Στο 20% του ΑΕΠ τα ρευστά διαθέσιμα και στο 100% το χρέος στο τέλος 2020, αναφέρει ο ΥΠΟΙΚ στον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ

Ο Υπουργός Οικονομικών κ. Κωνσταντίνος Πετρίδης και η Υπουργός Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων κα Ζέτα Αιμιλιανίδου παραθέτουν κοινή συνέντευξη Τύπου, αναφορικά με τα σχέδια στήριξης των επιχειρήσεων και της απασχόλησης. Υπουργείο Οικονομικών (Αίθουσα Εκδηλώσεων, ισόγειο), Λευκωσία, Κύπρος

Τα ρευστά διαθέσιμα του κράτους κατά το τέλος του 2020 προβλέπονται να ανέλθουν στο 20% του ΑΕΠ περίπου, με το καθαρό δημόσιο χρέος να περιορίζεται στο 100% του ΑΕΠ, τονίζει ο Υπουργός Οικονομικών, Κωνσταντίνος Πετρίδης, σε απαντητική επιστολή του προς τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ, Νικόλα Παπαδόπουλο, στην οποία σημειώνει πως τα στατιστικά μεγέθη που αναφέρει το ΔΗΚΟ σε σχέση με το δημοσιονομικό έλλειμμα και το δημόσιο χρέος «δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».

Ταυτόχρονα, ο ΥΠΟΙΚ αναφέρει ότι το κόστος των οικονομικών μέτρων που προτείνει το ΔΗΚΟ υπερβαίνει τα €650 εκ. ετησίως, «πράγμα το οποίο δύναται να εκτροχιάσει τα δημόσια οικονομικά».

Συγκεκριμένα, στην επιστολή του την οποία έδωσε στην δημοσιότητα και η οποία αποτελεί συνέχεια της επιστολής του Προέδρου του ΔΗΚΟ, ημερομηνίας 15/09/2020 προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας σχετικά με το θέμα, ο Υπουργός Οικονομικών επισημαίνει ότι στην επιστολή ΔΗΚΟ αναφέρεται ότι η Κύπρος είχε το τέταρτο ψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα της ΕΕ για το 2019, ενώ στην πραγματικότητα, όπως αναφέρει ο κ. Πετρίδης, «το δημοσιονομικό ισοζύγιο κατέγραψε το τέταρτο υψηλότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα το 2019 όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας και της Eurostat».

Παράλληλα, συνεχίζει, «φαίνεται να παραγνωρίζεται η δημοσιονομική επίπτωση από την κρατική παρέμβαση του 2018 με σκοπό τη διάσωση του Συνεργατισμού και των καταθέσεων των αποταμιευτών».

«Ακόμη περισσότερο, υποβαθμίζεται από το ΔΗΚΟ ο δημοσιονομικός αντίκτυπος πάνω στο δημόσιο χρέος τόσο σε απόλυτους αριθμούς (εφόσον σε μια περίοδο μείωσης των δημοσιονομικών εσόδων η Κυβέρνηση τόλμησε, ως όφειλε, να προσφέρει ένα από τα μεγαλύτερα πακέτα στήριξης των επιχειρήσεων και των εργαζομένων) όσο και ως ποσοστό του ΑΕΠ εξαιτίας της μείωσης του παρονομαστή του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της πανδημίας», προσθέτει ο ΥΠΟΙΚ.

Στα ίδια πλαίσια, σύμφωνα με τον κ. Πετρίδη, «ουδεμία αναφορά γίνεται από το ΔΗΚΟ στην κυβερνητική μέριμνα για μια έγκαιρη και πρωτοφανή αύξηση των ρευστών διαθεσίμων του Κράτους τα οποία κατέστησαν δυνατή την υιοθέτηση και υλοποίηση της κρατικής στήριξης στην οικονομία».

Αναφέρει επίσης ότι «προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι, ενώ το ΔΗΚΟ εστιάζει την κριτική του κυρίως στην επιδείνωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου, έρχεται να προτείνει οικονομικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων φορολογικών ελαφρύνσεων, τα οποία εκτιμάται ότι θα έχουν τεράστιο κόστος, χωρίς καν να διασφαλίζουν άμεσο όφελος για την οικονομία, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση υιοθέτησης των εν λόγω μέτρων, να τίθεται η οικονομία σε κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού».

«Εκτιμάται ότι το κόστος των οικονομικών μέτρων που προτείνονται υπερβαίνει τα €650 εκ. ετησίως, πράγμα το οποίο δύναται να εκτροχιάσει τα δημόσια οικονομικά», σημειώνει.

Επιπλέον, στην επιστολή του προς τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ, ο ΥΠΟΙΚ αναφέρει ότι το ξέσπασμα της πανδημίας της νόσου COVID-19 ήταν ένα αναπάντεχο γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας για την αντιμετώπιση της οποίας πάρθηκαν όλα τα απαραίτητα μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης της πανδημίας στη χώρα μας, τα οποία, σε συνδυασμό με την κατάσταση στην υπόλοιπη Ευρώπη και τον κόσμο, είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην ομαλή λειτουργία της οικονομίας.

Αναφέρει επίσης ότι η Κυβέρνηση με αποκλειστικό στόχο την άμβλυνση των οικονομικών επιπτώσεων στα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τη συγκράτηση της ανεργίας, εφάρμοσε μια ιδιαίτερα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική την πρώτη περίοδο της κρίσης, με κορύφωση την περίοδο της καραντίνας και προσθέτει ότι «αρκετά από τα μέτρα στήριξης της οικονομίας ακόμα συνεχίζονται, ιδιαίτερα μέσω της στήριξης των εισοδημάτων».

«Η ανάγκη δημοσιονομικής επέκτασης για μέτρα στήριξης της οικονομίας, εν μέσω μιας οικονομικής ύφεσης, αναπόφευκτα επέφερε αύξηση του δημοσίου χρέους και μετέτρεψε τη δημοσιονομική θέση του κράτους σε ελλειμματική», αναφέρει ο ΥΠΟΙΚ και προσθέτει ότι «είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η Κύπρος κλήθηκε να αντιμετωπίσει την πανδημία από μια αρκετά πλεονεκτική δημοσιονομική θέση, η οποία έδωσε την ευκαιρία για την υιοθέτηση ενός γενναιόδωρου πακέτου στήριξης των ευάλωτων ομάδων, των εργαζομένων και των επιχειρήσεων, χωρίς δυσμενέστερες εξελίξεις σε χρέος και δημοσιονομικό έλλειμμα από αυτές που έχουν διαμορφωθεί».

Δημόσια οικονομικά

Αναφορικά με τον ρυθμό ανάπτυξης για το 2020, ο κ. Πετρίδης αναφέρει ότι με βάση το μακροοικονομικό σενάριο του Υπουργείου Οικονομικών, λόγω των δυσμενών επιπτώσεων της πανδημίας του COVID-19, η κυπριακή οικονομία το 2020 αναμένεται να παρουσιάσει ύφεση με το ρυθμό ανάπτυξης να προβλέπεται να κυμανθεί γύρω στο -7.0%.

«Αν δεν υπάρξουν ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες τους επόμενους μήνες, αυτή η πρόβλεψη δύναται να αναθεωρηθεί προς τα κάτω, δηλαδή η ύφεση θα είναι μικρότερη. Αυτό στηρίζεται και στο γεγονός ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020, η ύφεση διαμορφώθηκε στο -5.5%, εξέλιξη σαφώς καλύτερη από την αναμενόμενη», προσθέτει.

Σε σχέση με την αγορά εργασίας, ο ΥΠΟΙΚ, ο οποίος επικαλείται προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών, αναφέρει ότι το ποσοστό ανεργίας το 2020 αναμένεται να σημειώσει αύξηση και να κυμανθεί γύρω στο 9% του εργατικού δυναμικού έναντι 7,1% του προηγούμενου χρόνου.

Προσθέτει ότι «η πρόβλεψη για ανεργία κοντά στο 9% αποτελεί το μέγιστο ποσοστό και άρα δεν αναμένεται να ξεπεραστεί».

Επίσης, σημειώνει ότι, η ανεργία κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020 ανήλθε στο 7,1% από 6,7% την αντίστοιχη περίοδο το 2019, εξέλιξη που καταδεικνύει, όπως αναφέρει, ότι η ανεργία για το 2020 στο σύνολο, πιθανόν να κυμανθεί σε χαμηλότερα από ό,τι αναμενόταν επίπεδα, και δεν αναμένεται να υπερβεί το 8%.

Σε σχέση με τα δημόσια οικονομικά, ο κ. Πετρίδης αναφέρει ότι στο Στρατηγικό Σχέδιο Δημοσιονομικής Πολιτικής 2017-2019, οι προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών βασίστηκαν στα δεδομένα που ήταν διαθέσιμα μέχρι και τον Απρίλιο του 2017 και προσθέτει πως «είναι γεγονός ότι, η ευνοϊκή δημοσιονομική θέση του κράτους με ψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αλλά και η σταθερή αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας ήταν η βάση για μια σταθερά πτωτική πορεία του δημοσίου χρέους ως ποσοστό το ΑΕΠ από το 2016 και μετά».

Μετέπειτα, συνεχίζει, όπως δημοσιεύεται και στο Πρόγραμμα Σταθερότητας 2020, το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ το 2018 διαμορφώθηκε στο 101%, για να μειωθεί το 2019 στο 96% του ΑΕΠ, κυρίως χάριν της πρόωρης αποπληρωμής του ρωσικού δανείου.

«Η ανακοίνωση σας αναφέρεται στις προβλέψεις σχετικά με την πορεία του δημόσιου χρέους κατά την περίοδο 2018-2020 και ασκεί κριτική ότι αυτές δεν έχουν υλοποιηθεί», αναφέρει, και προσθέτει πως «ο λόγος για τον οποίο παρουσιάζονται προσωρινές αποκλίσεις από τις αναφερόμενες προβλέψεις δεν οφείλεται στη δημοσιονομική πολιτική της Κυβέρνησης αλλά σε τέσσερα μη επαναλαμβανόμενα γεγονότα τα οποία άλλαξαν άρδην τις δημοσιονομικές συνθήκες».

Σύμφωνα με τον ΥΠΟΙΚ, το πρώτο γεγονός είναι η πώληση της Κυπριακής Συνεργατικής Τράπεζας στην Ελληνική Τράπεζα η οποία, «οδήγησε σε κρατική παρέμβαση ύψους περίπου €3,5 δις το 2018 παρά την πολύ καλή δημοσιονομική και μακροοικονομική κατάσταση της Δημοκρατίας την συγκεκριμένη χρονιά».

«Παρά την αύξηση αυτή, κατά το 2019 ακολούθησε σημαντική μείωση του δημοσίου χρέους μέσω ενός συνδυασμού πλεονασματικής δημοσιονομικής πολιτικής και υγιούς μακροοικονομικής κατάστασης (αύξηση του ΑΕΠ κατά 3,2%)», προσθέτει.

Το δεύτερο γεγονός, σύμφωνα με τον κ. Πετρίδη, «είναι η πανδημία, η οποία έχει επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία, προκάλεσε την δεύτερη μεγάλη αύξηση του δημοσίου χρέους κατά το 2020 καθώς οδήγησε σε αύξηση των δαπανών αλλά και στην ταυτόχρονη μείωση των δημοσιονομικών εσόδων λόγω της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας».

Παρά τα δύσκολα αυτά δεδομένα, συνεχίζει, οι επιπτώσεις στην οικονομία έχουν αποδειχθεί μέχρι στιγμής, ηπιότερες σε σύγκριση με άλλες χώρες στην ΕΕ.

Στην επιστολή του ο ΥΠΟΙΚ αναφέρει ότι τρίτο γεγονός που άλλαξε τις δημοσιονομικές συνθήκες, είναι πως «επιπρόσθετα προς την αύξηση του δημόσιου χρέους κατά το 2020 σε απόλυτους αριθμούς παρουσιάζεται και αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ εξαιτίας της μείωσης του ΑΕΠ ως αποτέλεσμα της πανδημίας».

Αναφερόμενος στο τέταρτο γεγονός, ο κ. Πετρίδης σημειώνει πως «ένας από τους λόγους για τους οποίους το δημόσιο χρέος αυξήθηκε το 2020, είναι διότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ένα από τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, προέβη σε συσσώρευση σημαντικών ρευστών διαθεσίμων ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστεί οποιεσδήποτε επιπλέον αρνητικές εξελίξεις (π.χ. δεύτερο κύμα πανδημίας) χωρίς να τεθεί ποτέ σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα».

«Τα διαθέσιμα αυτά κατά το τέλος του 2020 προβλέπονται να ανέλθουν στο 20% ΑΕΠ περίπου, με το καθαρό δημόσιο χρέος να περιορίζεται στο 100% του ΑΕΠ», αναφέρει και προσθέτει πως «με την πάροδο της πανδημίας και την επιστροφή στην ομαλότητα κατά την περίοδο 2021-2022 τα διαθέσιμα αυτά θα μειωθούν σταδιακά καθώς δεν θα είναι πλέον αναγκαία (λόγω της μείωσης των κινδύνων) με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους κατά την εν λόγω περίοδο».

Αναφέρει επίσης ότι, το δημόσιο χρέος της Δημοκρατίας κατά τον Δεκέμβριο του 2020 θα είναι μειωμένο σε σχέση με τον Ιούλιο του 2020 (120% του ΑΕΠ) καθώς η Δημοκρατία έχει ήδη εκτελέσει τις κύριες χρηματοδοτικές δράσεις για το 2020, με εξαίρεση την χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό πρόγραμμα SURE για ποσό €479 εκ., ενώ μέχρι το τέλος του έτους, όπως σημειώνει, προβλέπονται λήξεις χρέους ύψους €835 εκ.

Επιπρόσθετα, αναφέρει ότι μελετάται η δυνατότητα άλλων μέτρων διαχείρισης του δημόσιου χρέους με την εφαρμογή των οποίων το δημόσιο χρέος να μειωθεί περαιτέρω.

Τέλος, στην απαντητική επιστολή του προς τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ, ο ΥΠΟΙΚ αναφέρει ότι «ως θέμα αρχής, το Υπουργείο Οικονομικών ενθαρρύνει το δημόσιο και κοινοβουλευτικό διάλογο για τα θέματα και τις προκλήσεις της οικονομίας ώστε μέσα από κριτική σκέψη και δημιουργική διαβούλευση να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός τυχόν αδυναμιών με σκοπό τη διόρθωση τους».

«Παρόλα αυτά η οποιαδήποτε κριτική θα πρέπει να στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία και όχι λανθασμένα ή και διαστρεβλωμένα οικονομικά δεδομένα», προσθέτει.

Σύμφωνα με τον κ. Πετρίδη, «θα πρέπει να αποφεύγονται αντιφατικές προτάσεις για τον ευαίσθητο τομέα της οικονομίας που παραγνωρίζουν αντικειμενικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, δεδομένες δημοσιονομικές δυνατότητες, καθώς και τις αδιαμφισβήτητα εξωγενείς τρέχουσες προκλήσεις με τις οποίες βρίσκεται αντιμέτωπη η παγκόσμια και, φυσικά, η κυπριακή οικονομία».

Όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Κύπρο και τον Κόσμο και όλη την επικαιρότητα στο dialogos.com.cy