Η «Χ» συνομίλησε με την πρόεδρο του Συνδέσμου Ψυχολόγων με αφορμή το περιστατικό παιδικής πορνογραφίας

Της Κάλιας Ανδρέου

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο «εγχειρίδιο» που να εξηγεί στους γονείς με ποιο τρόπο μπορούν να προστατέψουν τα παιδιά τους ώστε να μη γίνουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης. Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης μπορεί να γίνει οποιοδήποτε παιδί, μα περισσότερο αυτά που είναι πιο ευάλωτα και πιο «ανοιχτά» σε οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης, όχι μόνο σεξουαλικής.

Θύτης σεξουαλικής κακοποίησης μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Το προφίλ των θυτών, το οποίο κατέχουν μόνο οι επαγγελματίες ψυχολόγοι, οι εγκληματολόγοι, η αστυνομία και οι αρμόδιες υπηρεσίες, ίσως να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο λόγος αφορά στο ότι τα στοιχεία που κατέχουν αφορούν μόνο όσους έχουν καταγγελθεί και όχι στο σύνολο των κακοποιητών. Και αυτής της φύσης εγκλήματα, τις πλείστες φορές δεν καταγγέλλονται.

Όσον αφορά στην άποψη ότι ένας τρόπος να προστατέψουμε τα παιδιά μας από τη σεξουαλική κακοποίηση είναι να τους διδάξουμε αρχικά να μη «μιλάνε σε αγνώστους», σε αυτή την περίπτωση η τακτική αυτή δεν προσφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα, καθώς το 80% περίπου των περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων στην Κύπρο συμβαίνει εντός του κύκλου εμπιστοσύνης. Η σεξουαλική κακοποίηση γίνεται κυρίως από άτομα που το παιδί γνωρίζει και εμπιστεύεται. Αυτό, ή η οικογένειά του.

Ένα έγκλημα που δεν καταγγέλλεται συχνά

Τα παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης καταγγέλλουν συνήθως τον θύτη όταν ενηλικιωθούν, όχι νωρίτερα. Όπως ανέφερε στη «Χ» η πρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων Ελένη Καραγιάννη, αυτό συμβαίνει επειδή ο θύτης σε πολλές περιπτώσεις ίσως να απειλεί ή/και να εκφοβίζει ή/και να εξαγοράζει ή/και να δωροδοκεί τα παιδιά. Όσον αφορά στο προφίλ των θυτών, η κα Καραγιάννη ανέφερε ότι προφίλ υπάρχουν αλλά οι ψυχολόγοι επιλέγουν να μη μιλάνε δημόσια γι’ αυτά, καθώς δημιουργούνται στερεότυπα για το ποιος μπορεί να είναι ο θύτης.

Αναφερόμενη στο τελευταίο και πρωτοφανές για τα κυπριακά δεδομένα περιστατικό παιδικής πορνογραφίας, υπέδειξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε εύκολα να καταλάβει κάποιος ότι ο συγκεκριμένος θα θυματοποιούσε τα παιδιά με συγκεκριμένο τρόπο. «

Τα προφίλ υπάρχουν για συγκεκριμένο σκοπό, για να βοηθούν τους ψυχολόγους, τους εγκληματολόγους, την αστυνομία και τις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να μπορούν να καταλάβουν αν υπάρχει αποκλίνουσα συμπεριφορά. Το να προβάλλονται πιθανοί παράγοντες οι οποίοι οδήγησαν σε αυτή την πράξη τότε θα καταλήξουν όλοι να κάνουν κυνήγι μαγισσών και θα γίνονται υποθέσεις για το ποιος θα μπορούσε να είναι ο θύτης». Ενώ πρόσθεσε ότι, ακόμα ένας λόγος που δεν κοινοποιείται το προφίλ των θυτών είναι για να αποφευχθεί τυχόν πανικός καθώς θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε, θεωρητικά.

Συναισθηματικά αντιδρούμε χωρίς να αντιδρούμε

Το να «παγώσει» ένα παιδί και να μην «αντιδράσει» κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής κακοποίησης, θεωρείται και αυτή μία από τις συναισθηματικές αντιδράσεις. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που πριν την κακοποίηση προηγήθηκε απειλή από τον θύτη προς το θύμα, όπως ανάφερε η κα Καραγιάννη. Ενώ δεν αποκλείεται το παιδί να φοβάται για τη σωματική ακεραιότητά του, στις περιπτώσεις που για παράδειγμα ο θύτης έχει μεγαλύτερη σωματική διάπλαση. «Το παιδί μπορεί να φοβάται ότι θα πάθει κάτι κακό, μπορεί να νιώθει υποχρέωση προς τον θύτη, καθώς ο θύτης πιθανόν να του έχει δημιουργήσει ενοχικότητα. Από ντροπή και ενοχικότητα είναι πιθανόν το παιδί να σιωπήσει, είτε για το ίδιο είτε για την οικογένειά του. Υπάρχουν φορές που συναισθηματικά αντιδρούμε χωρίς να αντιδρούμε, γιατί από το φόβο που νιώθουμε εκείνη τη στιγμή δεν ξέρουμε πώς να αντιδράσουμε.

Δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε φορά ότι κάποιο παιδί θα είναι δυνατό. Μπορεί να είναι ενδυναμωμένο και εν δυνάμει να αντιδράσει, αλλά δεν είναι απαραίτητο ότι θα αντιδράσει.

Τα παιδιά πρέπει να είναι ενημερωμένα

Ένας από τους βασικότερους τρόπους να προστατέψουμε τα παιδιά από το να πέσουν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης είναι να τα ενημερώνουμε, καθώς δεν μπορούν όλα τα παιδιά να αντιληφθούν ότι κακοποιούνται σεξουαλικά, όταν αυτό γίνεται.

Όπως ανάφερε η κα Καραγιάννη, αναλόγως της ωριμότητας και της γνωστικής ικανότητας του παιδιού εξαρτάται το αν είναι σε θέση να αντιληφθεί την κακοποίηση. «Το πρόβλημα», όπως ανέφερε, «δημιουργείται όταν ο θύτης δεν είναι άγνωστος». Σεξουαλική κακοποίηση μπορεί να υποστεί οποιοδήποτε παιδί, αν και -σίγουρα- υπάρχουν πιο ευάλωτα παιδιά.

Για παράδειγμα, όπως ανέφερε η κα Καραγιάννη, ευάλωτα παιδιά ίσως να θεωρούνται τα πιο «απομονωμένα». «Η άγρα του ανήλικου, γίνεται με το να του προσφερθεί κάτι το οποίο ανταποκρίνεται σε μία του ανάγκη. Εν τούτοις, αν αναλογιστούμε ότι κακοποιήσεις γίνονται και εντός της οικογένειας, σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μιλάμε μόνο για ευάλωτα παιδιά, ούτε για ευαλωτότητα από οικονομικής ή κοινωνικής πλευράς. Μιλάμε για θέμα εμπιστοσύνης, καθώς σε περιπτώσεις που το θύμα κακοποιείται εντός της οικογένειας, ως παράγοντας θεωρείται η εμπιστοσύνη».

Το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει να ζούμε με μόνιμο φόβο ή τρόμο, πρόσθεσε, καταλήγοντας ότι «το θέμα είναι οι γονείς ή ο περίγυρος του παιδιού να είναι υποψιασμένος περισσότερο για το ποιος προσεγγίζει το παιδί, όχι γιατί μπορεί να το κακοποιήσει σεξουαλικά, αλλά γιατί μπορεί απλά να μη θέλει το καλό του ή μπορεί να το εκμεταλλευθεί με άλλο τρόπο».