του Μιχάλη Παπαδόπουλου την βοήθησε καθοριστικά. Η αλήθεια της δραματικής πράξης συγχεόταν ανελέητα με όσα πράγματι συνέβησαν. Όταν ο Στανισλάφσκι διαχώριζε την αλήθεια της θεατρικής σκηνής και την αλήθεια της πραγματικής ζωής[ii] δεν ξέρω αν θα έβαζε με το νου του κολαστήρια σαν το Μακρονήσι. Η σκηνοθέτιδα σε τραβά στη φρίκη από το μανίκι. Σου υπενθυμίζει ότι, ερχόμενος, ανέλαβες τις ευθύνες σου. Πόσο μάλλον αν είχες πρόθεση να υποδυθείς και τον παρατηρητή. To “θεάτρο συνόλου”, μέσα από αυτά τα στοιχεία έδειξε για άλλη μια φορά τις απροσμέτρητες δυνατότητές του.

Οι ερμηνείες αδαμάντινες. Η αρχική σκόπιμη σεμνοτυφία της Γιάννας Λευκάτη δίνει χωρίς μελοδραματισμούς και ψευδοτραγωδιακές τσιρίδες τη θέση της σε ένα Ουρλιαχτό που χρόνια αργότερα  και υπό άλλες συνθήκες θα αποτυπωθεί στους στίχους του Γκίνσμπεργκ: “Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα[iii]. Η τριάδα των νεανικών αναμνήσεων, Μαργαρίτα Ζαχαρίου, Χριστίνα Χριστόφια και Ηλιάνα Κάκκουρα, κάθε μια με το κατάδικο της ερμηνευτικό ύφος, συγκρότησαν μία μικρή ομάδα νεωτερικών Τρωάδων που σφαδάζουν για την άλωση και τις τραγικές συνέπειες που αυτή επιφέρει στη ζωή τους. Η Μαργαρίτα Ζαχαρίου σε έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στην κοψιά και το θυμικό της, κλιμακώνει την περιγραφή των βασάνων της αγγίζοντας ένα ανατριχιαστικό μεταίχμιο. Η Ηλιάνα Κάκκουρα δίνει μαθήματα φυσικότητας, πηγαιότητας: βιώνει, δεν ερμηνεύει την αγανάκτηση. Τέλος, η Χριστίνα Χριστόφια διανύει μια πιο δυναμική μπρεχτική τροχιά με διαλεκτικό άξονα τη διαπάλη δίκαιου και αδίκου. Κάπου εκεί η ζωή αντιγράφει την τέχνη, όπως θα έλεγε ο Oscar Wilde.

Υπήρξαν και σημεία που με προβλημάτισαν. Τα μουσικά μέρη (π.χ. το κύμα, η βοή των αναμνήσεων στα αυτιά της ηλικιωμένης) ίσως να ήταν κάπως περιγραφικά την ίδια στιγμή οι εικονοπλαστικές δυνατότητες του cast θα ήταν αρκετές. Οι μουσικές συνθέσεις ήταν κάπως αδύναμες και μονόπλευρες σε αντίθεση με τις συγκλονιστικές ακαπέλα πολυφωνίες των ηθοποιών. Τέλος μια κινησιολογική αναθεώρηση θα οδηγούσε σε καλύτερες λύσεις διαχείρισης του χώρου, ειδικά στις φάσεις των μονολόγων ενώ οι υπόλοιπες ερμηνεύτριες επιδρούν στη χωροταξική δυναμική. Ωστόσο κανένα από τα παραπάνω δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην υπερχείλιση αυτού του κατακλυσμιαίου κύματος που στο τέλος ξεσήκωσε τους θεατές.

Κλείνω με μια απορία: πότε ο ΘΟΚ θα στρέψει δυναμικά τη ματιά του και το κοινό του -ειδικά των νέων ανθρώπων που ψάχνονται- προς τις αυθεντικές γραμμές θεατρικής παραγωγής; Η έλλειψη θεατρικής παιδείας στην Κύπρο δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο αλλά έχει αιτίες. Όσοι παίρνουν αποφάσεις καλό θα ήταν να ξανασκεφτούν τις επιπτώσεις της μεταμοντέρνας θεατρικής μονοκαλλιέργειας και να ξαναδώσουν χώρο στα βασικά, δηλαδή στα οικουμενικά στοιχεία της θεατρικής πράξης.

Βαγγέλης Γέττος

[i] Πέτρινος χρόνος. Μακρονησιώτικα, Γιάννης Ρίτσος, Εκδόσεις Κέδρος 1957

[ii] Ένας ηθοποιός δημιουργείται, Κονσταντίν Στανισλάφσκι, Εκδόσεις Γκόνη, 1959, σελ. 138-144

[iii] Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Το ουρλιαχτό, Ελεύθερος Τύπος, 1987

 

FLEA Theatre,  Λευκωσία

Σάββατο

23, 30 Νοεμβρίου, 20:30

Κυριακή

24 Νοεμβρίου, 1η Δεκεμβρίου, 19:00

 

Τεχνοχώρος ΕΘΑΛ, Λεμεσός

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου, 20:30