Ανοιχτός ορίζοντας

Σήμερα μη μιλήσεις για ποιήματα/ σήμερα μη μιλήσεις για χαρά. / Πες… όχι άλλο πόλεμο.

Ποιήματα του Σωτήρη Παπαλαζάρου που σκοτώθηκε είκοσι ενός χρονών, τις 20 Ιουλίου 1974. Ένα χρόνο μετά την δολοφονία από την ΕΟΚΑ Β’ του δεκαεπτάχρονου αδελφού του Κυριάκου μέσα στην Μητρόπολη Πάφου. Ο Σωτήρης εκείνο το καλοκαίρι, είχε έρθει στην Κύπρο από το Ροστόφ, όπου σπούδαζε ιατρική. Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ενώθηκε με άλλους δημοκρατικούς πολίτες και έσπευσε στον Αστυνομικό Σταθμό Αγ. Ιωάννη Λεμεσού για να βοηθήσει στην άμυνα του.  Με την εκδήλωση της τουρκικής εισβολής  κατατάχθηκε αμέσως στην Εθνική Φρουρά και στάλθηκε στην μάχη στην Επισκοπή όπου τραυματίστηκε θανάσιμα.

Δεκαεπτά χρονών έγραφε την Ωδή για τη Ειρήνη το ιδανικό «το όραμα το αβέβαιο και σκοτεινό»  που «εμείς το αγαπήσαμε βαθειά/ γιατ’ ήταν ζυμωμένο στη δική μας παλάμη/με το δικό μας αίμα ˙». Ενας νεαρός ευαίσθητος ποιητής που όταν χρειάστηκε έδωσε το δικό του αίμα για την πατρίδα του πιστός στις αρχές του.

Ελάχιστος φόρος τιμής, μέρες που είναι  αυτά τα λίγα ποιήματα από την έκδοση της ΕΔΟΝ του 1977 «Σωτήρης Παπαλαζάρου, Ποιήματα, διηγήματα, ταξιδιωτικά». Έτσι κι αλλιώς στον Σωτήρη Παπαλαζάρου «ανήκει η δόξα και η τιμή της απλότητας του μεγάλου» όπως αναφέρει στον πρόλογο της έκδοσης ο Α.Κ.

 

Ωδή προς την Ειρήνη

Πήραμε μια μικρή, παιγνιδιάρα ακτίνα απ’ τον ήλιο.
Πήραμε κάτι απ’ την γαλήνη και την αυτοπεποίθηση της Φύσης.
Πήραμε κάτι απ’ την πρόοδο,
κάτι απ’ τους νεκρούς στρατιώτες,
τα σφίξαμε στην απαλάμη μας και πλάσαμε ένα ιδανικό,
Το ντύσαμε με λέξεις,
κάναμε πνεύμα την ύλη
και το ονομάσαμε Ειρήνη.

– Είναι οπτασία ασύλληπτη, όραμα αβέβαιο και σκοτεινό

είναι πολυδιαβατάρικο,

μας είπαν οι απελάτες και τα γεράκια.

Μα εμείς το αγαπήσαμε βαθειά

γιατ’ ήταν ζυμωμένο στη δική μας παλάμη

με το δικό μας αίμα˙

μυρωμένο με το δικό μας άγιο ιδρώτα.

Ειρήνη, Ειρήνη. Μπαλάντες σου πρέπουν Ειρήνη και ύμνοι.
Σε βλέπουμε παντού γιατ’ είσαι άφθαρτη και παντοτεινή.
Σε βλέπουμε να κτυπάς στις καρδιές των ανθρώπων
σε βλέπουμε αποτυπωμένη στο πρόσωπο τού κουρασμένου πολεμιστή
ζωγραφισμένη στης χαροκαμένης μάνας το τσεμπέρι.

Σε βλέπουμε στον άνεμο που σφυράει μεσ’ απ’ τις καμινάδες του αύριον

που σχηματίζει τραγούδι από φωτιά κι’ από ευτυχία και λιωμένο σίδερο

Σε βλέπουμε στο πρόσωπο του στοχαστή

που με το γυμνό του μέτωπο στον άνεμο

ζητά ν’ αντιφεγγίσει τες αστραπές και τα νοήματα των αιώνων.

Σε βλέπουμε, σαν ακούμε τους φθόγγους της λύρας

Που παίζει το σκοπό του αύριον και της αιωνιότητας το τραγούδι.

– Κι όμως γελαστήκατε, μας είπαν ξανά οι απελάτες

και μας δείξανε κάτι στάκτες

σ’ ένα αυλακωμένο απ’ τις μπόμπες χωράφι

κάτι καμένα απ’ την φωτιά του πολέμου αγριολούλουδα

κάτι σπόρους τρυπημένους απ’ τις σφαίρες.

Και δακρύσαμε.

Και πήραμε σκυφτοί να μαζεύουμε τούτα τα κειμήλια

και να τ’ απιθώναμε με ευλάβεια σε χρυσή λήκυθο ιερή.

Και πήραμε τα χορταριασμένα μονοπάτια μακρυά απ’ τον κόσμο

και στον ώμο μας τη λήκυθο είχαμε την ιερή.

Κι’ ήταν βαριά πολύ, αβάσταγη κι’ ας είχε μέσα στάκτες.

Κι’ έπεσε μεγάλο κακό κάτω στους κάμπους
και μαύρισε ο ουρανός.
Μπουρινιασμένος, τίναζε αστροπελέκια και βροντές κι’ αγέρι δυνατό.
Λύθηκαν οι ασκοί του Αιόλου και τα στοιχεία της φύσης
και μάς ρίξαν στο χώμα τη λήκυθο την ιερή
κι’ έσπασε.
Και βγήκε τότε μέσα απ’ τις στάκτες
κόρη φεγγαρολουσμένη κι’ αστραφτερή, κόρη αγγελοκάμωτη
και τίναξε τα ολόχρυσα της φτερά
κι αγκάλιασε ο ίσκιος της τον κόσμο πού ανατρίχιασε από χαρά
και το γέλιο ξανάνθισε στα σκασμένα του χείλη.

1970-71

 

Σήμερα μη μιλήσεις για ποιήματα

σήμερα μη μιλήσεις για χαρά.

Πες… όχι άλλο πόλεμο.

Πες φτάνει, όχι άλλο πόλεμο.

Και ρώτα… Θέλουμε πόλεμο;

κι’ έβγα στες ρούγες και ρώτησε

θέτε πόλεμο…

Ρώτα τα βράχια που στέκουν αιώνια

ρώτα τα πουλιά που κελαιδούν στα δέντρα

Ρώτα, θέτε άλλο πόλεμο…

Ρώτα τη μάνα τη μαυροντυμένη

Ρώτα τη μάνα με το πέτρινο πρόσωπο,

ρώτα το γεωργό με τη σφιγμένη γροθιά,

τον εργάτη με το μπαλωμένο κασκέτο…

Ρώτα τη καρδία του πονεμένου κύρη.

Και προχώρα και ρώτηξε τον κουρασμένο φαντάρο

που αποκοιμήθηκε ακουμπισμένος στο όπλο.

Ρώτα τον πολεμιστή μας την βαρειά χλαίνη

και το χιόνι στιβαγμένο στα γένια

να σου πει αν θέμε πόλεμο.

Ρώτα και το σκοτωμένο αδέρφι

κάτω στη χώρα των κυπαρισσιών.

Ρώτα και το σκοτωμένο αδέρφι

να σου πει αν θέμε πόλεμο.

Ροστώβ, 16.4.74     

 

Φιλοτέχνηση: Μίκης Λοίζου

Σε καρτερούσα αγαπημένη

κι ως σ’ είδα από μακρυά στητή, περήφανη,

να διαβαίνεις τους κακοτράχαλους δρόμους

της μικρής συνοικίας,

μέσα μου φτερούγισε αστραπή η αγάπη.

Κι’ η ελπίδα σφηνώθηκε βαθειά.

Κι ως σ’ είδα ο νους μου πέταξε

ψηλά πέρα στα σταχνοστεφανωμενα κορφοβούνια

ψηλά στων ακτών τις κατοικίες.

Στ’ αγκάλια τ’ ανοικτά ώρμησες

και γω τοιμάτηκα σφικτά να σε κρατήσω

γιατί είδα πέρα μακρυά τα νέφη να μαζεύονται

γιατί είδα δίπλα σκιές,

και στη γωνιά ανθρώπους

μ’ ανασκιωμένους γιακάδες,

και τα χέρια στες φουσκωμένες τσέπες

έτοιμους να ωρμήσουν.

Και ώρμησα να μπω μπρστά

να σε προστατέψω αγαπημένη.

Μα δεν πρόφτασα.

Δε πρόφτασες το φιλί να μου δώσεις.

Τα χείλη σου πάγωσαν, πέτρωσαν.

 

 

Θρήνος για το χαμένο αδέρφι

Στον Κυριάκο Παπαλαζάρου

Αδέρφι μου περήφανο και άμοιρο αντάμα.

Είναι μεγάλο το κακό ετούτο που σου κάμαν.

Τι έχει και σταμάτησε και δε κτυπά η καρδιά σου

γιατί είν’ κρύα τα χείλη σου και σφάλικτη η ματιά σου;

Ξύπνησες αδελφάκι μου αστέρι και διαμάντι,

ξύπνα και της μανούλα σου μίλα της και πες της κάτι.

Δε την θωρείς, απόγυρε στο τάφο σου απάνω,

και δεν ευρίσκω βάλσαμο τίποτε να τη γιάνω

Είσουν καλός και δίκαιος αδέρφι αγαπημένο,

μα τώρα μακρυά μας βρίσκεσαι στο χώμα σκεπασμένος.

Είσουν αστέρι που ‘δυσε και ήλιος που εχάθη,

τώρα αποβασίλεψες στης γης τα μαύρα βάθη.

Είμουν μακρυά σαν ήρθανε τα μαύρα τα μαντάτα

και πήρα δρόμο μακρυνό και πήρα μαύρη στράτα.

Ίσως σε φτάσω ζωντανό λίγο να μου μιλήσεις

μα πήρες δρόμο μακρυνό και πίσω δε γυρίζεις.

(απόσπασμα)