Ανοιχτός ορίζοντας / Ορίζοντας

Στα μικροφιλολογικά τετράδια 29 (παράρτημα των μικροφιλολογικών αρ. 47, Άνοιξη 2020) παρουσιάζεται  σε ανθολόγηση – επιμέλεια του Λευτέρη Παπαλεοντίου ποίηση στο κυπριακό ιδίωμα με τίτλο Στην γλώσσαν π΄ αναγιώθηκα.
Μια επιλογή των ποιημάτων παρουσιάζουμε με την άδεια του επιμελητή.

Σσυλλόπελλη! Λαλεί πως ’πολοούνται της οι τοίσοι

 

Κυριάκος Θ. Καρνέρας (1900-1986)

17 κοφτά τραούδκια

  1. Η ποίηση μου ’τέλειωσεν, μέ γράφω μέ ξιγράφω,

κρατώ τα ρούχα μου ποξ̆ιάν τζ̆αι πάω για τον τάφο.

 

  1. Ο άθθρωπος πά’ σ’ τούν’ την γην λλίον τζ̆αιρόν πεζεύκει,

γέννημαν νήλιου έρκεται τζ̆αι δύμμαν νήλιου φεύκει.

 

  1. Εγεννήθηκεν το πλάσμαν, τρώ’ την γην να νιωθεί,

τζ̆’ ύστερα η γη το πλάσμαν τρώει το να πκιορωθεί.

’Πού την αρκήν ώς την υστερκάν, Λευκωσία 1978, σ. 103, 108-110 [= Ποιητικά Άπαντα, ό.π., σ. 91, 94-96].

 

Παύλος Λιασίδης (1901-1985)

Λλιάνετε τες πατρίδες

Λλιάνετε, φτωσ̆οί μου, τες πατρίδες,

αττ’ ενναδείτε φως τζ̆αι ’νεπαμόν

τζ̆αι τούτες έν’ εφεύρεσες τους Mίδες,

να ζουν πά’ στον δικόν σας τον καμόν·

γιατί ο πόλεμος τζ̆’ ηφτώσ̆εια εν’ η ζωή τους

τζ̆’ η ζήση τζ̆’ η τιμή σας οι οχτροί τους.

Νεκατωμένοι αέρηες, Λευκωσία 1979 [= Άπαντα, τ. Β΄, σ. 275]

 

Χρυσάνθη Ζιτσαία (1902-1995)

Λαλείς μου

                          Στην εγγονή μου

Ίντα λαλείς τζ̆αι δεν γρικώ τα λόγια σου τ’ αλλιώτικα.

Σαν νότες άλλης μουσικής ηχούν στ’ αυτιά μου.

Μα όταν, κορούδα μου, λαλείς εσού τα τζ̆υπριώτικα,

λαλούν αηδόνια και πουλιά μες στην καρδιά μου

Ψηφίδες, «Της γλυκείας χώρας Κύπρου»(1973) [= Αφιέρωμα στην Κύπρο, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 66].

 

Παύλος Ξιούτας (1908-1991)

Έλα (Αγγρίστην)

’Π’ αφής αγγρίστητζ̆ες μιτά μου

στα όρη παντουρίζω τζ̆’ ’εν τζ̆οιμούμαι

τζ̆’ οι βάλλιες αδονούν τα κλάματά μου,

τζ̆’ είμαι ένας άχαρος νεκρός θαρκούμαι.

 

Έλα ξανά γιατ’ έχασα το πας μου

τζ̆’ ’εν έχω ’νεπαμόν μες σ’ τούν’ την πλάσην.

Έλα, γλυτζ̆ύς τζ̆αι γίνου αναπάς μου,

τζ̆αι τότες η ψυςσ̆ή μου εννα πνάσει.

Ποιητικά Άπαντα, Λευκωσία 2008, σ. 144, 146.

 

Κώστας Μόντης (1914-2004)

Περιγραφή

’Πορούβημαν του καϊσ̆ιού,

του σιταρκού μουττούδα,

άστρον που δεν ’ποκόβκεσαι,

φεγγάριν πὀν ζυάζεις

άστρον πὀν συντυχάννεσαι,

φεγγάριν πὀν πουλιέσαι,

πρώτον νεφούιν της βροσ̆ής

τζ̆αι πρώτη ’ποραντίνα.

Στη γλώσσα που πρωτομίλησα, Λευκωσία 1980, σ. 13 κ.

 

Αφελής κύπριος ποιητάρης προς το κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα

Εννά σου πω το μυστικόν

γιατί στην γλώσσαν σου γράφω συνέχειαν τραούδκια

τζ̆αι μάχουμαι τζ̆αι σπάζω

όσον πιο όμορφα να τα ταιρκάζω.

Έν’ που θωρώ πως πάσιν να σε παραιτήσουν,

έν’ που θωρώ εψήλωσεν η μούττη τους

τζ̆αι δεν σε λοαρκάζουν·

τζ̆’ έτσι λαλώ να πκιάω τούτην την γραμμή(ν)

να γράψω τα καλλύττερα τραούδκια μου στην γλώσσαν σου

να δω αν δεν την μάθουν θέλοντας τζ̆αι μη.

Άπαντα. Συμπλήρωμα Γ΄, Λευκωσία 1993, σ.126, 135, 185

 

Κώστας Βασιλείου (γενν. 1939)

Η Ένωση

Μιαν ζωήν με την Ένωσην·

αναγιωθήκαμεν με την Ένωσην

της Κύπρου με την Ελλάδαν

εγεράσαμεν με την Ένωσην

της Κύπρου με την Κύπρον

τζ̆’ εννα πεθάνουμεν με την Ένωσην

της Κύπρου με τ’ ανάθθεμαν.

 

Καλά να πάθουμεν·

είχαμεν Ένωσην χρυσάφιν μες στα σ̆έρκα μας

την Ένωσην της Κύπρου με την Κύπρον μας

μα ’εν επήραμεν χαπάριν

τζ̆’ εγυρεύκαμεν την Ένωσην της Κύπρου με τ’ ανάθθεμαν

τον ουρανόν τζ̆αι το φεγγάριν·

μάγκουμου να μάθουμεν;

 

Πολύβιος Νικολάου (γενν. 1941)

Το σονέτο της Αμολόητης

Ένα χρόνο κι ένα μήνα

έκαμε σαμμούτι νήμα

κι έκατσε να το λενίσει

από φτιν ώς φτιν της κάττας

 

Κι επετάχτην το ποντίκι

από μέσα στο βολίκιν

κι εσκαντάλισε την κάττα

κι εσαντάνωσε το νήμα

 

Κι έβαλε φωνή μιτσ̆ιά

κι έβαλε φωνή μεάλην

Πού ’στε κείνες πού ’στε τούτες

πού ’στε δώδεκ’ αναράδες

να δκιαλύσετε το νήμα

που ’σαντάνωσεν η κάττα.

Μακρόνησος, Λευκωσία, Κυπρογένεια, 1987, σ. 29.

 

Μιχάλης Πασιαρδής (γενν. 1941)

Κυπριακή διάλεκτος Ι

Να σβήσει έτσι εύκολα το «τζ̆αι»

που ’λάλεν ο παππούς μου τζ̆αι η στετέ μου,

τ’ «ώρα καλή σας, χωρκανοί», «καλώς ορίσετε»,

’εν το πιστεύκω να γινεί εγιώ ποττέ μου.

 

Αντώνης Πιλλάς (γενν. 1950)

Κυπριακή διάλεκτος

Κουβέντες, λέξεις βαρετές, γεμώννουν σου το στόμαν,

κρατούσιν ’πού γεννιές γεννιών τζαι στέκουσιν ακόμα

(όρομαν, αντζελόσσιασμαν, αντζειόν, βους, αννοιχτάριν),

γεννήματα καρκιάς τζαι νου πὄχουν μεγάλην χάρην.

Λαλέουσα, Λευκωσία, Ακτή, 2014, σ. 44, 54, 74.

 

Κυριάκος Αναγιωτός (γενν. 1958)

Φωνή’ πού το χώμαν

                            στη Νένα Φιλούση

«Εφέρασιν τζ̆’ εβάλαν δίπλα μου πέντ’έ ξι κόκκαλα τζ̆’ είπαν μου ήσουν εσού. Εγιώνι, πάντως, εννα σηκωστώ ’πού το πουρνόν, να πυρώσω τον φούρνον, να σου σϊερώσω το πουκάμισον σου το καλόν τζ̆αι να σου βράσω νερόν να λουθείς. Εννα σου βάλω πά’ στο τραπέζιν, σ̆σ̆επασμένα, ψουμίν βραστόν, χαλλούμιν ’πού το δικόν μας τζ̆αι τομάτες ’πού την βραχτήν μας, να μπουκκώσεις. Τζ̆’ ακούεις; Ύστερις, που ’ννα πάεις στον καφενέν, έπαρε μαζίν σου τζ̆αι την φωτογραφίαν, τζ̆είνην που ’χα μες στον κόρφον σαράντα γρόνια, για να σε αγρωνίσουν. Τζ̆’ άμα στραφείς, φέρ’ μου την πίσω, να σ’ αθθυμούμαι τζ’ εγιώνι, σγοιαν τότες πὄφυες ’πό ’σσω, παλληκάριν ίσ̌ια με τζει πάνω». Είπεν, τζ̆αι το χώμαν γυρόν της εμύρισεν ροδόστεμμαν, ’πό τζ̆είνον που τον ένιφκεν τότες που ’τουν μιτσής, πριχού τον καπνίσει, για να μέν τον πκιάννει τ’ αμμάτιν.

Ορίζοντας/ Χαραυγή, 9.9.2018

 

Πάμπος Κουζάλης (γενν. 1964)

Τηλεφώνημα

Ετηλεφωνήσαν μου πως σε ηύρασιν

κάτω ’πού μιαν ελιάν, είπαν μου

τζ̆’ ήταν αλλό θκυο στρατιώτες μαζί σου

Δόξα σοι ο Θεός, λαλώ τους

τουλάχιστον ήταν κάτω ’πού το δεντρόν

τζ̆’ ’εν τους έκρουζεν ο ήλιος τόσον τζ̆αιρόν

Νερόν είχασιν κοντά τους;

Σχεδόν, Λάρνακα, Παράκεντρον, 2015, σ. 28.

 

Αγγέλα Καϊμακλιώτη (γενν. 1967)

Δόξα σοι ο Θεός

Εχάρηκα πολλά

– εμονολόγησεν ο γέροντας–

που είδα ξανά του Μόρφου

τζ̆αι τες πορτοκκαλλιές μου

Εγόρασα τζ̆αι πορτοκκάλια

’πού τον Μεμέτην

Εχάρηκα που σάζει

τα περβόλια μου

που δεν τ’ άφηκεν γέρημα

να ξεράνουν

Εχάρηκα που είδα τον ποταμόν

να τρέσ̆ει ελεύθερος

τζ̆αι να βουττά μες στην ποθκιάν

της μάνας του της θάλασσας

Αξίωσεν με ο Πλάστης μου

να ξαναπάω

Ούλλα έν’ τζ̆ειαμαί

όπως τα αφήκαμεν

τζ̆αι καρτερούν μας

Δόξα σοι ο Θεός

Μικροφιλολογικά 46 (2019) 113

 

Στέφανος Παντελίδης(γενν. 1974)

Μέν ακούεις λόγια

Ο Χάρος ’έν ενι γλυτζ̆ύς

– ούτε με τους πολλούς

ούτε τζ̆αι με τους λλίους.

Γλυτζ̆ιά έν’ η ζωή

tζ̆’ ας ξισ̆ειλίζει πίκρες.

Εκεί που δεν με σπέρνουν, Αθήνα, Βακχικόν, 2019, σ. 61.

 

Μαρίνα Αρμεύτη (γενν. 1974)

Το μαράζιν

Εκόπηκεν η γλώσσα της

τζ̆’ έππεσεν μες στον λάκκον

’εν είσ̆εν τρόπον να λαλεί

μήτε να συντυχάννει

Προχτές πως είδεν όρομαν

λάκκος έν’ το στομάσ̆ιν

’νεκάτωννεν ’πού μέσα της

φίθκια τζ̆αι γριτζ̆ελλόροι

τζ̆’ ύστερα εσηκώθηκεν

τζ̆’ εφόρεν μόνον άσπρα

να χώννει τον μαυρόλακκον

την φίναν, το μαράζιν

τζ̆’ έν’ το στομόσ̆ειλον κλειστόν

ξωκλήσιν βαωμένον.

Ανθολογία κυπριακής ποίησης 1960-2018, επιμ. Γ. Χριστοδουλίδης- Π. Νικολαΐδης, Αθήνα, Κύμα, 2018, σ. 249.

 

Παναγιώτης Νικολαΐδης (γενν. 1974)

[Χαϊκού]               

Ο νους πετάσιν

Το γαίμαν τραβά κάτω

Εμοιράστηκα

Ποίηση

Πωρνόν και βράδυν

Μισεύγω πεθυμώντα

Κορμίν τζ̆αι κρασίν

Οινοποίηση, Λευκωσία 2014, σ. 17, 33.

 

Στέλλα Βοσκαρίδου (γενν. 1981)

Η Σσυλλόπελλη

Σ̆σ̆υλλόπελλη! Λαλεί πως

’πολοούνται της οι τοίσ̆οι

τζ̆αι πως της ’κρώννουνται οι σ̆σ̆ιες ιμίσ̆ι

την μιαν σ̆ασ̆άρει να σου πει τον λόον της

την άλλην τρέμει ’πού τον φόον της, κάμνει τα πάνω της

να φάει ’πού πάνω της μόλις ακούσει άλλον να συντύσ̆ει

φίθκια ιμίσ̆ι ζώννουν την τζ̆’ ανακαλλιέται

θαρκέται

πως φύρνεται η σ̆σ̆υλλόπελλη

τζ̆αι σουξουλλιέται

μιαν ’ποτυλίεται τζ̆αι παίρνει τζ̆’ άφτει

τζ̆αι ζάφτιν ’εν την κάμνει ούτ’ ο Θκειος μου

τζ̆αι μιαν βαρκέται

τζ̆’ ούτε την κόφτει, πκοιος σ’ αρωτά λαλεί

τζ̆αι χασμουρκέται

Πκιάννει τζ̆αι ’νεκατώννει τα συρτάρκα

ξιστρώννει τα παπλώματα

αννεί τ’ αρμάρκα

τζ̆αι εσέναν κοσ̆σ̆ινίζει σε άμμαν την πκιά’ η πελλάρα

τσιριλλά

σαν να ’βρεν κούφον έσσω

ρέσσω π’ ομπρός

τζ̆’ εν με θωρεί

θωρεί ’πού μέσα της

σ̆ονώννουνται τα μέσα της

τζ̆’ αμπλέπει τζ̆αι θωρεί τα

σαν να ’ν’ λιμπούροι

τζ̆’ ύστερα

περνά τσαλαπατά τα, η σ̆σ̆υλλόπελλη.

Αναγέλαστα των γεναικών τζ̆αι των σκαλαπουντάρων, Λεμεσός, Τεχνοδρόμιον, 2013, σ. 9, 10, 17.

 

Αλέξανδρος Χρονίδης (γενν. 1994)

Σκαλαπούνταροι

Τιτσίν τιτσίν λουκάνικον

μασ̆αίριν μαυρομάνικον.

’Εν είδα πλάσμαν πά’ στην γην

που έφαεν τζ̆αι έφυεν.

Πέτρες και έλαιος, Λευκωσία, Αρμίδα, 2018, σ. 38-39, 42.