Οι Ικέτιδες του Ευριπίδη ανέβηκαν το 1978 από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου σε μετάφραση Κωστή Κολώτα, σκηνοθεσία Νίκου Χαραλάμπους, μουσική Μιχάλη Χριστοδουλίδη και σκηνικά κουστούμια του Γιώργου Ζιάκα μαζί με μια πλειάδα σημαντικών ηθοποιών.

Σαράντα χρόνια μετά η θεατρική ομάδα ΤΕΧΝΩΝ Θέατρο παρουσιάζει ανάγνωση του έργου σε νέα μετάφραση του Φώτη Φωτίου, προς τιμήν του σκηνοθέτη της παράστασης, Νίκου Χαραλάμπους. Διαβάζουν οι ηθοποιοί: Άννα Γιαγκιώζη, Γιώργος Ευαγόρου, Τερέζα Ευριπίδου, Νεοκλής Νεοκλέους, Φώτης Φωτίου, Νιόβη Χαραλάμπους.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018 στις 20:30

Θέατρο «Ανδρέας Χριστοφίδης» – Θεατράκι ΡΙΚ Είσοδος ελεύθερη.

  • Σαράντα χρόνια Ικέτιδες του Ευριπίδη και του Νίκου Χαραλάμπους

Με αφορμή την πιο πάνω εκδήλωση και προς τιμήν αυτής της ιστορικής παράστασης, το μικρό αυτό αφιέρωμα στον Ορίζοντα. Αναμένουμε ότι ο ΘΟΚ επίσης θα τιμήσει εντός της χρονιάς μια από τις σημαντικότερές του παραστάσεις, η οποία θεωρείται σταθμός στο κυπριακό θέατρο αλλά και όσον αφορά την πρόληψη του αρχαίου δράματος γενικότερα. Αναφέρουμε επί τη ευκαιρία ότι όταν ο ΘΟΚ το 1978, με διευθυντή τον Εύη Γαβριηλίδη, εμπιστευόταν τον Νίκο Χαραλάμπους και τις Ικέτιδές του, ο σκηνοθέτης ήταν κάτω από σαράντα χρονών. Είχε μεν στο ενεργητικό του τον Κύκλωπα του Ευριπίδη και μερικές ακόμα σκηνοθεσίες, αλλά δεν έπαυε αυτή η ανάθεση να ενέχει ένα, έστω, ελεγχόμενο ρίσκο. Η ιστορία του κυπριακού θεάτρου αποδεικνύει ότι το ρίσκο απέδωσε και με το παραπάνω. Έχοντας υπόψη την ιστορία του, ας εμπιστευτεί και ο σημερινός ΘΟΚ νέους Κύπριους σκηνοθέτες και στο αρχαίο δράμα.

Νιώσαμε ειλικρινείς προς τη γραμμή που διαλέξαμε

«Σε πρώτο πλάνο ο πόλεμος. Ακολουθούν οι αγνοούμενοι, οι νεκροί, οι χαροκαμένες μάνες, οι βιασμένες αρραβωνιαστικιές και οι σύζυγοι, τα ορφανά των σκοτωμένων και οι συντριμμένοι συγγενείς. Όλα αυτά που γράφτηκαν από τον Ευριπίδη πριν 2.500 χρόνια στις Ικέτιδες, ταιριάζουν στην Κύπρο του 1979. Κάτι περισσότερο. Συνθέτουν την πρόσφατη ιστορία της. Και από κοντά η άγνοια, η προδοσία, το αδιέξοδο, η αφροσύνη, η εξάρτηση, η τρέλα -η ανεπίσημη ιστορία. Βιώματα που οδήγησαν σε μια «άλλη» ανάγνωση, τέτοια που να επιτρέπει σκληρό και αντιρομαντικό πλησίασμα. Κι ακόμα, θετικά η βαριά σκιά του μεγάλου μας δάσκαλου, Κουν, που καθοδηγούσε κάθε στιγμή την προετοιμασία μας. Νιώσαμε ειλικρινείς προς τη γραμμή που διαλέξαμε για να υπηρετήσουμε το τόσο σημερινό έργο του αρχαίου ποιητή και δουλέψαμε με ένα ειδικό, σχεδόν θρησκευτικό, πάθος για να το συνδέσουμε με μας εδώ, χωρίς δημαγωγίες αλλά και χωρίς ψευδαισθήσεις. Κι ακόμα πιο πολύ χωρίς τελεσίδικες απόψεις».

Νίκος Χαραλάμπους (Από το πρόγραμμα της παράστασης)

ΙΚΕΤΙΔΕΣ3

Δουλέψαμε σαν ομάδα τη μετάφραση των Ικέτιδων
« […] Σήμερα που η δουλειά στο θέατρο χωρίστηκε σε ειδικότητες, κινδυνεύει το αρχαίο κείμενο, δίχως τη στενή συνεργασία όλων των παραγόντων μιας παράστασης, να καταντήσει στατικό και αποξενωμένο φιλολογικό κείμενο. Με αυτές τις σκέψεις δουλέψαμε σαν ομάδα τη μετάφραση των Ικέτιδων. Έχοντας πάντα στο νου τη σύγχρονη πραγματικότητα, τον θεατή της εποχής μας και το μήνυμα του τραγικού. Αντλήσαμε από τη λαϊκή δημιουργία και χρησιμοποιήσαμε εκφραστικά μέσα της καθημερινής χρήσης. Το τελευταίο έγινε σε βάρος της “ποιητικότητας” του αρχαίου κειμένου. Μα κι ο ίδιος ο Ευριπίδης κατηγορήθηκε γι’ αυτό, συχνά χαρακτηρίστηκε σαν ο λιγότερος “ποιητικός” και, όπως είπε κάποιος κριτικός, «θα ήταν ευτυχής αν έγραφε σε πεζό λόγο».

Κωστής Κολώτας (Πρόγραμμα της παράστασης)

Προέβησαν εις θερμάς επευφημίας
(…)« Τας παραστάσεις του κυπριακού θιάσου, Σαββάτου και Κυριακάς, παρηκολούθησαν δεκαπέντε και πλέον χιλιάδες θεατών, οι οποίοι προέβησαν εις θερμάς επευφημίας, τόσον διά την εξαίρετον καλλιτεχνικήν απόδοσιν της παραστάσεως αλλά και διά την Κύπρον γενικώτερον»

Εστία 1/9/1980

ΙΚΕΤΙΔΕΣ2

Πέτυχε τη μόνη έγκυρη λύση του προβλήματος
«Ο ΘΟΚ επιφύλαξε φέτος μια μεγάλη έκπληξη στο κοινό μας. Στην πρώτη του απόπειρα στο χώρο της ερμηνείας των τραγικών, πέτυχε όχι απλά μια ενδιαφέρουσα λύση αλλά τη μόνη έγκυρη λύση του προβλήματος. Ο σκηνοθέτης κ. Χαραλάμπους βρήκε τη μικτή αλλά νόμιμη λύση για να διαβάσει τις Ικέτιδες του Ευριπίδη και ξεκινώντας από τις ανάλογες εμπειρίες του τραγικού κυπριακού λαού ανακάλυψε στον Ευριπίδη το μυθικό μοντέλο που μέσα στοιχειώνει την ιστορική στιγμή σε μυθικό λόγο, δηλ. σε αξίωμα»

Κ. Γεωργουσόπουλος Βήμα, 19/9/1979

Να καθρεφτίζει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής στον πόνο
«Η μουσική μιας τραγωδίας δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Γιατί ο κάθε θεατής περιμένει να ακούσει λίγο πολύ τη μουσική που παιζόταν την εποχή του έργου. Όλες οι προσπάθειες που έγιναν σ’ αυτή την κατεύθυνση έδωσαν ίσως εγκυκλοπαιδικά ενδιαφέρουσες ηχητικές εμπειρίες αλλά που δεν ήταν πάντα μέσα στο πνεύμα της σημερινής θεατρικής πραγματικότητας. Εκείνο λοιπόν που έχει σημασία δεν είναι η σωστή απεικόνιση ή απήχηση, η πιο συγκεκριμένα φορμαλιστική αναβίωση της τραγωδίας, αλλά ο βαθμός και η ποιότητα συγκίνησης που προκαλεί το θέαμα και στην περίπτωσή μας η μουσική πάνω στον θεατή και για να φτάσουμε σ’ αυτήν την ποιότητα συγκίνησης θα περάσουμε μέσα από την κυπριακή μουσική (αναπαράσταση της μάχης), τη βυζαντινή, την ηπειρώτικη και την αφρικάνικη μουσική. Και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κάθε είδος μουσικής, φτάνει η πυκνότητά της σε δραματικό περιεχόμενο να καθρεφτίζει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής στον πόνο.

Μιχάλης Χριστοδουλίδης (Πρόγραμμα παράστασης)

53
Σχέδιο Γ.Ζιάκα

Δυναμική είσοδος του κυπριακού θεάτρου στο πεδίο της ερμηνείας του αρχαίου δράματος

[…] Η παράσταση, η οποία παρουσιάστηκε [στην Ελλάδα] αρχικά στον Λυκαβηττό, τη Θεσσαλονίκη και το Ηράκλειο το 1979, αποτέλεσε μια δυναμική είσοδο του κυπριακού κρατικού θεάτρου στο πεδίο της ερμηνείας του αρχαίου δράματος, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για τη συμμετοχή του ΘΟΚ στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Οι Ικέτιδες άφησαν εξαιρετικές εντυπώσειςi. Πέρα από τη δύναμη που είχαν ως πρόταση και ως ερμηνεία, λειτούργησαν και συγκινησιακά, καθώς γινόταν σαφής παραλληλισμός με τις συνέπειες της πολύ πρόσφατης, τότε, τουρκικής εισβολής: τον πόλεμο, το θάνατο, την απώλεια, την απόγνωση. Εντύπωση έκαναν οι αισθητικές επιλογές της παράστασης: οι εικόνες (σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Ζιάκας) και τα ακούσματά της (μουσική: Μιχάλης Χριστοδουλίδης) συνδέθηκαν με την κυπριακή ιστορία και λαϊκή παράδοση.

Τον επόμενο χρόνο (1980) η παράσταση εντάσσεται στο Φεστιβάλ Επιδαύρου, όπου γίνεται δεκτή με συγκίνηση από το κοινό. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι επευφημίες του κοινού ήταν τόσες, που επισκίασαν την εναρκτήρια σκηνή του έργου.ii

[…] Έτσι, η συνεισφορά του κυπριακού κρατικού θεάτρου στα Επιδαύρια είναι τόσο η παρουσία ενός συνεπούς και συντονισμένου θιάσου, που εργάζεται με ομαδικό πνεύμα και αίσθηση ευθύνης, όσο και οι τολμηρές προτάσεις των Χαραλάμπους και Γαβριηλίδη, που εργάστηκαν συστηματικά -ο καθένας στο δικό του πεδίο και με το ιδιαίτερό του ύφος και μέθοδο δουλειάς- και εξέλιξαν την πρότασή τους, πραγματοποιώντας μεγάλες επιτυχίες όπως και παραστάσεις που αντιμετωπίστηκαν με επιφύλαξη, αλλά πάντα με σεβασμό, ως έγκυρες προτάσεις.iii

Άντρη Χ. Κωνσταντίνου, «Η συμβολή του κυπριακού θεάτρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Οι προτάσεις του Ν. Χαραλάμπους και του Ε. Γαβριηλίδη» στο Το Θέατρο στην Ελλάδα τον 20ό αιώνα: από το θέατρο ιδεών στο μεταμοντέρνο. Πρακτικά Α΄ Θεατρολογικού Συνεδρίου ΠΕΣΥΘ, Αθήνα, 16-18 Δεκεμβρίου 2005. Ergo/ Πανελλήνιος Επιστημονικός Σύλλογος Θεατρολόγων, Αθήνα (σσ. 241-251).

i Βλ. ενδεικτικά Τ. Λιγνάδης, περ. Επίκαιρα, 7/9/1979, Κ. Γεωργουσόπουλος, εφ. Το Βήμα, 19/9/1979, Ά. Μαργαρίτης, εφ. Τα Νέα, 24/8/1979. Στην Κύπρο, αντίθετα, η παράσταση δεν είχε την ίδια υποδοχή από τον Τύπο, βλ. «Θρίαμβος στην Αθήνα, επικρίσεις στην Κύπρο» (συνέντευξη του Ανδρέα Χριστοφίδη, προέδρου του Δ.Σ. του ΘΟΚ), εφ. Ο Φιλελεύθερος, 20/9/1979)

ii (Βλ. σχετικά Ά. Μαργαρίτης, «Κριτική παρουσίαση θεατρικών παραστάσεων», εφ. Τα Νέα, 6/9/1980).

iii (Οι Ικέτιδες και η Σαμία συμπεριλαμβάνονται στις καλύτερες παραστάσεις του θεσμού, όπως αξιολογούνται στο αφιέρωμα «Πενήντα χρόνια Επίδαυρος: Οι τριάντα καλύτερες παραστάσεις», στο ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής της Κυριακής (19/6/05), που επιμελήθηκε ο Β. Αγγελικόπουλος).

(Φωτογραφίες: Αρχείο ΘΟΚ)