Μνημονεύσαμε μια νεκρή πόλη…

Πώς είδαν και πώς περιέγραψαν την επίσκεψη στην περίκλειστη πόλη Τ/κ δημοσιογράφοι

  • Τζενκ Μουτλούγιακαλι: Μνημονεύσαμε μια νεκρή πόλη, χωρίς να θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον δολοφόνο της
  • Ρασίχ Ρεσιάτ: Τα Βαρώσια θα πρέπει να αποστρατιωτικοποιηθούν
  • Σενέρ Λεβέντ: Τα Βαρώσια ήταν ένας παράδεισος. Η Τουρκία αυτόν τον παράδεισο τον έκανε κόλαση

«Παραστάσεις που κάθονται σαν κόμπος στο λαιμό μου, με πόνο, με ξεσηκωμό, με ντροπή αναζητώ αυτή τη λέξη… Μια μόνο λέξη μπόρεσα να βρω: “λυπάμαι”».

Έτσι περιγράφει ο διευθυντής της «Γενί Ντουζέν», Τζενκ Μουτλούγιακαλι, το τι ένιωσε στα Βαρώσια, όπου πήγε με την ομάδα των δημοσιογράφων στην επίσκεψη που διοργάνωσε ο Κουντρέτ Οζερσάι, 25 χρόνια μετά την πρώτη φορά που είχε βρεθεί σε δημοσιογραφική αποστολή στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου.

Η «Γενί Ντουζέν» έχει 8σελιδο αφιέρωμα στα Βαρώσια που περιέχει φωτογραφικό υλικό, περιγραφή της κατάστασης που είδαν οι δημοσιογράφοι αλλά και την ενημέρωση της οποίας έτυχαν από στρατιωτικούς και από τον «υπεξ» που ήταν μαζί τους. Το άρθρο του Μουτλούγιακαλι, όπως άρθρο έγραψε και ο Ρασίχ Ρεσιάτ, διευθυντής της «Κίπρις Ποστασία», που επίσης ήταν στην ομάδα των δημοσιογράφων, αλλά και ο διευθυντής της «Αφρίκα», Σενέρ Λεβέντ, που δεν πήγε, μεταφέρει στο ΚΥΠΕ η δημοσιογράφος Ραλλή Παπαγεωργίου.

«Μνημονεύσαμε μια νεκρή πόλη, χωρίς να θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τον δολοφόνο της. Όταν μια πόλη πεθαίνει, πεθαίνουν πολλοί άνθρωποι. Πεθαίνουν τόσα όνειρα, τόσες στιγμές. Μια πόλη δεν μένει με τον θάνατο μόνο, πεθαίνουν και χιλιάδες ελπίδες», γράφει στο άρθρο του ο Τζενκ Μουτλούγιακαλι, που διερωτάται τι θέλουν οι αναγνώστες να τους περιγράψει: «Τους κάκτους που βγήκαν από το μπετόν ή την παλιά ταμπέλα με λάμπες νέον, μια γνωστής μάρκας που σάπισε; Τα ρολά στην καφετέρια του Νίκου που κατέβηκαν 45 χρόνια πριν; Τις γάτες που μεγαλώνουν στις αυλές σπιτιών με σπασμένα παντζούρια ή για τα δωμάτια χωρίς φώτα και με κλειστές κουρτίνες; Να σας εξηγήσω την αιχμαλωσία που παρουσιάστηκε σαν ελευθερία ή την ευδαιμονία του στρατιωτικού σπιτιού που δημιουργήθηκε στη θέση ενός ερειπίου», διερωτάται επίσης ο διευθυντής της «Γενί Ντουζέν».

«Ό,τι είναι σήμερα το Ντουμπάι, ήταν τα Βαρώσια πριν το 1974»

Η επίσκεψη ήταν πολύ σημαντική, αλλά και πολύ συναισθηματική, γράφει ο Ρασίχ Ρεσιάτ, διευθυντής της «Κίπρις ποστασί» στο άρθρο του, σημειώνοντας ότι η επίσκεψή τους είναι σε μια περιορισμένη περιοχή των 5,3 τ.χλμ των Βαρωσίων που εγκαταλείφθηκαν -όπως αναφέρει. Ωστόσο τα όσα είδαν, συνεχίζει, αποτελούν παράδειγμα των χαμένων προοπτικών που έχει η περιοχή, λέγοντας ότι του έκανε εντύπωση μια παρομοίωση που χρησιμοποιήθηκε στην ενημέρωση που έτυχαν για την περίκλειστη πόλη. Τους είπαν -όπως γράφει- πως «ό,τι είναι σήμερα το Ντουμπάι, ήταν τα Βαρώσια πριν το 1974». Τι σημαίνει αυτό, μπορούν να το καταλάβουν όσοι έχουν πάει στο Ντουμπάι ή ξέρουν για το Ντουμπάι, σχολιάζει ο Ρεσιάτ.

Γράφοντας το άρθρο του, αναφέρει, είχε ανάμεικτα συναισθήματα. «Πρόκειται για μια μεγάλη προοπτική, αλλά και μια μεγάλη εγκατάλειψη. Εάν αφήσουμε σε μια μεριά τα σημάδια του πολέμου ή τις πολιτικές υποσχέσεις που έχουν δοθεί μέχρι τώρα για τα Βαρώσια, μια περιοχή που κάποτε φιλοξένησε διεθνή ονόματα και διεθνείς καλλιτέχνες, μεταξύ αυτών τη Σοφία Λόρεν, το να έχει γίνει φωλιά για τα φίδια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό».

Ο Ρασίχ Ρεσιάτ στηρίζει τη θέση Οζερσάι ότι τα Βαρώσια θα πρέπει να αποστρατιωτικοποιηθούν και πως εκεί δεν θα εγκατασταθούν οι υπήκοοι του ψευδοκράτους «και ας απαρτίζουν εμπόδιο στα όσα θα κάνουμε οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ». Ο διευθυντής της «Κίπρις ποστασί» αναφέρει ότι λόγω των αποφάσεων του ΣΑ του ΟΗΕ τα Βαρώσια δεν είχαν δοθεί στους Τ/κ στο πλαίσιο της «ίσης αξίας» (σ.σ.: είχαν δοθεί ε/κ περιουσίες στα κατεχόμενα σε Τ/κ που είχαν περιουσίες στις ελεύθερες περιοχές), κάτι που δεν περιλαμβάνεται ούτε στη νέα πρωτοβουλία για τα Βαρώσια, όπως γράφει.

Αντίθετα, συνεχίζει, αυτός που είναι ο ιδιοκτήτης της περιουσίας θα είναι και ο συνέταιρος σε αυτή την πρωτοβουλία, όπως την χαρακτηρίζει, λέγοντας ότι ούτε τα Ηνωμένα Έθνη ούτε κανείς άλλος μπορεί να πει κάτι γι’ αυτό, γιατί πρόκειται για έδαφος της «τδβκ», όπως αποκαλεί το ψευδοκράτος, και οι δραστηριότητες εκεί θα ωφελήσουν τους ανθρώπους στο ψευδοκράτους. Για την «τδβκ», συνεχίζει, δεν υπάρχει διαφορά, είτε πρόκειται για Άγγλο που έχει ξενοδοχείο στην Κερύνεια, Ρώσο που έχει σπίτι στον Άγιο Αμβρόσιο Κερύνειας και για τον ιδιοκτήτη ξενοδοχείου στα Βαρώσια, το οποίο θα το επιδιορθώσει και θα το λειτουργήσει.

Το αν οι περιουσίες θα είναι υπό το καθεστώς των βακούφικων ή θα ανήκουν σε κάποια άτομα, έχει σημασία δευτέρου βαθμού, σημειώνει ο Ρεσιάτ, λέγοντας ότι το βασικό είναι πως εκείνο το μέρος θα αποκτήσει ζωή ξανά.

«Όταν σας ρωτήσουν ποιος βομβάρδισε εδώ, θα έχετε απάντηση;»

«Τα Βαρώσια ήταν ένας παράδεισος. Η Τουρκία αυτόν τον παράδεισο τον έκανε κόλαση. Κοιτώντας τις φωτογραφίες και τα βίντεο του Βαρωσιού πριν από το 1974, δεν μπορείτε να ξέρετε πώς νιώθω», αρχίζει το άρθρο του στην «Αφρίκα» ο Σενέρ Λεβέντ, που υπενθυμίζει ότι ο κύριος λόγος που έβαλε ο ίδιος υποψηφιότητα στις Ευρωεκλογές ήταν τα Βαρώσια, για να επιστραφούν άμεσα στους παλιούς ιδιοκτήτες τους και να γίνουν πάλι όπως ήταν.

«Κοιτάω τα ερείπια των Βαρωσίων τώρα. Ο φίλος που ήταν εκεί ήρθε και μου έδειξε τις φωτογραφίες. Μου είπε, ήθελα να κλάψω. Τα Βαρώσια είναι σαν ένας ομαδικός τάφος. Βεβηλώθηκε χωρίς πόνο. Και για χρόνια δεν κάναμε τίποτα γι’ αυτό. Αυτόν τον παράδεισο τον αφήσαμε εκεί. Έλιωσε». Ο Σενέρ Λεβέντ προσθέτει ότι τα Βαρώσια ήταν μέχρι σήμερα κάτι σαν μυστικό, δεν δινόταν άδεια να βγάλουν φωτογραφίες ούτε από μακριά, ενώ συνελήφθησαν άτομα που προσπάθησαν να βγάλουν φωτογραφίες, αλλά και ευρωβουλευτής.

Αυτή τη φορά, συνεχίζει ο Λεβέντ, οι δημοσιογράφοι μπήκαν, τους επιτράπηκε, όχι παντού, έβγαλαν πολλές φωτογραφίες και διερωτήθηκε εάν αυτή τη φορά δεν θα συλληφθεί κανείς για τις φωτογραφίες. «Αλλά και αυτό: Γιατί σε αυτό το τουρ των Βαρωσίων μόνο Τ/κ δημοσιογράφοι; Δεν υπήρχε πρόσκληση σε Ε/κ δημοσιογράφους; Επιπλέον, περισσότερο από εμάς, δεν ενδιαφέρει αυτούς; Κύριοι, διοργανώστε άλλο ένα τουρ, αυτή τη φορά γι, αυτούς». Διοργανώστε, συνεχίζει, και μια εκδρομή για τους τουρίστες που τόσο θέλετε να γεμίσουν την περιοχή και όταν σας ρωτήσουν ποιος βομβάρδισε εδώ «θα έχετε απάντηση;»

Πλέον, γράφει, δεν υπάρχει Τούρκος Υπουργός που να φεύγει χωρίς να επισκεφθεί τα Βαρώσια και μάλιστα με το βλέμμα του πελάτη, του αγοραστή, τους οποίους παίρνει από το χέρι ο Κουντρέτ Οζερσάι και τους ξεναγεί και όλοι λένε ότι τα Βαρώσια είναι τουρκικό έδαφος. Παρατηρεί δε ότι οι Τούρκοι αξιωματούχοι πάντοτε έλεγαν στα κατεχόμενα ότι έχυσαν αίμα, είναι έδαφος δικό τους, αλλά τώρα δεν το λένε και διερωτάται γιατί αναφέρονται στην «τδβκ», που δεν υπήρχε τότε, όταν ο στρατός πήρε τα Βαρώσια.

«Αφήστε τα αυτά για τα βακούφικα», γράφει ο Σεβέρ Λεβέντ, «και πείτε τι έγινε το 1,5 εκ. στερλίνες που πήραν οι Ραούφ Ντενκτάς και Κιουτσούκ από τους Εγγλέζους. Ο Λεβέντ αναφέρει ότι τα Βαρώσια θα είναι ο νέος τόπος λεηλασίας, όπως η Κερύνεια και η Καρπασία και η Αμμόχωστος. «Τα Βαρώσια ήταν ένας παράδεισος, η Τουρκία τα μετάτρεψε σε κόλαση. Τώρα οι μάστερ της λεηλασίας ψάχνουν ένα μέρος γι’ αυτούς σε αυτή την κόλαση. Θα πάνε σύντομα και θα γράψουν στην πόρτα “Κρατημένο”. Ανάμεσα στα φίδια που σφυρίζουν. Έχετε δρόμο μέχρι την κόλαση!», καταλήγει το άρθρο του Λεβέντ.