Ανδρέας Βύρας: Επιπλέον 40 εκατ. ευρώ αν ανθήσει η μεταρρύθμιση

Της Αντωνίας Λαμπράκη

• «Συμπιεσμένους» προϋπολογισμούς θέλει η κυβέρνηση

Σε μια περίοδο που τα προβλήματα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση οξύνονται συνεχώς, με τους δήμους να είναι αντιμέτωποι με σωρεία προβλημάτων που άπτονται της βιωσιμότητας και της αποτελεσματικής λειτουργίας τους, η κυβέρνηση παρατείνει τη «στριμωγμένη» οικονομική πολιτική στήριξης των δήμων.

Για το 2020, η ετήσια κρατική χορηγία προς τους δήμους παραμένει στα ίδια περσινά επίπεδα, δηλαδή στα 51 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, οι δήμοι θα λάβουν ως αντιστάθμισμα της κατάργησης του επαγγελματικού φόρου (πριν 14 χρόνια), χορηγία ύψους 17,5 εκατ. ευρώ, όπως και το 2019.

Η κρατική χορηγία παραχωρείται στους 30 δήμους που βρίσκονται στις ελεύθερες περιοχές.

Πάγιο αίτημα της Ένωσης Δήμων Κύπρου παραμένει η ουσιαστικότερη αύξηση της κρατικής χορηγίας ώστε η Τοπική Αυτοδιοίκηση να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην επίλυση των πολυσύνθετων προβλημάτων της τοπικής κοινωνίας.

Η κυβέρνηση, ενόψει της τροχιοδρομούμενης μεταρρύθμισης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πρότεινε στην Ένωση Δήμων Κύπρου όπως αν ευοδωθούν οι σχεδιασμοί και υλοποιηθεί η προτεινόμενη ριζική αναμόρφωση του θεσμού, τότε τα προερχόμενα έσοδα από την έκδοση και ανανέωση των αδειών κυκλοφορίας, που υπολογίζονται περίπου στα 40 εκατ. ευρώ ετησίως, να παραχωρούνται εν είδει πρόσθετης χορηγίας προς τους δήμους.

Την πρόταση αυτή έθεσε ο Υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Πετρίδης, στο τραπέζι της διαβούλευσης με την ηγεσία της Ένωσης Δήμων Κύπρου.

Η πρόταση βρίσκει σύμφωνη την Ένωση Δήμων που γνωρίζει από πρώτο χέρι ότι πολλοί δήμοι ασφυκτιούν υπό το βάρος της οικονομικής στενότητας.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Δήμων και δήμαρχος Λάρνακας, Ανδρέας Βύρας, επαναλαμβάνει ότι αποτελεί επιτακτική ανάγκη η αύξηση της κρατικής χορηγίας και καταθέτει την απαρέσκεια του Σώματος για το ανεπαρκές του ύψους της. Με δηλώσεις στην «Κυριακάτικη Χαραυγή», ο κ. Βύρας ανέφερε ότι ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης πλείστοι δήμοι έχουν υποστεί ουσιαστικές περικοπές και μείωση των εσόδων τους, υπενθυμίζοντας συνάμα ότι η κρατική χορηγία τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί σε σημαντικό βαθμό ως και 40%.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Δήμων σημείωσε επίσης ότι τέτοια είναι η δυσχερής οικονομική κατάσταση που έχουν περιέλθει κάποιοι δήμοι, ώστε να δυσκολεύονται να ανταποκριθούν ακόμη και στις βασικές υποχρεώσεις τους. Με αυτά τα δεδομένα, πρόσθεσε, γίνεται αντιληπτό ότι παραμένουν στενά τα περιθώρια για αναπτυξιακούς σχεδιασμούς, αναβάθμιση και εμπλουτισμό των δημοτικών υπηρεσιών που θα βελτιώνουν την ποιότητα ζωής του δημότη, όπως οι δήμοι επιθυμούν.

«Μετά την έξοδο από το μνημόνιο, όταν δηλώνεται ότι η οικονομία είναι σε τροχιά ανάπτυξης και δυναμικής προοπτικής, το κράτος θα πρέπει να στηρίξει ουσιαστικότερα τους δήμους», δήλωσε ο κ. Βύρας, υποδεικνύοντας συνάμα ότι «ενώ ορθά αποκαταστάθηκε η μισθοδοσία των δημοτικών εργαζομένων, με το κόστος του μισθολογίου και το λειτουργικό κόστος να αυξάνεται, εντούτοις οι οικονομικοί πόροι παραμένουν μειωμένοι».

Η πίτα της κρατικής χορηγίας

Η μερίδα του λέοντος από την κρατική χορηγία για το 2020, μεταξύ των αστικών δήμων, πάει στα ταμεία του Δήμου Λεμεσού που θα λάβει το ποσό των €6.192.730.

Οι υπόλοιποι αστικοί δήμοι θα λάβουν ως ακολούθως:

• Λευκωσία: €3.874.114

• Λάρνακα: €3.673.370

• Πάφος: €2.295.121

Από τους μη αστικούς δήμους, ιδιαίτερα υψηλή χορηγία λαμβάνει ο Δήμος Στροβόλου με το ποσό των €4.231.646. Με απόσταση ακολουθεί ο Δήμος Λακατάμειας με το ποσό των €2.559.577 και την τριάδα συμπληρώνει ο Δήμος Κάτω Πολεμιδιών με το ποσό του €1.839.442.

Το χαμηλότερο μερίδιο χορηγίας λαμβάνει ο Δήμος Πάνω Λευκάρων, μόλις €650.192 και ακολουθούν οι Δήμοι Πόλης Χρυσοχούς και Πέγειας με €756.081 και €813.120, αντίστοιχα.

 

Προϋπολογισμοί οικονομικής αυστηρότητας

Μαζεμένους προϋπολογισμούς για το 2020 και το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό Πλαίσιο – ΜΔΠ 2020-2022, ζητά από τους δήμους το Υπουργείο Οικονομικών. Το Υπουργείο Οικονομικών, στην καθιερωμένη εγκύκλιο-επιστολή προς το Υπουργείο Εσωτερικών, αναφορικά με τον καταρτισμό των προϋπολογισμών, καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές και το πλαίσιο που καλούνται οι δήμοι να προετοιμάσουν τον προϋπολογισμό τους για το 2020. Κύριο χαρακτηριστικό των κυβερνητικών συστάσεων, η οικονομική αυστηρότητα.

Σε πρώτο πλάνο, το Υπουργείο Οικονομικών υποδεικνύει στους αιρετούς άρχοντες ότι οι δαπάνες θα πρέπει να είναι εντός των οικονομικών δυνατοτήτων των δήμων, «αντικατοπτρίζοντας ταυτόχρονα τις στρατηγικές κατευθύνσεις της κυβέρνησης».

Κατά δεύτερο, όσον αφορά τους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς, το Υπουργείο Οικονομικών υποδεικνύει ότι «για τα νέα έργα θα πρέπει να γίνεται αξιολόγηση, με την οποία θα διαφαίνεται ότι αυτό είναι οικονομικά προσιτό και βιώσιμο και να έχει υψηλή προστιθέμενη αξία», προσθέτοντας ότι «στον προϋπολογισμό πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο τα έργα που είναι ώριμα και θα υλοποιηθούν στο επόμενο ΜΔΠ».

Η τήρηση της περιοριστικής πολιτικής διατηρείται και στο κεφάλαιο της απασχόλησης και της στελέχωσης των δήμων. Τα τελευταία χρόνια η υποστελέχωση ταλαιπωρεί πολλούς δήμους, μεγάλους και μικρούς, καθώς δεν είναι επαρκώς στελεχωμένες οι υπηρεσίες τους και οι εγκρίσεις ξεπαγώματος θέσεων δίνονται με ιδιαίτερη φειδώ. Παρά τις διαμαρτυρίες των δήμων, εντούτοις το αρμόδιο Υπουργείο συνεχίζει τη «ζόρικη» πολιτική του. Το Υπουργείο Οικονομικών καθιστά σαφές προς τους δήμους ότι στον προϋπολογισμό του 2020 θα περιληφθούν όσες θέσεις θα έχουν εξεταστεί από το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2019.

Σε μια προσπάθεια άμβλυνσης του προβλήματος της ανεπαρκούς στελέχωσης, πολλοί δήμοι ακολουθούν την επιλογή της αγοράς ή της μίσθωσης υπηρεσιών για τη διεκπεραίωση ενός ευρέως φάσματος δραστηριοτήτων. Η επιλογή αυτή προκαλεί την αντίδραση του συνδικαλιστικού κινήματος που κατ’ επανάληψη έχει προειδοποιήσει για τις αρνητικές επιπτώσεις που συνεπάγεται.

Επί του θέματος και το Υπουργείο Οικονομικών παρουσιάζεται να μην προκρίνει αυτή την επιλογή, εξού και στην εγκύκλιο επισημαίνει προηγούμενες σχετικές εγκυκλίους του και του Γενικού Λογιστηρίου επίσης, στις οποίες «δίνονται σαφείς οδηγίες αναφορικά με τις περιπτώσεις που συνάπτεται σύμβαση αγοράς υπηρεσιών και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για αποφυγή δημιουργίας υπαλληλικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών». Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Μολονότι η κυβέρνηση παρουσιάζεται να μην προκρίνει την αγορά υπηρεσιών, εντούτοις στην πράξη την υιοθετεί και σε διάφορες θέσεις εργοδοτούνται άτομα με ανάλογες συμβάσεις εργασίας.

Το Υπουργείο Οικονομικών καλεί επίσης τους δημάρχους να μεριμνήσουν για εξάλειψη της υπερωριακής απασχόλησης ή περιορισμό της στο ελάχιστο.

Οι όροι μισθοδοσίας, τα επιδόματα και τα ωφελήματα των δημοτικών εργαζομένων παραμένουν ως έχουν, σημειώνει το αρμόδιο Υπουργείο.

 

Λιγότερες εκδηλώσεις και δημόσιες σχέσεις

Στην κυβερνητική εγκύκλιο περιλαμβάνεται αναφορά και για τη διοργάνωση πολιτιστικών και άλλων εκδηλώσεων. Το Υπουργείο Οικονομικών συστήνει στους δήμους όπως με φειδώ διοργανώνουν τις απαραίτητες εκδηλώσεις.

Ανάλογη σύσταση περιλαμβάνεται και για τα έξοδα φιλοξενίας και δημοσίων σχέσεων που ξοδεύουν οι δήμοι, καθώς και για την παραχώρηση χορηγιών και εισφορών σε τρίτους.

Η αλήθεια είναι ότι κυρίως κατά την καλοκαιρινή περίοδο οι δήμοι διοργανώνουν ποικίλες εκδηλώσεις στις οποίες συχνά φιλοξενούνται επώνυμα ονόματα της μουσικής σκηνής, έναντι βεβαίως του ανάλογου αντιτίμου.

 

Κάμψη της δυναμικής της οικονομίας

Ευοίωνες προβλέπονται οι προοπτικές για την κυπριακή οικονομία την επόμενη τριετία, όπως αναφέρει στην εγκύκλιό του το Υπουργείο Οικονομικών. Σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να περιοριστεί το 2020 στο 3,2% από 3,6% που είναι το 2019, ενώ την επόμενη διετία 2021 και 2022 προβλέπεται ότι θα επιβραδυνθεί στο 3,0%, αντίστοιχα για κάθε έτος.

Ο ρυθμός πληθωρισμού για το 2020 προβλέπεται να κυμανθεί στο 1,2% από 0,5% το 2019, ενώ για τα έτη 2021 και 2022 προβλέπεται να ανέλθει στο 1,5% και 1,5%, αντίστοιχα.

Στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών εξηγούσαν ότι είναι αναμενόμενη η μερική κάμψη του ρυθμού ανάπτυξης, καθώς η οικονομία κάνει κύκλους.

Όσον αφορά το δείκτη ανεργίας αναμένεται ότι θα συνεχίσει την καθοδική πορεία του. Συγκεκριμένα, ο δείκτης θα υποχωρήσει στο 6% το 2020 από 7% το 2019 και κατά την περίοδο 2021 και 2022 το ποσοστό ανεργίας θα κυμανθεί στο 5,5% και 5%, αντίστοιχα.