Συνέντευξη-Κώστας Καυκαρίδης: Η σκηνογραφία, το θέατρο και το «άγνωστο» έργο

Στο άκουσµα του ονόµατος Κώστας Καυκαρίδης, στο µυαλό έρχεται αβίαστα το θέατρο. Όνοµα συνώνυµο της σκηνογραφίας στην Κύπρο, ο Κώστας Καυκαρίδης χάρισε στην κυπριακή κοινωνία πολλά, τα περισσότερα καλά γνωστά, αλλά και κάποια από αυτά άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Από το «Νέο Θέατρο» και το «Σατιρικό», µέχρι τη ∆ραµατική Σχολή και τη συνεργασία µε Τουρκοκύπριους σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ο Κώστας Καυκαρίδης έδωσε στον Πολιτισµό του νησιού κάτι πολύ περισσότερο από σκηνικά σε αναρίθµητες παραστάσεις.

Το µεράκι, αλλά και το πείσµα µετά το θάνατο του µεγάλου θεατράνθρωπου, Βλαδίµηρου, κατέταξαν τον Κώστα Καυκαρίδη στην κατηγορία των ανθρώπων οι οποίοι αθόρυβα πρόσφεραν τα µέγιστα.

Με αφορµή το βιβλίο του «Κώστας Καυκαρίδης: 50 χρόνια Σκηνογραφίας», ο σπουδαίος σκηνογράφος παραχώρησε στη «Χαραυγή» µία απολαυστική και οµολογουµένως διδακτική συνέντευξη, ρίχνοντας φως σε αθέατες πλευρές του κυπριακού θεάτρου, αλλά και της προσωπικής του πορείας.

Συνέντευξη στον Κυριάκο Λοΐζου

Τι σηµαίνει η σκηνογραφία στο θέατρο για τον Κώστα Καυκαρίδη και ποιο είναι το πνεύµα της;

Αρχικά, πιστεύω ότι το δυσκολότερο κοµµάτι του θεάτρου είναι η σκηνογραφία, διότι έχεις να κάνεις µε όλους τους συντελεστές, µε ηθοποιούς, σκηνοθέτες, τεχνικούς, µε τους πάντες. Η σκηνογραφία είναι κάτι σπουδαίο, διότι εµπεριέχει όλες τις τέχνες, από ζωγραφική, µέχρι γλυπτική κ.λπ. Γι’ αυτό θεωρώ σπουδαία τη δουλειά του σκηνογράφου.

Επιπλέον, χρειάζεται κανείς να γνωρίζει και από σκηνοθεσία, αλλά και από υποκριτική, ενώ σηµαντικό είναι το γεγονός ότι για να κάνεις σκηνογραφία θα πρέπει πρωτίστως να αγαπάς το θέατρο. ∆εν µπορείς δηλαδή να κάνεις αυτή τη δουλειά χωρίς να γνωρίζεις το πνεύµα του θεάτρου.

Υπήρξαν εποχές όπου σκηνογράφοι ανέλαβαν να σκηνοθετήσουν µεγάλα έργα, το οποίο έκαναν µε µεγάλη επιτυχία. Επίσης, ο σκηνογράφος χρειάζεται και την εµπειρία, δηλαδή να βλέπει παραστάσεις, να έχει µία σηµαντική τριβή µε το αντικείµενο. ∆υστυχώς, σήµερα, υπάρχει η τάση πολλοί ηθοποιοί να µη βλέπουν άλλες παραστάσεις, παρά µόνο τις δικές τους. Και όχι µόνο ηθοποιοί…

Πώς προέκυψε το «Νέο Θέατρο», µετέπειτα το «Σατιρικό», αλλά και η ∆ραµατική Σχολή;

Αυτό έγινε µετά από µία σύγκρουση του Βλαδίµηρου µε τον ΘΟΚ, όταν ο Οργανισµός τον υποβίβασε από τη θέση που κατείχε τότε, αρχές της δεκαετίας του ’80, για λόγους που δεν είχαν σχέση µε το Θέατρο. Ο ίδιος πικραµένος εγκατέλειψε εν τέλει τον ΘΟΚ και µετά από πολλές συζητήσεις αποφασίσαµε από κοινού να φτιάξουµε το «Νέο Θέατρο».

Κάναµε κάποιες παραστάσεις, ωστόσο η κοινή µας πορεία σε αυτό το εγχείρηµα δεν κράτησε πολύ, αφού ο Βλαδίµηρος έφυγε από τη ζωή τον Νοέµβριο του 1983.

Τότε εγώ πρέπει να παραδεχτώ ότι πείσµωσα πολύ. Με κάλεσε στο Προεδρικό ο τότε Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας, Σπύρος Κυπριανού και αφού µου εξέφρασε την οδύνη του για τον απροσδόκητο χαµό του Βλαδίµηρου, µε ρώτησε «τι µπορούµε να κάνουµε ως Πολιτεία;»

Ευθαρσώς του είπα ότι πρέπει να γίνουν δύο πράγµατα: το πρώτο είναι η εξεύρεση στέγης, για να µπορούµε να κάνουµε παραστάσεις. Άµεσα ο Σπύρος Κυπριανού έδωσε εντολή στον ΘΟΚ να διαπραγµατευτεί µε γνωστό επιχειρηµατία για την αγορά χώρου· όπερ και εγένετο. Το δεύτερο που ζήτησα ήταν επιχορήγηση. Και πήραµε την πρώτη µας επιχορήγηση.

Το σηµαντικό, το οποίο πολλοί αγνοούν, είναι ότι ο θάνατος του Βλαδίµηρου Καυκαρίδη έφερε την επιχορήγηση στο ελεύθερο θέατρο -σηµειώστε ότι τότε επιχορήγηση έπαιρνε µόνο ο ΘΟΚ. Υπήρξε ένας θάνατος και µεγάλος αγώνας για να το πετύχουμε. Μετά συστάθηκαν και άλλα θέατρα, όπως το «Θέατρο Ένα».

Βέβαια, µετά από κάποιο διάστηµα, εξαιτίας άλλων λόγων -ο χώρος που είχαµε δεν µας ανήκε πια και έπρεπε να στεγαστούµε αλλού, ενώ δεν µπορούσαµε να χρησιµοποιούµε το όνοµα «Νέο Θέατρο, Βλαδίµηρος Καυκαρίδης»- βρήκαµε ένα νέο χώρο στον Στρόβολο, ενώ θα έπρεπε να βρούµε και νέα ονοµασία.

Στη Μόσχα υπήρχε το Σατιρικό Θέατρο, το οποίο αγαπούσε πολύ ο Βλαδίµηρος, καθώς είχε σπουδάσει εκεί. Μετά από διάφορες προτάσεις και σκέψεις, πρότεινα να το ονοµάσουµε Σατιρικό Θέατρο. Άρεσε η ιδέα µου και έγινε αποδεκτή και από τους υπόλοιπους, ωστόσο µία άλλη σκέψη ήταν να ονοµαστεί ολόκληρο το οίκηµα «Πολιτιστικό Κέντρο Βλαδίµηρος Καυκαρίδης».

Με τα χρόνια το εγχείρηµα αγκαλιάστηκε από το ευρύ κοινό και αποδείχτηκε ότι ο χώρος ήταν πλέον µικρός, αφού ιδρύσαµε και τη ∆ραµατική Σχολή. Μετά από µύρια κύµατα, η ∆ραµατική Σχολή στάθηκε εν τέλει, αναγνωρίστηκε και πριν από µερικά χρόνια έγινε πανεπιστηµιακή η φοίτηση, τετραετούς διάρκειας.

Ποια είναι η µεγαλύτερη παρακαταθήκη του Βλαδίµηρου;

Παρά το γεγονός ότι πέθανε νέος, µόλις στα 52 του χρόνια, πράγµατι άφησε µεγάλη παρακαταθήκη. Το πιο σηµαντικό είναι ότι δηµιούργησε θέατρο. Και όταν λέω θέατρο, εννοώ ποιοτικό θέατρο. Έφτιαξε θέατρο για το λαό, για να µπορεί ο κόσµος να παρακολουθεί παραστάσεις, πράγµα που µέχρι τότε ήταν κάτι πολύ δύσκολο. Κοντολογίς, σύστησε εκ νέου το θέατρο στην κυπριακή κοινωνία.

…και ποιο είναι το σηµαντικότερο ή τα σηµαντικότερα που πετύχατε εσείς προσωπικά;

Συνέχισα το έργο του Βλαδίµηρου µε πείσµα και πολύ µεράκι. Κάτι άλλο σηµαντικό, δηµιούργησα µε άλλους τη ∆ραµατική Σχολή από την οποία αναδείχθηκαν σπουδαίοι και σηµαντικοί ηθοποιοί. Επιπλέον, µε µεγάλη χαρά µπορώ να πω ότι έφτιαξα ένα θέατρο. Θυµάµαι χαρακτηριστικά τα λόγια του γιου µου: «Πατέρα, είσαι γιος παρπέρη και έφτιαξες ένα θέατρο», θέλοντας να τονίσει τον κόπο µου, καθώς δεν ήµουν και δεν είµαι κανένας πλούσιος. Το Σατιρικό είναι ένα στολίδι, όχι µόνο για την Αγλαντζιά, αλλά για ολόκληρη την Κύπρο.

Υπάρχει και κάτι άλλο, για το οποίο είµαι περήφανος, και δεν είναι άλλο από τις σχέσεις που σύναψα µε τους Τουρκοκύπριους ηθοποιούς.

Ποια παράσταση κατέχει µία ξεχωριστή θέση στην καρδιά του Κώστα Καυκαρίδη;

Οι «Όµηροι» του Λουκή Ακρίτα. Μία παράσταση που µιλά για τη γερµανική κατοχή στην Ελλάδα, στην οποία έκανα εγώ τα σκηνικά, το 1973. Πήρα διθυραµβικά σχόλια και ως νέος στο επάγγελµα πήρα µία µεγάλη ώθηση για τη µετέπειτα πορεία µου.

Τουρκοκυπριακό Θέατρο Λευκωσίας και τ/κ κοινότητα. Πώς ξεκίνησε η σχέση αυτή;

«Γύρω στα 1987, σε µία συζήτηση µε µια γνωστή µου, µου είπε ότι “υπάρχει ωραίο και ποιοτικό θέατρο στην άλλη πλευρά”.

Ξεκίνησα τότε να αλληλογραφώ µε διάφορους Τουρκοκύπριους και µετά από κάποιο διάστηµα κάλεσα µερικούς να έρθουν να παρακολουθήσουν µία παράστασή µας.

Τότε, και αυτό έχει σηµασία, ο Ραούφ Ντενκτάς δεν κατάφερε να σχηµατίσει “κυβέρνηση” µε το άλλο δεξιό κόµµα και εν τέλει σύµπραξε µε το Αριστερό Κόµµα του Οζγκιέρ Οζγκιούρ. Με αυτόν τον τρόπο και µετά από πιέσεις έδωσε άδεια σε δύο Τουρκοκύπριους να περάσουν στις ελεύθερες περιοχές, ένα σκηνοθέτη και έναν ηθοποιό.

Οι ίδιοι βγήκαν στη σκηνή µετά την παράσταση, µίλησαν και καταχειροκροτήθηκαν από το κοινό. Τους προτείναµε να έρθουν ξανά και να φέρουν µαζί ένα θεατρικό, την “Ειρήνη” του Αριστοφάνη. Εδώ υπήρξε και πάλι “εµπλοκή”, καθώς ο Ντενκτάς δεν έδινε νέα άδεια.

Τότε πήραν την πρωτοβουλία οι Οζγκιέρ Οζγκιούρ και Μουσταφά Ακκιντζί να επισκεφτούν τον Τ/κ ηγέτη για να τον πείσουν… και τελικά τα κατάφεραν.

Παίχτηκε η παράσταση στο θέατρό µας, σε ένα κατάµεστο θέατρο, το υπογραµµίζω. Ήταν µία συγκλονιστική βραδιά και έκτοτε αποκτήσαµε µία απίστευτη και ουσιαστική φιλία µε πολλούς ανθρώπους του θεάτρου.

Μία σχέση εξαιρετικά σηµαντική, τόσο για το θέατρο όσο και για την Κύπρο γενικότερα».

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.