Στη Χάγη, στη Χάγη!



Της
Ελένης Μαύρου

 

Στη Χάγη, στη Χάγη!

Πολλή συζήτηση γίνεται τις τελευταίες μέρες για την απόφαση της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ) για το ζήτημα των παράνομων γεωτρήσεων της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ.


Είναι αναμφίβολα χρήσιμο και πολύτιμο κάθε νομικό όπλο που μπορούμε να έχουμε ώστε να υπερασπιστούμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας από την τουρκική επιθετικότητα. Είναι σημαντικό όμως να γνωρίζουμε και να κατανοούμε, ρεαλιστικά, τις προοπτικές επιτυχίας κάθε βήματος που κάνουμε.

Όπως αντιλαμβάνομαι, από τις τοποθετήσεις νομικών και διεθνολόγων τις τελευταίες μέρες, για να εξεταστεί μια τέτοια διαφορά από το ΔΔΧ, το ανώτατο δικαστήριο παγκόσμια για την επίλυση διαφορών νομικής φύσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών, θα πρέπει:

(α) και τα δύο μέρη να αποδέχονται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή

(β) και τα δύο μέρη να συμφωνήσουν στο αντικείμενο της διαφοράς που θα παραπεμφθεί στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ή

(γ) τα δύο μέρη να έχουν υπογράψει μια διεθνή συνθήκη η οποία να προβλέπει την υποχρεωτική παραπομπή στο ΔΔΧ.

Στη δική μας περίπτωση όμως ούτε το (α) ισχύει, αφού η Τουρκία δεν αποδέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ούτε μπορούμε να ελπίζουμε βάσιμα ότι η Τουρκία θα αποδεχθεί το (β) παρά μόνο, ενδεχομένως, μετά τη λύση του Κυπριακού (δεν πιστεύω να περιμέναμε ότι στέλνοντας ένα… φαξ στην τουρκική πρεσβεία στην Αθήνα η Τουρκία θα έσπευδε να συμφωνήσει) αλλά ούτε το (γ) ισχύει καθώς η Τουρκία δεν έχει επικυρώσει μια τέτοια σύμβαση-διεθνή συνθήκη.

Υπάρχει και η επιλογή της γνωμοδότησης από το ΔΔΧ, κάτι που είχε επισημανθεί από το 1991 –τουλάχιστον από το ΑΚΕΛ, ίσως και από άλλους– για την οποία όμως απαιτείται έγκριση από τη Γενική Συνέλευση ή το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και η οποία δεν είναι νομικά δεσμευτική.

Άρα τι περιμένουμε να κερδίσουμε με την κίνηση αυτή;

Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι, είναι περισσότερο μια κίνηση τακτικής που αναδεικνύει την προσήλωσή μας στο διεθνές δίκαιο, αφήνει εκτεθειμένη την Τουρκία και ενδυναμώνει τα επιχειρήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η επιδίωξη αυτή, από μόνη της, έχει τη σημασία της. Θα είναι σίγουρα πολιτικά χρήσιμη στον αγώνα μας για προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου.

Ένα είναι όμως αυτό και άλλο είναι να αφήνεται η εντύπωση ότι η προσφυγή στη Χάγη μπορεί να διασφαλίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως δήλωσε ο Νίκος Αναστασιάδης ή έστω, να καλλιεργούνται φρούδες ελπίδες ότι «πάμε μονομερώς στη Χάγη με την ελπίδα ότι στη συνέχεια η Τουρκία θα απαντήσει θετικά και θα έρθει κι αυτή ώστε να οριοθετήσουμε τις ΑΟΖ μας», όπως δήλωσε ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Χριστοδουλίδης.

Όπως όλοι αντιλαμβάνονται, αν δεν προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία, τέτοιες κινήσεις ενέχουν και κάποιους κινδύνους, τόσο σε επίπεδο ΟΗΕ όσο και σε επίπεδο Διεθνούς Δικαστηρίου. Ο λαϊκισμός και τα επικοινωνιακά παιγνίδια, σε τέτοιες περιπτώσεις, μπορούν να γίνουν επικίνδυνα.