Τα άνθη… του κακού

Της Ανθής Ερμογένους

Θυμάστε τον Γιάννη Αγιάνη στους «Άθλιους» του Ουγκώ τον 18ο αιώνα, που γυρνά στους δρόμους πεινασμένος, σπάει μια βιτρίνα αρτοποιείου, κλέβει ένα ψωμί για να ταΐσει την οικογένειά του που λιμοκτονούσε και καταδικάζεται; Θυμάστε την ιστορία της Ιχσάντ τον 21ο αιώνα που αποκομμένη από κάθε κοινωνική πολιτική, κατηγορείται ότι έκλεψε παστίτσιο και ζαμπόν; Αν δεν τη θυμάστε, εδώ να μείνετε… να μιλήσουμε για τον άνθρωπο που κλέβει για να φάει και γι’ αυτόν που δεν κλέβει, αλλά ως φτωχός ή μετανάστης θα είναι έτσι κι αλλιώς ύποπτος και σεσημασμένος.

Ακούω ειδήσεις. Συνελήφθηκε, έκλεψε παστίτσιο και ζαμπόν αξίας €15. Πού είναι αυτή η γυναίκα, γιατί πεινά τόσο ώστε να κλέψει; Ποιος ηλίθιος καταγγέλλει έναν άνθρωπο γιατί έκλεψε φαΐ αντί να τον ταΐσει; Ποιος κοστολόγησε υλικά παστίτσιου; Πού ήταν το παιδί της; Ποιος θα κάνει κάτι γι’ αυτήν εκεί που ήταν ανυπεράσπιστη; Όντως έκλεψε; Αν όχι, θα την πιστέψουν; Την βρήκαμε με τη Ζέλια. Έκλαιγε, έλεγε δεν έκλεψα, δεν τρώω χοιρινό.

Μπορεί να έχει δίκαιο, μπορεί όχι. Καθόλου δεν με νοιάζει. Κανέναν να μην νοιάζει. Μόνο αν υπάρχει άνθρωπος που πεινά. Αν έχει στήριξη. Αν ήρθε με άδεια εργασίας για μπαρ κι όταν θέλει να φύγει από αυτή τη δουλειά δεν του δίνεται άδεια κανονικής εργασίας. Αν δεν μπορεί να δουλέψει, γιατί αλλιώς θα συλληφθεί ως παράνομος. Αν τον συλλαμβάνεις προκαταβολικά γιατί ως ξένος ή φτωχός κρίνεις πως έχει συνεπέστατα κλίση στην παραβατικότητα. Αν ως Δικαστήριο υιοθετείς το αίτημα προσωποκράτησης έστω και αν προκύπτουν συνθήκες αποχωρισμού του παιδιού, στέλνοντάς το σε στέγη. Με πήρε ο Φαϊσάλ που τη φιλοξενούσε: Την ξανασυνέλαβαν. Μάλλον έγινε δικαστήριο χωρίς να την ειδοποιήσουν και καταδικάστηκε… δεν ξέρω.

Ήρθαν περιπολικά την πήραν, πήραν και το παιδί. Ψάχνω τέσσερις μέρες. Ίσως την απέλασαν ήδη. Δεν κοιμάμαι, νιώθω να απέτυχα να κάνω κάτι. Τρώγομαι μέσα μου. Θυμώνω. Αν κανείς κλέψει φαγητό, δεν έχει διαπράξει αδίκημα. Αδίκημα διαπράττει μια πολιτεία που δεν στήριξε. Θέλω να γίνει επισήμανση των αναλογιών. Μου φταίει, ναι, το κράτος που ψάχνει με το κλεφτοφάναρο εγκληματίες ανάμεσα στους ευάλωτους, στους ξένους. «Έκλεψε, πρέπει να τιμωρηθεί», μου είπε ο αστυνομικός, «δεν θα το κάνουμε ζούγκλα, ζούμε σε πολιτισμό». Διπολικός πολιτισμός, αγαπητό όργανο της τάξης. Ο πολιτισμός αυτός πρέπει να κάνει μια γενναία αυτοκριτική.

Η δικαιοσύνη με μεζούρα, με τις ανένδοτες απονομές, η προσήλωση στις κοσμιότατες διαγωγές που ξεμακραίνει απ’ τον άνθρωπο, που νομίζει πως τα πήγε περίφημα επειδή στειρώνει την κοινωνία από κλέφτες, πόρνες και αλλοδαπούς, που καθηκοντολογεί στυγνά, που κρατά τσίλιες έξω από σπίτια ευπαθών και μειονοτήτων περιμένοντας στη γωνιά να δικαιώσει τις ρατσιστικές καχυποψίες, είναι η αμακιγιάριστη αλήθεια μιας αστικοδημοκρατίας ταξικής και μόνο ως τέτοια θριαμβεύει. Η αστυνομία περηφανεύεται πως παρήγε δίκιο κι «έσωσε» την κοινωνία, η γυναίκα φυλακή και το παιδί σε μια στέγη, αποθήκη παιδιών. Πολιτισμός δύο όψεων. Σαν να είσαι σε ένα μαγαζί που κάποιος τραγουδά τον έρωτα και κάποιος τη ματαίωση του δικού του. Αυτό εδώ δεν είναι ένα βαρύ περιγραφικό για να μας αγγίξει. Είναι μια άκαμπτη δικαιοσύνη που σπαταλιέται ανισόνομα. Όταν πολεμάς την κλοπή φαγητού αντί την πείνα, οι θεσμοί βγαίνουν χαμένοι. Υπηρετείς το γράμμα μα όχι το πνεύμα του Νόμου. Κλείνεις τον φάκελο, βάζεις σφραγίδα «Κοινωνία απελυμάνθη», κοιμάσαι ήσυχος (;)

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.