Συνεντεύξεις στη Μαρία Φράγκου

Το Κυπριακό στο έρεβος ή στο ξέφωτο; Πώς διαμορφώνεται η κατάσταση μετά και τα όσα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είπε ή δεν είπε στον λαό την περασμένη Τρίτη; Στέφανος Στεφάνου και Πρόδρομος Προδρόμου απαντούν ακριβώς σε αυτά τα ερωτήματα και ανησυχίες, με εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις και προσεγγίσεις.

Ερωτήσεις

  1. Η διάσκεψη Τύπου του Προέδρου της Δημοκρατίας γιατί συγκλήθηκε τώρα; Δεν θα έπρεπε να συγκληθεί την πρώτη περίοδο μετά το Κραν Μοντανά;
  2. Οι χθεσινοί επικριτές του ΠτΔ σήμερα βρίσκουν δικαιολογημένη τη στάση του. Και όσοι στήριζαν και συνεχίζουν να στηρίζουν τη διαδικασία στο Κυπριακό και την προσπάθεια για λύση, σήμερα τον επικρίνουν. Ποιος άλλαξε στάση; Όλοι οι άλλοι ή ο ίδιος;
  3. Οι τοποθετήσεις του ΠτΔ στη διάσκεψη Τύπου συμβάλλουν στην προλείανση του εδάφους για επανέναρξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας ή δυσχεραίνουν την κατάσταση;
  4. Γιατί ενοχλεί η επισήμανση ότι δεν γίνεται η κατάλληλη προσπάθεια, ώστε ο λαός μας -Ε/κ και Τ/κ- να είναι έτοιμοι σε μία ενδεχόμενη λύση;

Στέφανος  Στεφάνου:

 Ο κ. Αναστασιάδης δαιμονοποιεί την προοπτική της συνδιαχείρισης του κυπριακού κράτους από τις δύο κοινότητες στο πλαίσιο της πολιτικής ισότητας

  1. Λογικά, προεδρικές δημοσιογραφικές διασκέψεις πραγματοποιούνται όταν υπάρχει κάτι σημαντικό να λεχθεί. Ο Πρόεδρος συγκάλεσε τη δημοσιογραφική διάσκεψη δηλώνοντας ότι θα ενημερώσει για το περιεχόμενο της αποκεντρωμένης ομοσπονδίας και για τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Απέτυχε και στους δύο στόχους. Ούτε ενημέρωσε για το Κυπριακό ούτε και για την πρότασή του. Με τα όσα είπε ο Πρόεδρος αυτό που έγινε φανερό είναι ότι ο κ. Αναστασιάδης συγκάλεσε τη διάσκεψη για να προσπαθήσει να συμμαζέψει τις αρνητικές αντιδράσεις που σημειώνονται στην κοινωνία εξαιτίας της αλλοπρόσαλλης και αντιφατικής πολιτικής του στο Κυπριακό. Ούτε κι αυτό τον -ας τον πούμε- κρυφό στόχο κατάφερε να εκπληρώσει ο κ. Αναστασιάδης, αφού η διάσκεψή του προκάλεσε περισσότερες αντιδράσεις και επέτεινε τα ερωτηματικά που υπάρχουν σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις του στο Κυπριακό.

 

  1. Αυτός που άλλαξε στάση είναι ο κ. Αναστασιάδης. Όσα κάνει οδηγούν στα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα από το στόχο που ο ίδιος διακηρύσσει ότι έχει, δηλαδή για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων από το σημείο που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά στη βάση του Πλαισίου του ΓΓ του ΟΗΕ. Δεν είναι τυχαίο που οι μέχρι πρόσφατα επικριτές του τώρα βρίσκουν λογική την αλλαγή στην πολιτική του κ. Αναστασιάδη. Προσπαθούν να ερμηνεύσουν αυτή την αλλαγή ως ομολογία αποτυχίας της πολιτικής των διακοινοτικών διαπραγματεύσεων και λύση στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Την ίδια ώρα όλοι αυτοί προσπαθούν να δικαιώσουν τη δική τους πολιτική, η οποία απορρίφθηκε από την πλειοψηφία του λαού σε επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις.

 

  1. Κάθε άλλο παρά συμβάλλουν οι τοποθετήσεις του Προέδρου για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Ο ΓΓ του ΟΗΕ έβαλε συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να γίνει αυτό. Μια προϋπόθεση είναι να διαφυλαχθούν οι συγκλίσεις που επιτεύχθηκαν από το 2008 και εντεύθεν. Μια δεύτερη προϋπόθεση είναι να γίνει διαπραγμάτευση στη βάση του Πλαισίου Συμπερασμάτων του που περιλαμβάνει έξι βασικά θέματα. Ο κ. Αναστασιάδης, με όσα δηλώνει, δεν πληροί ούτε τη μια ούτε την άλλη προϋπόθεση, αφού ανοίγει συγκλίσεις και βάζει ζητήματα που δεν περιλαμβάνονται στο Πλαίσιο του ΓΓ. Με τον τρόπο που πολιτεύεται και τις θέσεις που εκφράζει ο κ. Αναστασιάδης δυσχεραίνει τις προσπάθειες για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και εκθέτει την ελληνοκυπριακή πλευρά στον κίνδυνο να της επιμεριστούν ευθύνες για συνέχιση του αδιεξόδου. Πέρα από το γεγονός ότι ο κ. Αναστασιάδης για να δικαιολογήσει τη στροφή του, συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία, δαιμονοποιεί την προοπτική της συνδιαχείρισης του κυπριακού κράτους από τις δύο κοινότητες στο πλαίσιο της πολιτικής ισότητας.

 

  1. Ενοχλεί, διότι είναι μια πραγματικότητα. Με εξαίρεση την περίοδο της διακυβέρνησης Χριστόφια, καμία κυβέρνηση -και γενικά η πολιτεία- έκανε κάτι για να ενημερώσει τους πολίτες για την ανάγκη επίτευξης λύσης, για το τι σημαίνει η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, για τους κινδύνους που υπάρχουν από τη διχοτόμηση κ.λπ. Θυμάμαι τις έντονες -μέχρι υστερίας- αντιδράσεις διαφόρων πολιτικών δυνάμεων και πολιτικών, της Εκκλησίας και του Αρχιεπισκόπου, όταν επί διακυβέρνησης Χριστόφια είχε εκδοθεί ένα ενημερωτικό φυλλάδιο με το οποίο γινόταν ενημέρωση για τα ομοσπονδιακά συστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο, για το τι σημαίνει η διζωνικότητα και ο δικοινοτισμός. Έπεσαν πολλοί πάνω στην τότε κυβέρνηση για να την κατασπαράξουν. Το ίδιο έγινε κι όταν η κυβέρνηση Χριστόφια αποφάσισε να καθορίσει ως στόχο της σχολικής χρονιάς 2009 την προώθηση κουλτούρας λύσης. Πρέπει να πω ότι εμείς στο ΑΚΕΛ για χρόνια πραγματοποιούμε διαλέξεις και σεμινάρια για επεξήγηση του περιεχομένου της λύσης κι αυτό κάνουμε και τώρα. Το ερώτημα είναι γιατί πολλοί δεν δέχονται να συζητείται η επιδιωκόμενη λύση; Η απάντηση είναι απλή: Όσοι δεν αποδέχονται -φανερά ή κρυφά- την ΔΔΟ, επενδύουν στην άγνοια του κόσμου για να μπορούν να σπέρνουν το φόβο, να δημαγωγούν και έτσι να υποσκάπτουν την προοπτική της λύσης. Και δυστυχώς ούτε η κυβέρνηση Αναστασιάδη έκανε κάτι για να προωθήσει την προοπτική και την κουλτούρα της λύσης, εκτός κι αν Πρόεδρος θεωρεί ότι με το να πιει δυο τρεις φορές ζιβανία με τον κ. Ακκιντζί έκλεισε με το θέμα.

 

 

 

 

Πρόδρομος Προδρόμου: Να δοθεί ένα κίνητρο προκειμένου οι Τ/κ να μην επιμένουν στη συνταγή της ανάγκης για δική τους θετική ψήφο για οποιαδήποτε απόφαση

 

 

  1. Νομίζω ότι εκείνο που πρέπει να μας απασχολήσει είναι η ουσία του προβληματισμού που προτείνει ο Πρόεδρος. Εφόσον μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλιμα αποτελέσματα, εφόσον πρέπει να γίνει, τότε ας προχωρήσουμε εποικοδομητικά τώρα. Θα μπορούσα εξάλλου να υπενθυμίσω ότι από την επαύριο της Διάσκεψης του Κραν Μοντανά είναι ο Πρόεδρός μας που ζητά εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς την επανέναρξη της διαπραγμάτευσης. Στο μεσοδιάστημα έχουμε πληροφορηθεί για τις θέσεις και τις προθέσεις της Τουρκίας και αυτός ο προβληματισμός αποσκοπεί στο να αντιμετωπισθούν τόσο η επαναλαμβανόμενη αξίωση για θετική τουρκοκυπριακή ψήφο σε όλα τα επίπεδα αποφάσεων όσο και ο συσχετισμός αυτής της αξίωσης με την επιμονή για διατήρηση εγγυήσεων. Επομένως, επιβάλλεται να διερωτηθούμε για τρόπους που θα επέτρεπαν να υπερβούμε το διαφαινόμενο αδιέξοδο. Τι είναι αυτός ο προβληματισμός; Να δοθεί ένα κίνητρο προκειμένου (α) οι Τουρκοκύπριοι να μην επιμένουν στη συνταγή της ανάγκης για δική τους θετική ψήφο για οποιαδήποτε απόφαση που θα προκαλούσε από την πρώτη μέρα της λύσης εμπλοκές και προβλήματα και (β) η Τουρκία να σταματήσει να προφασίζεται ότι για την εφαρμογή της λύσης πρέπει να διατηρήσει εγγυήσεις ή στρατεύματα.

 

 

 

  1. Δεν νομίζω ότι ωφελεί να προσπαθούμε να χωριστούμε σε «επικριτές» και «υποστηρικτές» του Προέδρου. Εδώ έχουμε να διαμορφώσουμε θέσεις της ελληνικής πλευράς και ιδέες που θα σπάσουν το αδιέξοδο που ανανεώνεται με την αδιαλλαξία της τουρκικής πλευράς. Εκείνος που θα πρέπει να αλλάξει στάση για να γίνει ορατή η επίλυση του Κυπριακού δεν είναι ούτε οι «υποστηρικτές» ούτε οι «επικριτές» ανάμεσά μας, αλλά η Τουρκία και ο κ. Ερντογάν! Όπως ακόμα και οι Τουρκοκύπριοι, όταν εκτός από τα πολλά «βέτο» επιμένουν και σε χρονοδιάγραμμα και σε προσπάθεια να αναμείξουν τους ενεργειακούς σχεδιασμούς με το Κυπριακό.

 

 

 

  1. Εδώ και καιρό κάποιοι αμφισβητούσαν την ετοιμότητα του Προέδρου Αναστασιάδη και την επιθυμία του για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Αγνοώντας την απίστευτα προκλητική στάση της τουρκικής πλευράς, ισχυρίζονταν ότι «ο Πρόεδρος δεν έχει πείσει». Οι τελευταίες κινήσεις του Γ.Γ. των Η.Ε. και η αποστολή της κυρίας Λουτ τούς διέψευσαν. Και δεν ακούσαμε λέξη να λένε γι’αυτό το ζήτημα. Την ώρα που η διαστρέβλωση της πολιτικής ισότητας και η παράλογη αξίωση για μια θετική ψήφο σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων κινδυνεύει να μας οδηγήσει σε ένα εντελώς αντιλειτουργικό σύστημα, που δεν θα ενέκριναν οι πολίτες και δεν θα ήταν και βιώσιμο, προκαλώντας ασύλληπτες περιπέτειες, οι ίδιοι και πάλι ισχυρίζονται ότι όταν η ελληνοκυπριακή πλευρά προβληματίζεται για το πώς θα αντιμετωπίσει εποικοδομητικά αυτό τον κίνδυνο, δυσκολεύει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Τι εισηγούνται άραγε; Ότι για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων θα πρέπει να δεχτούμε ακόμα και εκείνες τις τουρκικές θέσεις που οδηγούν σε ένα αντιλειτουργικό σύστημα το οποίο θα απέρριπτε ο λογικά σκεπτόμενος Ελληνοκύπριος πολίτης; Ας ρωτήσουν τους πολίτες τι λένε γι’αυτό.

 

 

  1. Καθόλου δεν ενοχλεί. Απλώς ελέγχεται η επισήμανση, που είναι ολωσδιόλου εσφαλμένη. Διότι εδώ και αρκετά χρόνια γίνονται από την πλευρά μας πολύ μεγάλες προσπάθειες. Αγνοούμε τις προσπάθειες που έγιναν στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων Χριστόφια-Ταλάτ και Αναστασιάδη-Ακιντζί; Αλλά ας ξεκινήσουμε και πιο πριν, από τη διάνοιξη διόδων επικοινωνίας και τον Κανονισμό της Πράσινης Γραμμής που έχει δεχτεί η πλευρά μας. Όπως και με σωρεία μέτρων εμπιστοσύνης, με επίκαιρο παράδειγμα την εφαρμογή συμφωνίας για δυο ακόμα οδοφράγματα. Και θα ήταν ευχής έργο αν η τουρκοκυπριακή πλευρά επέτρεπε τη σύνδεση κινητής τηλεφωνίας, χωρίς και από αυτό το ζήτημα να προσπαθεί να προωθήσει υπόγεια κάποια αναγνώριση των κατεχομένων ως χωριστού κράτους. Θα υπογραμμίσω όμως ότι και ο προβληματισμός για αποκέντρωση θεσμικών οργάνων και αποφυγή της εμπλοκής μέσα από την επίμονη λογική της ανάγκης για θετική ψήφο των Τουρκοκυπρίων σε κάθε απόφαση είναι μέρος της προετοιμασίας που χρειάζεται για να μπορέσουν οι Ελληνοκύπριοι πολίτες να εμπιστευτούν μια συμφωνία για λύση. Κάποιοι όμως θορυβούνται, ωσάν να προτιμούσαν να μη λάβουμε υπόψη τις ανησυχίες των πολιτών και, επομένως, να θεωρούν τη λύση ως υπόθεση της πολιτικής ελίτ χωρίς να νοιάζονται εάν ο λαός είναι πράγματι έτοιμος για όσα οι ίδιοι πιθανώς να πιστεύουν ότι πρέπει να αποδεχτούν.