Της Ελένης Μαύρου

Την περασµένη Τετάρτη, το Υπουργικό Συµβούλιο ενέκρινε τροποποιήσεις στον Κώδικα Εφαρµογής της Πράσινης Γραµµής µετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Κωνσταντίνου Πετρίδη και Εξωτερικών, Νίκου Χριστοδουλίδη.

Το πρώτο που θα επεσήµανε κάποιος είναι µια αχρείαστη αντιπαράθεση µε την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού όπως παραδέχτηκε ο Υπουργός Εσωτερικών δεν υπήρξε καµιά διαβούλευση ή ενηµέρωση της Κοµισιόν για τις προθέσεις της κυβέρνησης.


Ο Κώδικας προβλέπει τις πρακτικές διευθετήσεις για εφαρµογή του Κανονισµού ο οποίος θεσπίστηκε το 2004. Όπως, σαφώς, σηµείωσε εκπρόσωπος της Κοµισιόν αµέσως µετά την ανακοίνωση: «Οποιαδήποτε αλλαγή στην πολιτική της κυβέρνησης της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας όσον αφορά τη διέλευση προσώπων ή εµπορευµάτων παράγει αποτελέσµατα µόνον εφόσον οι προτεινόµενες αλλαγές κοινοποιηθούν στην Επιτροπή και εφόσον η Επιτροπή δεν έχει εκφράσει την αντίρρησή της για αυτές εντός ενός µηνός».

Τα επιχειρήµατα δε που επιστρατεύτηκαν δεν πείθουν για την αναγκαιότητα, των περισσότερων τουλάχιστον, αλλαγών. Και µόνο ο χρόνος ανακοίνωσης των µέτρων και η απόφαση να επιβάλλεται πρόστιµο σε όλους (και Ελληνοκύπριους και πολίτες της ΕΕ) που εισέρχονται στην Κύπρο από παράνοµο σηµείο εισόδου (λιµάνι ή αεροδρόµιο), σε κάνει να διερωτάσαι για τις πραγµατικές προθέσεις πίσω από τα µέτρα.

Για παράδειγµα, ο Υπουργός Εσωτερικών επικαλέστηκε την παράνοµη µετανάστευση για να δικαιολογήσει τις αλλαγές.

Πρώτον: Υπολογίζεται ότι ένας σηµαντικός αριθµός των αιτητών ασύλου είναι µετανάστες που φτάνουν νόµιµα στην Κύπρο και µετά αποτείνονται για άσυλο.

∆εύτερον: Ακόµα και µετά τις αλλαγές, το δικαίωµα ενός πρόσφυγα ή ατόµου που χρήζει διεθνούς προστασίας, να αιτηθεί άσυλο φτάνοντας στα ελεγχόµενα σηµεία διέλευσης, δεν µπορεί να περιοριστεί.

Τρίτο: Φτάνει να δούµε τους αριθµούς για να αντιληφθούµε τη διόγκωση των δεδοµένων. Το 2004 είχαµε 13.200 αιτήσεις για άσυλο ενώ το 2018, µόλις 7.761.

Αν υπάρχει ένα πρόβληµα στην όλη διαδικασία ασύλου, που επιτρέπει σε αρκετούς να καταχρώνται αυτό το δικαίωµα σε βάρος εκείνων που το έχουν πραγµατική ανάγκη, είναι οι µεγάλες καθυστερήσεις στην εξέταση των αιτήσεων. Το τέλος του 2018 εκκρεµούσε η εξέταση 8.502 αιτήσεων. Αυτά τα προβλήµατα είναι που πρέπει να λύσει το Υπουργείο Εσωτερικών.

Επικαλέστηκαν ακόµα «θέµατα ασφάλειας».

Να θυµίσω µόνο ότι τουλάχιστον δύο δολοφονίες που συγκλόνισαν την Κύπρο, ο πενταπλός φόνος τον Ιούνη του 2012 και ο τετραπλός φόνος τον Ιούνη του 2016, έγιναν από πληρωµένους δολοφόνους που έφτασαν… νόµιµα στην Κύπρο! Είχε µάλιστα προηγηθεί η απέλαση (!) δυο Σέρβων εκτελεστών που εκδόθηκαν στην Κύπρο. Το µόνο µας πρόβληµα βέβαια τότε, ήταν η διαρροή των πληροφοριών στα ΜΜΕ την οποία «χρεώθηκε» ο τότε Υπαρχηγός της Αστυνοµίας.

Άστε που, ακούγεται αστείο το γεγονός ότι τα µέτρα ανακοινώθηκαν λίγες βδοµάδες µετά που γίναµε ρεζίλι (ξανά) για το ότι πουλούµε διαβατήρια σε δικτάτορες, µαφιόζους και καταζητούµενους.

Ασφαλώς και υπάρχουν κενά και προβλήµατα στον Κανονισµό. Αυτά όµως δεν αντιµετωπίζονται µε προτάσεις που δεν εξυπηρετούν τους επιδιωκόµενους στόχους και πάσχουν νοµικά.

Να µην ξεχνούµε ότι είναι η τουρκική κατοχή που παρεµποδίζει την ελεύθερη διακίνηση στον τόπο µας και η Κυπριακή ∆ηµοκρατία δεν µπορεί να προβαίνει σε ενέργειες που αναιρούν αυτή την πραγµατικότητα.