Του Τάσου Αναστάση

Το 2006, ένας ηλικιωμένος άντρας από τη Βολιβία, χρειάστηκε να χειρουργηθεί από Κουβανούς γιατρούς που συμμετείχαν στο πρόγραμμα της «Επιχείρησης Θαύμα» και προσφέρουν – δωρεάν – τις υπηρεσίες τους σε ασθενείς σε όλη τη Λατινική Αμερική. Ο ηλικιωμένος έπασχε από καταρράκτη και μια τόσο απλή εγχείρηση στις ανεπτυγμένες χώρες δεν είναι εύκολη για τους φτωχούς ανθρώπους στη Λατινική Αμερική.

Το όνομα του ήταν Μάριο Τεράν.


Ήταν ο άνθρωπος που εκτέλεσε τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, στα βουνά της Βολιβίας την 9η Οκτωβρίου 1967.

Ο γιος του Τεράν, το 2007, στην συμπλήρωση 40 χρόνων από την δολοφονία του Τσε, έστειλε σε εφημερίδα της Βολιβίας ευχαριστήριο μήνυμα προς τους Κουβανούς γιατρούς που αποκατέστησαν την όραση του πατέρα του.

«Θυμηθείτε αυτό το όνομα – Μάριο Τεράν – ένας άνδρας που εκπαιδεύτηκε για να σκοτώσει μπορεί και πάλι να βλέπει χάρη στους γιατρούς που ακολουθούν τις ιδέες του θύματός του», ήταν το ρεπορτάζ με το οποίο κατέγραψε την είδηση η εφημερίδα «Γκράνμα» της Κούβας.

Αν ο Τσε Γκεβάρα ζούσε να δει αυτό το επίτευγμα της επανάστασης, θα ξανα πέθαινε για να μπορούν φτωχοί άνθρωποι σαν το δολοφόνο του να μπορούν να βλέπουν σήμερα.

Αυτός ήταν ο Τσε.

Η πρώτη φορά που είδα τη μορφή του είχα μονοψήφιο αριθμό χρόνων και δύσκολα μπορούσα να καταλάβω γιατί το βλέμμα αυτού του ανθρώπου που κυμάτιζε σε μια κόκκινη σημαία, με μαγνήτιζε τόσο.
Έπρεπε να περάσουν μερικά χρόνια για να καταλάβω πως εκείνο εκεί το βλέμμα, ανάβλυζε ρομαντισμό, αγανάκτηση, ανθρωπισμό και αγάπη για τους απανταχού καταπιεσμένους.

Και τότε αποφάσισα πως αυτό το βλέμμα θα με συντροφεύει για πάντα στη διαδρομή μου.

Σε αυτή τη διαδρομή, η συζήτηση με τον Τσε συνεχίζεται συνεχώς. Ψάχνω μέσα από τη ζωή του και τον ρωτώ «τι θα έκανες εσύ σήμερα;». Παρακολουθώ τα βήματα του προσπαθώντας να δω προς τα που πάνε αλλά πάντα χάνω το δρόμο. Γιατί αυτός δεν σταματούσε να περπατάει, δεν κουραζόταν να προχωράει, δεν σταματούσε να αγωνίζεται.

Πολλές φορές, διερωτώμαι τι ήταν εκείνο που οδήγησε έναν από τους ηγέτες μιας από τις σημαντικότερες επαναστάσεις του 20ού αιώνα να προσφέρει μέχρι και τη ζωή του στο πεδίο των μαχών για την κοινωνική απελευθέρωση;

Τη στάση του Τσε απέναντι στη ζωή, περιέγραψε ο Φιντέλ Κάστρο στον επικήδειο στη μνήμη του Τσε που εκφωνήθηκε στην Πλατεία της Επανάστασης στην Αβάνα, στις 18 Οκτώβρη 1967.

«Η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν μια σχετική αξία στην Ιστορία, η ιδέα ότι δεν ηττάται η υπόθεση όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, και ότι η ακατάσχετη πορεία της Ιστορίας δε σταματά ούτε θα σταματήσει με το χαμό των αρχηγών (…). Άνθρωποι σαν κι αυτόν – συνέχισε ο Κάστρο – είναι ικανοί, με το παράδειγμά τους, να συμβάλουν στην εμφάνιση άλλων που να τους μοιάζουν (…)»

Η συζήτηση με τον Τσε συνεχίζεται όλα αυτά τα χρόνια, κι όσο περνάνε αυτά, τόσο μεγαλώνει η φωνή του και τόσο περισσότερο δίκιο έχει.

Την αντίληψη του Τσε για τον άνθρωπο δε θα μπορούσαν ποτέ να την καταλάβουν οι δολοφόνοι του, ούτε οι σφετεριστές του. Πόσο μάλλον να την εξοντώσουν.

Και ο,τι δεν κατάφεραν με τον Τσε εκείνοι που τον δολοφόνησαν, νόμισαν ότι θα το κατόρθωναν όσοι πίστεψαν ότι μπορούν να τον μετατρέψουν το είδωλο του Τσε Γκεβάρα σε εμπορική μόδα.

Δεν αντιλήφθηκαν ότι η ζωή του Τσε ξεπερνά κατά πολύ την αγοραία λογική τους. Δεν είχαν τα εργαλεία να αντιληφθούν εκείνο που κατάλαβε ο Σαρτρ: «Η ζωή του Τσε» – έλεγε ο Σαρτρ – είναι η ιστορία του πληρέστερου ανθρώπου της εποχής μας».

Αυτός ο ασυμβίβαστος που πολλοί Λατίνοι αποκαλούν ο Άγιος Τσε, ο διεθνιστής επαναστάτης, έμελλε να γίνει το σύμβολο των απανταχού εξεγερμένων, του κάθε καταπιεσμένου. Ήταν αυτός που συμφώνησε με τον ηγέτη της επανάστασης, τον αθάνατο Φιντέλ Κάστρο, πως όταν η επανάσταση δεν θα τον χρειάζεται άλλο, θα φύγει για να πολεμήσει στο πλάι άλλων αγωνιστών στον κόσμο.

Παραιτήθηκε από όλα τα πολιτικά και δημόσια αξιώματα στη κουβανική κυβέρνηση και βρέθηκε στο Κογκό να μάχεται για κοινωνική δικαιοσύνη ενισχύοντας και βοηθώντας οργανωτικά τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό. Πίστευε και μαχόταν για την εξάπλωση της επανάστασης σε ολόκληρο το κόσμο.

Μετά βρέθηκε να πολεμάει στα βουνά της Βολιβίας κόντρα στις μαριονέτες της CIA και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού.

Ακόμα και όταν αιχμαλωτίστηκε από τη CIA, ο Τσε ποτέ δεν έσκυψε το κεφάλι στα αιμοσταγή τέρατα του Βορρά. Ακόμα και όταν ένας πράκτορας του είπε «Σε θαυμάζω, ήρθα να σου μιλήσω, όχι να σε ανακρίνω» ο Ερνέστο του είπε «κανείς δε μου μιλάει, κανείς δε με ανακρίνει».

Όταν του έγινε γνωστό πως θα εκτελεστεί, ζήτησε μόνο να μιλήσει με τη δασκάλα του χωριού για της υποδείξει ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνονται τα μαθήματα στα παιδιά δεν είναι οι κατάλληλες και πρέπει να βελτιωθούν και ζήτησε να μεταφέρουν ένα μήνυμα στη γυναίκα του. «Πείτε της να παντρευτεί ξανά και να ζήσει ευτυχισμένη».

Δεν υπήρχε άλλος που η Εταιρεία (η CIA ) να φοβάται περισσότερο από τον Τσε Γκεβάρα, διότι αυτός είχε τη δυνατότητα και το χάρισμα, που χρειάζονταν, για να διοικήσει τον αγώνα ενάντια στην πολιτική καταπίεση που ασκούσαν οι παραδοσιακές εξουσίες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, είχε πει ο Φίλιπ Έιτζι, αυτόμολος στην Κούβα, πρώην πράκτορας της CIA.

Ο Τσε πέθαινε εκείνο το μεσημέρι πλάι από τους συντρόφους του. Για χρόνια η τοποθεσία που θάφτηκαν ήταν μυστική γιατί ακριβώς ήξεραν πως από εκείνο το σημείο θα ξεδιψούσαν οι καταπιεσμένοι και οι φτωχοί. Από εκείνο το σημείο θα τρέφονταν οι εξεγερμένοι του κόσμου όλου.

Τα χρόνια πέρασαν. Η μορφή του κυματίζει στο μυαλό μου όπως την πρώτη φορά. Το βλέμμα του καρφωμένο στην καρδιά μου. Ο Τσε δεν πέθανε ποτέ. Γιατί μας έμαθε να σκεφτόμαστε. Μας έμαθε να είμαστε άνθρωποι.