Με αφορμή το ντοκιμαντέρ Missing Fetine που αναφέρεται στη δεκατριάχρονη Φετινέ Μεμίς από το χωριό Αλέκτορα που υποχρεώθηκε το 1935 να παντρευτεί έναν πλούσιο Άραβα και να πάει μαζί του στη Μέση Ανατολή η σκηνοθέτης του, Yeliz Shukri, μίλησε στον Ορίζοντα της Κυριακάτικης Χαραυγής, πριν από περισσότερο από δύο χρόνια. Με αφορμή την προβολή, προσεχώς, του ντοκιμαντέρ στο Pantheon Art Cinema, στη Λευκωσία, υπενθυμίζουμε μέρος της κουβέντας εκείνης με τον Αντώνη Γεωργίου.


Ο γάμος με Τουρκοκύπριες είχε
διάφορα πλεονεκτήματα. Πρώτον
ήταν σχετικά εύκολος γιατί δεν
υπήρχαν θρησκευτικά εμπόδια
μεταξύ τους, ήσαν μουσουλμάνοι


«Η Φετινέ Μεμίς γεννήθηκε αρχές της δεκαετίας του ’20 στο χωριό Αλέκτορα. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια. Το 1935 σε ηλικία 13 χρόνων υποχρεώθηκε να παντρευτεί έναν πλούσιο Άραβα και να πάει μαζί του στη Μέση Ανατολή. Πριν φύγει “υποσχέθηκε” στην οικογένειά της ότι αν την υποχρέωναν να τον παντρευτεί και να φύγει δεν θα επικοινωνούσε μαζί τους ποτέ ξανά. Η Φετινέ κράτησε την υπόσχεσή της. Το ντοκιμαντέρ Missing Fetine αφορά την έρευνα για τη Φετινέ από την εγγονή του αδελφού της, την Πεμπέ Μεντές. Είναι μια προσωπική διαδρομή που μας παίρνει από την Κύπρο στη Μέση Ανατολή.

Η Πεμπέ γεννήθηκε στην Αυστραλία όπως κι εγώ, μακριά από την οικογένεια και τον τόπο καταγωγής της. Αυτή η απόσταση γέννησε την ανάγκη να μάθει περισσότερα για τον τόπο από τον οποίο κατάγεται και για τους ανθρώπους στην οικογένειά της που σχημάτισαν το παρελθόν της και την έφεραν στο παρόν.

Η Φετινέ ήταν μια από ένα σημαντικό αριθμό κοριτσιών που παντρεύτηκαν Άραβες και έφυγαν για τη Μέση Ανατολή. Μερικές παντρεύτηκαν με θρησκευτική τελετή στην Κύπρο και ο γάμος εγγράφηκε επίσημα αργότερα, στη χώρα του συζύγου τους. Σε πολλές περιπτώσεις, νεαρά κορίτσια πήγαιναν στη χώρα του μέλλοντος συζύγου τους συνοδευόμενα από τη μητέρα τους και παντρεύονταν εκεί.

Αρκετά αρχεία φυλάγονταν στο “Τουρκοκυπριακό Οικογενειακό Δικαστήριο” το οποίο δυστυχώς κάηκε το 1995. Ερευνήσαμε στα βρετανικά αρχεία τα οποία μας έδωσαν μιαν ένδειξη του αριθμού των γυναικών αυτών. Τα στοιχεία επικεντρώνονται κυρίως στο ’30 επειδή ο αριθμός των κοριτσιών που παντρεύτηκαν και μετανάστευσαν αυξήθηκε σημαντικά εκείνη την περίοδο. Η βρετανική διοίκηση άρχισε τότε να καταχωρεί στοιχεία και να ζητά “συστάσεις καλού χαρακτήρα” από τους επίδοξους γαμπρούς σε μιαν προσπάθεια να αποτρέψει γάμους ανηλίκων ή την πολυγαμία.

Λόγω των διακοινοτικών συγκρούσεων, των πολέμων και του εκτοπισμού στην Κύπρο και την Παλαιστίνη, πολλές οικογένειες έχασαν επαφή με τα αγαπημένα τους πρόσωπα και δεν ήξεραν πώς να τους αναζητήσουν είτε στην Κύπρο είτε στη Μέση Ανατολή. Είναι όμως σημαντικό να λεχθεί ότι υπάρχουν πολλές οικογένειες που κράτησαν επαφή και μερικές γυναίκες επέστρεψαν στην Κύπρο είτε μόνιμα είτε ως επισκέπτες.

Οι Άραβες, ιδιαίτερα οι Παλαιστίνιοι, έρχονταν στην Κύπρο ως έμποροι και είχαν δεσμούς με την Κύπρο κυρίως γιατί η Παλαιστίνη ήταν επίσης βρετανική αποικία. Ο γάμος με Τουρκοκύπριες είχε διάφορα πλεονεκτήματα. Πρώτον ήταν σχετικά εύκολος γιατί δεν υπήρχαν θρησκευτικά εμπόδια μεταξύ τους, ήσαν μουσουλμάνοι. Οι Τουρκοκύπριες θεωρούνταν ξεχωριστά όμορφες και η ομορφιά τους ήταν ακόμα ένας λόγος για να παντρευτούν μια ξένη μουσουλμάνα γυναίκα. Επίσης η προίκα (mahir) για τα κορίτσια αυτά ήταν μικρότερη από εκείνην που απαιτείτο για κορίτσια αραβικής καταγωγής».

Γιατί ντοκιμαντέρ;

Η Kύπρια σκηνοθέτης Yeliz Shukri εξηγεί γιατί την ελκύει το ντοκιμαντέρ. Γιατί ντοκιμαντέρ: Για εμένα τα ντοκιμαντέρ είναι ένα μέσο για έρευνα και για να φέρνω στο φως κάποια θέματα που με συγκλονίζουν. Αν και εφόσον προκύψει κάποια ευκαιρία, ώστε να εξερευνήσω κάποια ιστορία σε προσωπικό επίπεδο, συνήθως την αρπάζω και απαθανατίζω το ταξίδι στην κάμερα. Με ενδιαφέρουν οι ιστορίες που καθοδηγούνται από τους χαρακτήρες.


“Οι Τουρκοκύπριες θεωρούνταν
ξεχωριστά όμορφες και η ομορφιά
τους ήταν ακόμα ένας λόγος για να
παντρευτούν μια ξένη μουσουλμάνα
γυναίκα”


Είναι αυτές οι ιστορίες που μου αρέσει να διαβάζω και να παρακολουθώ, σε βιβλία και σε ταινίες. Για εμένα, οι ιστορίες που προκύπτουν από προσωπική αντίληψη και περιέχουν παράλληλα ιστορικές και πολιτιστικές πληροφορίες είναι οι πιο ενδιαφέρουσες. Πιο αληθινές, για πολλούς λόγους.

Βιογραφικά στοιχεία: Σπούδασα ΜΜΕ στην πατρίδα μου, στο Πανεπιστήμιο La Trobe στη Μελβούρνη και ακολούθως παρακολούθησα Παραγωγή Ήχου στο R.M.I.T. Εργάστηκα σε αρκετούς κοινοτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς στη Μελβούρνη, πριν βρεθώ στην Κύπρο, όπου άρχισα να εργάζομαι ως παραγωγός/σκηνοθέτης στο πρόγραμμα “Biz/Emeis” του ΡΙΚ.

Εκτός από το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ μου, το ντεμπούτο μου, “MURID” (2010), έχω δημιουργήσει αρκετά ντοκιμαντέρ μικρού μήκους και έχω διδάξει κινηματογράφηση σε επίδοξους νεαρούς παραγωγούς ταινιών.

Η υπόθεση της ταινίας: Αναγκασμένη να παντρευτεί σε μικρή ηλικία, η Fetine Memish αναχώρησε σε ξένο μέρος και δεν είδε ποτέ ξανά την πατρίδα και την οικογένειά της. Τα δεινά της, όπως και αυτά χιλιάδων άλλων μουσουλμάνων κοριτσιών που έφυγαν υπό παρόμοιες συνθήκες, εξερευνούνται, όταν η εγγονή του αδελφού της αποφασίζει να την αναζητήσει.

Η ιστορία των Τουρκοκύπριων κοριτσιών που αναγκάζονται να παντρεύονται Άραβες, κατά τη διάρκεια της αγγλικής αποικιοκρατίας στην Κύπρο, ήρθε στην προσοχή μου, λέει η Yeliz Shukri, πριν κάποια χρόνια, μέσω δύο βιβλίων που είχαν γράψει Τουρκοκύπριοι.

«Εξελίχθηκε σε ένα ζήτημα που όχι μόνο με ενδιέφερε, άρχισε να με στοιχειώνει. Μεταξύ των δεκαετιών του 1920 και του 1940, μια περίοδος όπου η φτώχεια και η ξηρασία είχαν λυγίσει την Κύπρο και το λαό της, περιφερόμενοι μουσουλμάνοι έμποροι έψαχναν νύφες, με σκοπό να επιστρέψουν μαζί τους στην πατρίδα τους.

Σε μια εποχή όταν οι γυναίκες δεν είχαν σχεδόν λόγο για το μέλλον τους, πολλές οικογένειες μουσουλμάνων ανάγκαζαν τις θυγατέρες τους να νυμφευθούν με αυτούς τους ταξιδιώτες εμπόρους που έψαχναν Κύπριες μουσουλμάνες συζύγους. Πολλές από αυτές έφευγαν από την Κύπρο μαζί με τους μνηστήρες τους, σε μια ξένη χώρα. Κάποιες έζησαν καλές ζωές, άλλες όχι.

Κάποιες, όπως και στην ιστορία μας, έχασαν κάθε επαφή με τις οικογένειές τους στην Κύπρο, και ακόμη και αν το ήθελαν, δεν μπόρεσαν ποτέ να επιστρέψουν. Ως Κύπρια γυναίκα, με φεμινιστικές αξίες, αυτό ήταν το ζήτημα που χρειάστηκε να εξερευνήσω. Είχα την ανάγκη να βρω και άλλες πληροφορίες για τους χώρους που βρέθηκαν αυτές οι γυναίκες και τους λόγους για τους οποίους κάποιες κανείς δεν προσπάθησε να βρει».

Η πορεία μέχρι να γυριστεί το ντοκιμαντέρ: Όταν έμαθα ότι η θεία της καλής μου φίλης, Pembe Mentesh, είχε εξαναγκαστεί σε γάμο, και είχε φύγει με τον Παλαιστίνιο σύζυγό της και ότι μετά δεν είχε δώσει σημεία ζωής, ρώτησα τη φίλη μου αν θα ήθελε να βρει τη θεία της. Η φίλη μου απάντησε «Ναι!» Ρώτησα, «Είσαι σίγουρη;» Απάντησε καταφατικά. Ο λόγος που είχα ρωτήσει είναι το γεγονός ότι ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να διαρκέσει χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί και βεβαίως κανείς δεν γνωρίζει τι αυτό θα φέρει τελικά στην επιφάνεια.

Ο τρόπος που είχα αρχικά γράψει το σενάριο με το τελικό αποτέλεσμα της ταινίας αποδείχθηκαν εν τέλει εντελώς διαφορετικά, αφού κανείς δεν μπορεί να γράψει ένα σενάριο πραγματικότητας. Δεν είναι εύκολο να κάνεις γυρίσματα για ντοκιμαντέρ, αφού δεν ακολουθείς μια λίστα με εικόνες, όπως στις ταινίες μυθοπλασίας. Συνήθως κάνεις γυρίσματα ώστε να εξασφαλίσεις υλικό που θα αναζητήσεις κατά τη διαδικασία μετά την παραγωγή. Τα γυρίσματά μας έλαβαν χώρα στην Κύπρο, την Παλαιστίνη και την Ιορδανία.

Το συναισθηματικό βάρος της ταινίας ήταν δύσκολο για εμένα και την Pembe και πραγματικά τα γυρίσματα στα σημεία ελέγχου μεταξύ του Ισραήλ και της Δυτικής Όχθης ήταν νοητικά και σωματικά εξαντλητικά. Το «καλό» ντοκιμαντέρ / Το «αντικειμενικό» ντοκιμαντέρ: Είχα παρακολουθήσει κάποτε ένα κινηματογραφικό εργαστήρι, που αποτελούσε μέρος ενός φεστιβάλ κινηματογράφου.

Δύο παραγωγοί ταινιών μιλούσαν για την ταινία τους, την οποία εγώ είχα παρακολουθήσει την προηγούμενη μέρα. Εξηγούσαν πώς δημιουργούσαν ταινίες για βιοποριστικούς σκοπούς και έτσι έφτιαχναν τις ταινίες τους, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη «φόρμουλα». Μια φόρμουλα; Ας πούμε απλά ότι δεν μου είχε αρέσει η ταινία τους και ότι δεν πιστεύω στις φόρμουλες. Μια ταινία είτε σε τραβά είτε όχι.

Αν επιτύχεις να πεις μια ιστορία με ενδιαφέρων τρόπο μέσω της χρήσης του κινηματογραφικού στιλ που επιλέγεις, τότε δίνεις ζωή σε μια καλή ταινία. Όμως ένα πράγμα που κάποιος πρέπει να αισθανθεί είναι το πάθος για να το πράξει. Οφείλουμε να είμαστε αντικειμενικοί; Δεν νομίζω. Θεωρώ ότι ο παραγωγός ταινίας θα πρέπει να δώσει φωνή σε διαφορετικές απόψεις, όμως αν ο ίδιος έχει τη δική του οπτική γωνία, η οποία είναι αναλλοίωτη μέχρι την ολοκλήρωση της δημιουργίας της ταινίας, τότε θα οφείλει να εμμένει σε αυτήν. Για εμένα, ένα καλό ντοκιμαντέρ θα πρέπει να μου παρουσιάσει μια αληθινή ιστορία, να με διδάξει κάτι για το οποίο δεν γνώριζα πολλά και να μου την αφηγηθεί με τρόπο ενδιαφέρων, ώστε να μη βαρεθώ.

Αυτή είναι η άποψή μου ως θεατής. Ως παραγωγός κινηματογράφου, μια υπέροχη ατάκα που διάβασα πριν λίγες μέρες, τα λέει όλα: «Τη στιγμή που θα μάθω πώς να φτιάχνω ταινίες, θα σταματήσω!»

Μας έχεις Like στο Facebook ;