Σταύρη Καλοψιδιώτου: Πραγματικό διακύβευμα η Ομοσπονδία και όχι η αποκέντρωσή της

-«Το διαπραγματευτικό κεκτημένο που κληρονόμησε ο κ. Αναστασιάδης από τον Δημήτρη Χριστόφια διασφάλιζε την ενότητα του κράτους με τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την εύρυθμη λειτουργία του, κλειδώνοντας τα τρία singles»


Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei



-«Όσο ο κ. Αναστασιάδης αλληθωρίζει, όσο δεν πείθει για τις προθέσεις του, όσο δεν επαναρχίζουν οι διαπραγματεύσεις, η Τουρκία και ο κ. Τατάρ θα συνεχίσουν να εμβαθύνουν τη διχοτόμηση σχεδόν ανενόχλητοι»

«Για πρώτη φορά μετά από 20 σχεδόν χρόνια, στην αμφισβήτηση της πολιτικής ισότητας η τουρκική πλευρά απαντά με την κυριαρχική ισότητα, που, ναι, συνεπάγεται ουσιαστικά λύση δύο κρατών»

«Συμφωνημένη διχοτόμηση δεν μπορεί να υπάρξει. Κανενός Ελληνοκύπριου ηγέτη δεν σηκώνουν οι ώμοι την επίσημη εκχώρηση της πατρίδας, την οριστικοποίηση της προσφυγιάς, την απώλεια περιουσιών, τη δημιουργία χερσαίων συνόρων με την Τουρκία. Η de facto διχοτόμηση όμως, με τα ίδια αποτελέσματα, μας κτυπά την πόρτα»

 

Συνέντευξη στη Νίκη Κουλέρμου

 

Σε αποσύνθεση του ενός κράτους και στη δημιουργία χωριστών οντοτήτων συνηγορεί η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων που είναι σύμφυτες με τα βασικά γνωρίσματα του κράτους, όπως είναι η μία κυριαρχία, η μία διεθνής προσωπικότητα και η μία ιθαγένεια. Τέτοιες αρμοδιότητες έχουν να κάνουν με την εξωτερική πολιτική του κράτους, την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, περιλαμβανομένης της ΑΟΖ, τους φυσικούς πόρους, τη δημοσιονομική πολιτική, την πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Το διαπραγματευτικό κεκτημένο που κληρονόμησε ο κ. Αναστασιάδης από τον Δημήτρη Χριστόφια διασφάλιζε την ενότητα του κράτους με τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την εύρυθμη λειτουργία του, κλειδώνοντας τα τρία singles. Τονίζοντας όλα τα πιο πάνω η Σταύρη Καλοψιδιώτου, νομικός-διεθνολόγος, μέλος του Γραφείου Κυπριακού της Κ.Ε. ΑΚΕΛ, επισημαίνει ότι στο σημερινό πλαίσιο, που το πραγματικό διακύβευμα είναι η διαφύλαξη της ομοσπονδιακής λύσης και όχι ο βαθμός αποκέντρωσής της, λανθασμένα ο κ. Αναστασιάδης ξανανοίγει τέτοια ζητήματα.

«Κάθε φορά που ξανανοίγουν συγκλίσεις δημιουργείται χώρος για αμφισβήτηση και παρεισφρέουν επικίνδυνες ιδέες», τονίζει η Σταύρη Καλοψιδιώτου.

 

  

Πώς να εκλάβουμε τον όρο της «κυριαρχικής ισότητας» που προβάλλει η τουρκική πλευρά σε αντιδιαστολή με την πολιτική ισότητα; Είναι το ίδιο με τη λύση δύο κρατών;

 

Η κυριαρχία στο διεθνές δίκαιο συνιστά ένα από τα τρία εγγενή χαρακτηριστικά του κράτους. Αποτελεί ιδιότητα σύμφυτη με την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου κράτους, όπως αυτά διαμορφώθηκαν σταδιακά στη μεταβεστφαλιανή εποχή. Αυτή η ιδιότητα υπαγορεύει την αποκλειστική ικανότητα άσκησης αποτελεσματικής εξουσίας και λήψης δεσμευτικών αποφάσεων σε ορισμένο έδαφος και πληθυσμό από κράτη. Η κυριαρχική ισότητα (sovereign equality) είναι απόρροια της κρατικής κυριαρχίας και διασαφηνίζει ότι τα κράτη είναι νομικά ισότιμα και πολιτικά ανεξάρτητα, κι ότι απαγορεύονται οι επεμβάσεις στα εσωτερικά τους από τρίτους. Πρόκειται λοιπόν για μία από τις πλέον θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και είναι σαφές ότι αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα σε κυρίαρχα κράτη. Αυτό καταγράφεται επίσης και στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, στο άρθρο 2(1). Η πολιτική ισότητα, από την άλλη, αφορά το εσωτερικό ενός κράτους και τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού. Πρόκειται για το δικαίωμα όλων των συνιστωσών ενός γηγενούς πληθυσμού να συμμετέχουν ισότιμα, όχι απαραίτητα με αριθμητική ισότητα, αλλά αποτελεσματικά, στα όργανα εξουσίας και στη λήψη αποφάσεων του κράτους -που λανθασμένα θεωρούμε ότι αποτελεί κυπριακή ιδιαιτερότητα. Δυστυχώς, η αμφισβήτηση και δαιμονοποίηση της πολιτικής ισότητας από τον κ. Αναστασιάδη -παρότι το πλαίσιο του ΟΗΕ για την εφαρμογή της στην Κύπρο χρονολογείται (1990) και το ζήτημα της αποτελεσματικής συμμετοχής στα βασικά όργανα και στη λήψη αποφάσεων ήταν ουσιαστικά λυμένο στο Κραν Μοντανά- διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εκτροπή που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

 

Πώς το εξηγείτε αυτό;

 

Ενώ από το 2003 η τουρκική πλευρά συζητούσε επίσημα για ομοσπονδιακή λύση -δηλαδή για ένα κυρίαρχο κράτος, με όσες προσπάθειες κι αν γίνονταν κατά καιρούς για παρείσφρηση συνομοσπονδιακών στοιχείων που όμως αντιμετωπίζονταν στις διαπραγματεύσεις- για πρώτη φορά μετά από 20 σχεδόν χρόνια, στην αμφισβήτηση της πολιτικής ισότητας απαντά με την κυριαρχική ισότητα, που ναι συνεπάγεται ουσιαστικά λύση δύο κρατών, πράγμα απαράδεκτο. Η παρείσφρηση και πιθανή υιοθέτηση τέτοιων καινοφανών όρων θα καταργήσει το κεκτημένο αναφορικά με τη μία κυριαρχία, όπως αποτυπώνεται στα Κοινά Ανακοινωθέντα Χριστόφια – Ταλάτ, στο Έγγραφο Ντάουνερ και στην Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη – Έρογλου. Και μαζί τους την προοπτική για λύση που να επανενώνει τον τόπο και το λαό μας. Και είναι γι’ αυτό που ο κ. Αναστασιάδης οφείλει να εγκαταλείψει τους όποιους πειραματισμούς και να πείσει όλους ότι είναι έτοιμος να διαπραγματευτεί από κει που μείναμε το 2017, χωρίς υποσημειώσεις και χωρίς ίχνος αμφισβήτησης της πολιτικής ισότητας.

 

Χαλαρή ομοσπονδία, συνομοσπονδία και λύση δύο κρατών. Ποιες οι διαφορές και τι να αποφύγουμε ώστε να μην καταλήξουμε τελικά σε «βελούδινη» διχοτόμηση;

 

Ο όρος χαλαρή ομοσπονδία δεν έχει καμία επιστημονική βάση και δικαίως όταν χρησιμοποιείται εκλαμβάνεται ως προσπάθεια συγκάλυψης μιας μορφής διευθέτησης που εκφεύγει της ομοσπονδίας, δηλαδή του ενός κράτους. Με σημείο αναφοράς την επιστήμη του συνταγματικού δικαίου και την πολιτειολογία, μια ομοσπονδία μπορεί να είναι είτε συγκεντρωτική είτε αποκεντρωμένη. Ο χαρακτηρισμός της έχει να κάνει με τις αρμοδιότητες που αποδίδονται στο κεντρικό κράτος. Αποκεντρωμένες είναι κατά βάση οι παλαιότερες ομοσπονδίες που προέκυψαν από συνομοσπονδίες (ΗΠΑ, Ελβετία κ.α.), καθώς και ομοσπονδίες που δημιουργήθηκαν για να επιλύσουν εθνικά προβλήματα (Βέλγιο). Η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων λοιπόν δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη συνομοσπονδία και δύο κράτη. Αυτό όμως που συνηγορεί στην αποσύνθεση τού ενός κράτους και τη δημιουργία χωριστών οντοτήτων είναι η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων που είναι σύμφυτες με τα βασικά γνωρίσματα του κράτους, όπως είναι η μία κυριαρχία, η μία διεθνής προσωπικότητα και η μία ιθαγένεια. Ενδεικτικά, τέτοιες αρμοδιότητες έχουν να κάνουν με την εξωτερική πολιτική του κράτους, την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, περιλαμβανομένης της ΑΟΖ,  τους φυσικούς πόρους, τη δημοσιονομική πολιτική, την πολιτική ασφάλειας και άμυνας. Το διαπραγματευτικό κεκτημένο που κληρονόμησε ο κ. Αναστασιάδης από τον Δημήτρη Χριστόφια διασφάλιζε την ενότητα του κράτους με τις αναγκαίες αρμοδιότητες για την εύρυθμη λειτουργία του, κλειδώνοντας τα τρία singles. Έχοντας αυξήσει ο κ. Αναστασιάδης τον αριθμό των αρμοδιοτήτων κατά ένα τρίτο, σήμερα υπαναχωρεί από όσα ο ίδιος είχε συμφωνήσει. Χωρίς να έχει εξηγήσει μέχρι σήμερα πού θέλει να οδηγήσει την αποκέντρωση, χωρίς να έχει εξηγήσει ποιες αρμοδιότητες μπορούν να μεταφερθούν στις πολιτείες δίχως να οδηγηθούμε σε συνομοσπονδία και έμμεσα ή άμεσα σε δύο κράτη. Στο σημερινό πλαίσιο, που το πραγματικό διακύβευμα είναι η διαφύλαξη της ομοσπονδιακής λύσης και όχι ο βαθμός αποκέντρωσής της, λανθασμένα ο κ. Αναστασιάδης ξανανοίγει τέτοια ζητήματα. Όχι μόνο γιατί υποσκάπτει ο ίδιος τη θέση για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων από κει που έμειναν, αλλά και γιατί παρέχει στην τουρκική πλευρά τη δυνατότητα να επιδιώξει και με αυτό τον τρόπο στρέβλωση της μορφής λύσης. Συμφωνημένη διχοτόμηση δεν μπορεί να υπάρξει. Κανενός Ελληνοκύπριου ηγέτη δεν σηκώνουν οι ώμοι την επίσημη εκχώρηση της πατρίδας, την οριστικοποίηση της προσφυγιάς, την απώλεια περιουσιών, τη δημιουργία χερσαίων συνόρων με την Τουρκία. Η de facto διχοτόμηση όμως, με τα ίδια αποτελέσματα, μας κτυπά την πόρτα.

 

Η Τουρκία έχει επιτεθεί δημόσια στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την αναφορά του, στο τελευταίο ψήφισμα για ανανέωση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, σε Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία, σε μια στιγμή που η διεθνής κοινότητα (ΟΗΕ, χώρες-μέλη του Σ. Ασφαλείας και ΕΕ) έχει ξεκαθαρίσει όσο ποτέ άλλοτε ότι παραμένει δεσμευμένη στη ΔΔΟ. Μπορεί αυτή η επίθεση να ερμηνευθεί ως διαπραγματευτική κίνηση; Εν τοιαύτη περιπτώσει τι πρέπει να προσέξει η ε/κ πλευρά;

 

Η Τουρκία μάς έχει συνηθίσει να διαμαρτύρεται διεθνώς και να εξαπολύει μύδρους ενάντια σε οργανισμούς, σε αξιωματούχους, μέχρι και σε αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων προκειμένου να κάνει αισθητή τη θέση της σε ζητήματα που άπτονται του ειδικού της ενδιαφέροντος. Και την έχουμε επίσης δει να ρίχνει τους τόνους, όταν αυτό την εξυπηρετεί στη συνέχεια. Με δημόσια εκπεφρασμένη τη θέση της Τουρκίας για δύο κράτη και κυριαρχική ισότητα έπρεπε να αναμένουμε τις τουρκικές αντιδράσεις στο πρόσφατο ψήφισμα. Το κατά πόσον η Τουρκία θα συνεχίσει να εμμένει σε αυτή την απαράδεκτη θέση, μόνο στις διαπραγματεύσεις μπορεί να καταγραφεί. Στις οποίες η ελληνοκυπριακή πλευρά πρέπει να προσέλθει χωρίς να αφήνει και πάλι περιθώρια αμφισβήτησης ως προς τη βούλησή της για επανέναρξη της διαδικασίας από κει που έμεινε το 2017, χωρίς νέες παλινδρομήσεις και υπαναχωρήσεις -επιδιώκοντας πειστικά να διανοιχθεί ξανά η προοπτική για λύση στο συμφωνημένο πλαίσιο και νοουμένου ότι η τουρκική πλευρά θα αλλάξει στάση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο αρκετά έγκαιρα το ΑΚΕΛ υπέβαλε στον κ. Αναστασιάδη ολοκληρωμένη πρόταση αναφορικά με το τι πρέπει να πράξει η πλευρά μας ενόψει της άτυπης συνάντησης και για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, δυστυχώς χωρίς καμιά μέχρι στιγμής ανταπόκριση.

 

Στο τελευταίο ψήφισμα έγινε αναφορά στη ΔΔΟ, αλλά όχι στην επανάληψη συνομιλιών με βάση «την Κοινή Διακήρυξη του Φεβρουαρίου, τις συγκλίσεις και το πλαίσιο Γκουτέρες». Μπορεί να ερμηνευθεί αυτό και ως «καμαρόπορτα» για να συζητηθεί κάτι άλλο ως βάση συζήτησης εκτός από τη ΔΔΟ;

 

Ούτε καμαρόπορτα ούτε χαραμάδα μπορεί να ανοίξει για να αλλάξει η βάση λύσης παρά μόνο με τη δική μας ρητή συγκατάθεση ή σιωπηλή αποδοχή. Ούτε διεθνώς προκρίνεται «λύση δύο κρατών». Αυτό που σημειώνετε όμως -η αφαίρεση της αναφοράς για επανέναρξη των συνομιλιών με την Κοινή Διακήρυξη, τις συγκλίσεις και το πλαίσιο Γκουτέρες- είναι μια αρνητική εξέλιξη. Διότι αυτό το κεκτημένο αποτελεί ασπίδα της ομοσπονδιακής λύσης, ενώ αποδεδειγμένα κάθε φορά που ξανανοίγουν συγκλίσεις δημιουργείται χώρος για αμφισβήτηση και παρεισφρέουν επικίνδυνες ιδέες. Ό,τι κι αν λέγεται στο εσωτερικό, η στάση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας αποτελεί άλλο ένα αποτύπωμα του ναυαγίου του 2017 και των πειραματισμών που μεσολάβησαν -όπως και η πρόσφατη επίρριψη ευθυνών από τον κ. Γιούνκερ στους δύο ηγέτες και όχι στην Τουρκία, όπως και η απαράδεκτη στάση του Βρετανού ΥΠΕΞ που απέφυγε να ονομάσει τη βάση λύσης. Είναι πλέον καθοριστική η αναμέτρησή μας με την πραγματικότητα για όσους βέβαια θέλουν να λάβουν το μήνυμα: όσο ο κ. Αναστασιάδης αλληθωρίζει, όσο δεν πείθει για τις προθέσεις του, όσο δεν επαναρχίζουν οι διαπραγματεύσεις, η Τουρκία και ο κ. Τατάρ θα συνεχίσουν να εμβαθύνουν τη διχοτόμηση σχεδόν ανενόχλητοι.

 

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.

Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei