Η προστασία θυμάτων είναι πρώτιστο μέλημα όλων των επαγγελματιών, που εργάζονται με ανήλικα άτομα.

Εγχειρίδιο Εκπαιδευτικού για Αναγνώριση και Διαχείριση Περιστατικών Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών.


Της Ελένης Κωνσταντίνου

Η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα φαινόμενο το οποίο, όπως προκύπτει από σχετικά στοιχεία και έρευνες, έχει αυξητική τάση τόσο στην Κύπρο όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Έρευνες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έχουν τεκμηριώσει ότι ένα στα πέντε παιδιά θα υποστεί κάποιου είδους σεξουαλική κακοποίηση ή εκμετάλλευση προτού αυτό ενηλικιωθεί.

Μάλιστα σχετική έρευνα του Πανεπιστημίου Κύπρου καταδεικνύει ότι η έκταση των περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στον τόπο μας είναι η ίδια όπως και στον ευρωπαϊκό χώρο, όπου «Ένα στα Πέντε» παιδιά πέφτει θύμα κακοποίησης ή και εκμετάλλευσης.

Σε μια προσπάθεια λοιπόν για περαιτέρω στήριξη και ενίσχυση των εκπαιδευτικών στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του κοινωνικού προβλήματος της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, μέσω της ευαισθητοποίησης και διεύρυνσης των γνώσεών τους για το πολύ σοβαρό φαινόμενο, καθώς και μέσω της ανάδειξης των ενδεδειγμένων δράσεων και χειρισμών στις περιπτώσεις όπου κρίνεται απαραίτητη η παρέμβαση του σχολείου, το Υπουργείο Παιδείας μαζί με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο προχώρησαν στο Εγχειρίδιο Εκπαιδευτικού για Αναγνώριση και Διαχείριση Περιστατικών Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών.

Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο έγγραφο το οποίο καταγράφει μεταξύ άλλων τον ορισμό της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, τις συνέπειες, ενδείξεις για παιδιά θύματα, ενδείξεις για δράστες σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Αναφορά γίνεται και στη διαδικτυακή κακοποίηση παιδιού και διαδικτυακή άγρα ανηλίκων, σε συμπεριφορές παιδιών σεξουαλικής φύσης και αξιολόγησή τους, διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στο πλαίσιο του σχολείου, καθώς και στο σημαντικό κεφάλαιο της πρόληψης μέσα στη σχολική μονάδα.

Όπως σημειώνει από την πλευρά του ο Υπουργός Παιδείας, Κώστας Καδής, μέσω της εκπαίδευσης επιδιώκεται η ενδυνάμωση των παιδιών, ώστε να διδάσκονται και κατ’ επέκταση να αντιλαμβάνονται ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι. Να μαθαίνουν πότε πρέπει να λένε όχι και πότε να ζητούν βοήθεια από κάποιον που εμπιστεύονται, ενώ ταυτόχρονα να καλλιεργούν στάσεις σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Στόχος, προσθέτει, είναι να έχουμε εκπαιδευτικούς που είναι πληροφορημένοι και ευαισθητοποιημένοι ως προς τη σοβαρότητα των θεμάτων αυτών, που είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα σημάδια και να γνωρίζουν ποιες διαδικασίες πρέπει να ακολουθήσουν για τη σωστή διαχείριση τέτοιων περιστατικών.

Μηδενική ανοχή ακόμη και σε υποψίες

Τώρα σε ό,τι αφορά το εγχειρίδιο, όπως επισημαίνει μεταξύ άλλων, θα πρέπει να επιδεικνύεται εκ μέρους του διδακτικού προσωπικού των σχολείων μηδενική ανοχή σε υποψίες ή σε περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε ενήλικα είτε άλλον ανήλικο, ο οποίος χρειάζεται σε εξίσου σημαντικό βαθμό βοήθεια και στήριξη, έτσι ώστε να μειωθεί η πιθανότητα επανάληψης των μη αποδεκτών συμπεριφορών ή αδικημάτων σεξουαλικής φύσης.

Όπως αναφέρεται, εκτός από τους ενήλικες πάνω από το ένα τρίτο του συνόλου της σεξουαλικής κακοποίησης των παιδιών διαπράττεται από κάποιον κάτω από την ηλικία των 18 χρόνων. Αυτό μπορεί να μην είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί, επειδή οι ενήλικες δυσκολεύονται να αποδεχτούν ότι τα παιδιά ή οι έφηβοι που γνωρίζουν είναι ικανοί να εκμεταλλευτούν σεξουαλικά τους άλλους. Επίσης, δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνει κάποιος τη διαφορά μεταξύ φυσιολογικής σεξουαλικής περιέργειας και, ενδεχομένως, καταχρηστικής συμπεριφοράς.

Ιδιαίτερα σημαντική η παρατηρητικότητα

Σε ό,τι αφορά τα σημάδια που ενδεχομένως να δείχνουν ότι ένα παιδί κακοποιείται σεξουαλικά, επισημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να έχουν υπόψιν ότι το κάθε παιδί αντιδρά με διαφορετικό τρόπο στο ψυχικό τραύμα που του δημιουργείται όταν γίνεται αποδέκτης αφύσικης συμπεριφοράς. Συνεπώς, η παρατηρητικότητα καθίσταται αναγκαία στην προστασία και στη φροντίδα των παιδιών.

Ως πιθανή συμπτωματολογία αναφέρονται:

  • Ψυχοσωματικά συμπτώματα (π.χ. εφιάλτες, προβλήματα ύπνου, διαταραχές διατροφής, ξαφνική ανορεξία ή βουλιμία).
  • Σωματικές ενδείξεις (π.χ. δυσκολίες στο περπάτημα ή/και στην καθιστή θέση, πόνος ή μώλωπες στην περιοχή του στόματος ή των γεννητικών οργάνων, πόνος κατά την ούρηση, αίμα στα ούρα, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, λοιμώξεις στα γεννητικά όργανα, εγκυμοσύνη).
  • Απρόσμενες αλλαγές στη συμπεριφορά, τη διάθεση και την προσωπικότητα (π.χ. ξαφνική αποχή από το μάθημα της Φυσικής Αγωγής, απομόνωση, μείωση της επίδοσης στο σχολείο, ξαφνική ντροπαλότητα, κατάθλιψη, επιθετική συμπεριφορά σε ζώα, κατάχρηση ουσιών, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά).
  • Ντροπή για το σώμα, άρνηση του παιδιού να ξεντυθεί ή να αλλάξει ρούχα ενώπιον άλλου.
  • Εκδήλωση ανάρμοστης σεξουαλικής συμπεριφοράς ή/και ακατάλληλης, για την ηλικία του παιδιού, γνώσης σεξουαλικών θεμάτων, που εκδηλώνεται μέσα από σεξουαλική δραστηριότητα με παιχνίδια ή αντικείμενα που παραπέμπουν σε συμπεριφορές ενηλίκων.
  • Ξαφνική απροθυμία να μένει το παιδί μόνο με συγκεκριμένο άτομο ή εμμονή για έναν καινούριο μεγαλύτερο φίλο και κατοχή αδικαιολογήτων δώρων ή χρημάτων.
  • Παλινδρόμηση σε προγενέστερες συμπεριφορές (π.χ. πιπίλισμα δακτύλου, ενούρηση τη νύχτα).

Επίσης σημειώνονται και μακροπρόθεσμες συνέπειες που πιθανόν να παρουσιάσει στη συμπεριφορά του ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά. Μεταξύ άλλων αναφέρονται:

  • Μετατραυματική αγχώδης διαταραχή. n Κατάθλιψη και σκέψεις αυτοκτονίας λόγω αυτοκατηγορίας και ενοχών.
  • Παλινδρόμηση σε βρεφικές συμπεριφορές. n Σεξουαλικό άγχος και σεξουαλικές διαταραχές. n Χαμηλή αυτοεκτίμηση και χαμηλή αυτοεικόνα για το σώμα.
  • Αδυναμία αποφυγής μελλοντικής θυματοποίησης (σεξουαλικής, κοινωνικής κ.λπ.). n Τραυματικός δεσμός (εξάρτηση σε κακοποιητικές σχέσεις).
  • Ψυχική ασθένεια.
  • Φυγή από το σπίτι.
  • Διαταραχές στην πρόσληψη τροφής.
  • Υιοθέτηση μη υγιών συμπεριφορών για την κάλυψη των οδυνηρών συναισθημάτων (κατάχρηση ουσιών).
  • Σωματικά προβλήματα που συνεχίζουν κατά την ενηλικίωση (ημικρανίες, πονοκέφαλοι, άσθμα κ.λπ.).

Υποχρεωμένοι και βάσει νομοθεσίας να προβαίνουν σε αναφορές

Επισημαίνεται ωστόσο ότι η συμπτωματολογία που αναφέρεται δεν υποδηλώνει αποκλειστικά την ύπαρξη σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης. Οι συνέπειες, και κυρίως οι άμεσες συνέπειες, αποτελούν ενδείξεις για πιθανή σεξουαλική κακοποίηση.

Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι για αλλαγές στη συμπεριφορά τους, αλλά αν προσέξουμε συνδυασμό ανησυχητικών ενδείξεων, μπορεί να χρειάζεται να καλέσουμε για βοήθεια ή συμβουλή ή να προχωρήσουμε σε αναφορά του περιστατικού. Το παιδί, ενδεχομένως, είναι ο μόνος μάρτυρας της κακοποίησής του και οι παρατηρήσεις των εκπαιδευτικών, πιθανόν να είναι τα μόνα στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Συχνά και για πολλούς λόγους δεν μπορεί κάποιος να εμπιστευτεί τα λεγόμενα του παιδιού. Παρ’ όλα αυτά, οι εκπαιδευτικοί δεν θα πρέπει να αποφασίσουν κατά πόσον τα λεγόμενα του παιδιού είναι αληθή. Οι συμπεριφορές αυτές καταγράφονται και σε καμία περίπτωση δεν αναμένεται κάτι περισσότερο από την αναφορά των παρατηρήσεων που ανησυχούν τους εκπαιδευτικούς στον οικείο εκπαιδευτικό ψυχολόγο του σχολείου. Σε περίπτωση που και ο οικείος εκπαιδευτικός ψυχολόγος θεωρεί ότι χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, θα γίνει η κατάλληλη παραπομπή. Επομένως, είναι γενικός κανόνας να γίνεται αναφορά σε όλες τις περιπτώσεις στις ανάλογες Υπηρεσίες που είναι αρμόδιες και ειδικά καταρτισμένες για να διεξαγάγουν τη διερεύνηση του περιστατικού.

Αναφορά γίνεται και στις σχετικές νομοθεσίες όπου σημειώνεται πως σύμφωνα με τη Νομοθεσία που αφορά τα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, το σχολείο προωθεί αναφορά προς τις αρμόδιες Αρχές. Συνεπώς, η υποχρέωση των εκπαιδευτικών εστιάζεται κυρίως στην αναφορά και μετέπειτα στη στήριξη των παιδιών, αν αποκαλυφθεί περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, καθώς η διερεύνηση ανήκει σε άλλες υπηρεσίες του κράτους.

Αναλυτικές οδηγίες δίδονται και για τον τρόπο που θα πρέπει να γίνει η αναφορά της αποκάλυψης για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού. Σημειώνεται ότι η αναφορά από εκπαιδευτικό στον διευθυντή του σχολείου δεν απαλλάσσει τον εκπαιδευτικό από τη δική του νομική ευθύνη να καταγγείλει ή να προωθήσει την καταγγελία στις αρμόδιες Αρχές. Η νομική υποχρέωση αναφοράς δεν ανήκει στο σχολείο, αλλά στο άτομο στο οποίο επέρχεται η γνώση της σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης ανηλίκου. Το σχολείο και συγκεκριμένα η διεύθυνση, απλά διευκολύνει τη διαδικασία για τον εκπαιδευτικό. Επίσης, επισημαίνεται πως το άτομο που δέχεται την αναφορά έχει και τη νομική ευθύνη για προώθησή της, με ή χωρίς την εμπλοκή του διευθυντή του σχολείου.

Υπάρχει επίσης η δυνατότητα να γίνει η αναφορά τηλεφωνικά στην Ειδική Ανακριτική Ομάδα που έχει συσταθεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας από την 1η Ιανουαρίου 2017, τηλ. 22808442 (παγκύπριος αριθμός). Προωθείται άμεση γραπτή αναφορά και στο τοπικό Γραφείο Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Δεν λαμβάνεται μαρτυρία από το παιδί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Δεν διενεργείται διερεύνηση του περιστατικού. Σημειώνονται επίσης αναλυτικά και περιπτώσεις, όπου δεν απαιτείται από το σχολείο να έχει τη συγκατάθεση είτε των γονιών του θύματος είτε των γονιών του/των δράστη/δραστών για προώθηση της γραπτής αναφοράς του περιστατικού. Η προστασία ανήλικων θυμάτων είναι πρώτιστο μέλημα όλων των πολιτών και επαγγελματιών, που εργάζονται με ανήλικα άτομα.