Φωτογραφία: Φίλιππος Χρίστου

Στους πρακτικούς τρόπους συνεισφοράς των κοινοβουλίων στην πάταξη της διαφθοράς αναφέρθηκε η βουλευτής Ειρήνη Χαραλαμπίδου, υπό την ιδιότητα της Ειδικής Αντιπροσώπου της ΚΣ ΟΑΣΕ για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς.

Μιλούσε κατά την Προπαρασκευαστική Συνάντηση του 28ου Οικονομικού και Περιβαλλοντικού Φόρουμ του ΟΑΣΕ, οι εργασίες του οποίου ολοκληρώνονται σήμερα.

Σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση της Βουλής, σε παρέμβασή της χθες, στην ενότητα με θέμα “Προκλήσεις και ευκαιρίες στην πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς», η κ. Χαραλαμπίδου ανέπτυξε τον σημαντικό ρόλο που πρέπει να διαδραματίσουν τα κοινοβούλια τόσο μέσω της νομοθετικής αρμοδιότητάς τους όσο και μέσω της άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Σε ό,τι αφορά σε θέματα νομοθεσίας, η κ. Χαραλαμπίδου επεσήμανε ότι αυτή θα πρέπει να παρέχει σε διωκτικές και δικαστικές αρχές τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά και τους απαραίτητους πόρους, για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Είπε επίσης ότι η ποινικοποίηση όλων των μορφών διαφθοράς πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα σε όλα τα συμμετέχοντα Κράτη του ΟΑΣΕ.

Η Ειδική Αντιπρόσωπος της ΚΣ ΟΑΣΕ, προστίθεται, ανέφερε ότι τα εθνικά κοινοβούλια πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα την υιοθέτηση νομοθεσίας που να επιτρέπει στους πολίτες να αναφέρουν με ασφάλεια διεφθαρμένες συμπεριφορές που έρχονται στην αντίληψή τους, σε ένα πλαίσιο στο οποίο διαφυλάσσεται η ταυτότητα και η ασφάλεια του πληροφοριοδότη.

Επιπλέον, σημείωσε η κ. Χαραλαμπίδου, τα κοινοβούλια πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη να διασφαλίσουν μέσω αποτελεσματικής νομοθεσίας ότι το περιβάλλον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης παραμένει πλουραλιστικό και προστατευμένο από υπερβολική επιρροή, ώστε τα MME να ασκούν αποτελεσματικά τη σημαντική λειτουργία τους.

Είναι εξίσου σημαντικό, πρόσθεσε η κ. Χαραλαμπίδου, να διαμορφώσουμε νομοθεσία που θα ευθυγραμμίζει τις εταιρικές συμπεριφορές με τους κανόνες κατά της διαφθοράς, καθώς η διαφθορά στις ιδιωτικές επιχειρήσεις παραμένει φλέγον ζήτημα σε όλες τις χώρες. Ένα πρώτο βήμα θα ήταν η αποκάλυψη στοιχείων των τελικών δικαιούχων για όσες εταιρίες επιθυμούν συναλλαγή με το δημόσιο.

Ως αυτονόητη δε υποχρέωση των κοινοβουλίων, επεσήμανε η κ. Χαραλαμπίδου, τη μη εξαίρεσή τους από ψήφιση και εφαρμογή πλαισίων που να αφορούν στα ίδια τα κοινοβούλια. Η ύπαρξη και εφαρμογή ισχυρής νομοθεσίας σχετικά με καίρια ζητήματα, όπως το ασυμβίβαστο, η σύγκρουση συμφερόντων των βουλευτών, η διαφάνεια στη χρηματοδότηση πολιτικών κομμάτων και η διαφάνεια στην άσκηση πίεσης (lobbying) είναι πρωταρχικής σημασίας για την πρόληψη της διαφθοράς.

Είπε, επίσης, ότι τα κοινοβούλια οφείλουν να προχωρήσουν πέρα ​​από τη διασφάλιση υιοθέτησης νομοθεσιών στην ενσωμάτωση των σχετικών διεθνών προτύπων και καλών πρακτικών – όπως αυτά που πηγάζουν από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς – στην εθνική νομοθεσία. Σε αυτό το πλαίσιο, σημείωσε και το ρόλο που διεθνείς θεσμοί, όπως η Κ.Σ. ΟΑΣΕ, διαδραματίζουν στην ανταλλαγή καλών πρακτικών.

Στα πλαίσια του εξίσου σημαντικού κοινοβουλευτικού ελέγχου στην προσπάθεια καταπολέμησης της διαφθοράς, η κ. Χαραλαμπίδου τόνισε επίσης ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να καλύπτει κυβερνητικούς αξιωματούχους, κρατικούς υπαλλήλους και κάθε δημόσια χρηματοδότηση, καθώς και ιδιωτικές εταιρείες, στο βαθμό που συνεργάζονται με το κράτος.

Επιπλέον, είπε ότι τα κοινοβούλια πρέπει να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία και αυτονομία των βασικών εθνικών φορέων καταπολέμησης της διαφθοράς, όπως το δικαστικό σώμα, οι εισαγγελικές αρχές, οι Επίτροποι, ο Γενικός Ελεγκτής και οι υπηρεσίες καταπολέμησης της διαφθοράς, από πολιτικές ή άλλες παρεμβάσεις.

Ως παράδειγμα, ανέφερε ότι, για τον διορισμό των σχετικών αξιωματούχων, θα πρέπει να απαιτείται τη συγκατάθεση των εθνικών κοινοβουλίων, ανεξάρτητα από τη συνταγματική οργάνωση εκάστης χώρας. Υποστήριξε συναφώς ότι, είτε σε κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, είτε σε προεδρικές, η απώλεια αυτής της αρμοδιότητας από τα κοινοβούλια στερεί από το σύνολο του πολιτικού συστήματος τους απαιτούμενους δημοκρατικούς ελέγχους και εξισορροπήσεις.

Η Ειδική Αντιπρόσωπος της ΚΣ ΟΑΣΕ για την Καταπολέμηση της Διαφθοράς πρόσθεσε ότι τα κοινοβούλια πρέπει να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με την κοινωνία των πολιτών και τους διεθνείς φορείς για την πάταξη της διαφθοράς.

Λέγοντας ότι η πολιτική βούληση παραμένει το κλειδί για την επίτευξη προόδου στην καταπολέμηση της διαφθοράς, αναφέρθηκε στην επείγουσα ανάγκη αλλαγής νοοτροπίας και υποστήριξε ότι οι διεθνείς οργανισμοί διαδραματίζουν καίριο ρόλο σ’ αυτά τα πλαίσια, ενώ τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό σχετικά με την καθιέρωση θεσμικών δομών και διαδικασιών, που βελτιώνουν τις εθνικές ικανότητες για καταπολέμηση της διαφθοράς.

Η κ. Χαραλαμπίδου, είπε, τέλος, ότι το αναδυόμενο ψηφιακό τοπίο αυξάνει την ευαισθητοποίηση του κοινού και ενισχύει τη ροή των πληροφοριών και των γνώσεων και ότι αποτελεί κοινή πρόκληση να διασφαλιστεί ότι η ενισχυμένη ψηφιακή διαφάνεια θα καταστεί αποτελεσματικό μέσο κατά της διαφθοράς.