Του Λουκά Στυλιανού*

Το παρόν άρθρο γράφτηκε στη βάση της πληροφόρησης που έχω για την έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας που κατατέθηκε στη Βουλή πρόσφατα σχετικά µε τη διαχείριση των ΜΕ∆. Η εικόνα θα ήταν περισσότερο διαφωτιστική αν εκτός από τη συγκεντρωτική κατάσταση, η έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας επεξηγούσε και ποιοτικά πώς διαµορφώνεται αυτή η εικόνα. Αυτό θα επιτυγχανόταν αν γινόταν επεξήγηση για τη µείωση των Μη Εξυπηρετούµενων ∆ανείων (ΜΕ∆) που οφειλόταν σε καθέναν από τους τέσσερις παράγοντες που γενικά και συγκεντρωτικά αναφέρεται στην έκθεση.

Με αυτό τον ποιοτικό διαχωρισµό της εξέλιξης των ΜΕ∆ θα δινόταν µε περισσότερη σαφήνεια και θα ήταν πιο ξεκάθαρο κατά πόσον τα Αδειοδοτηµένα Πιστωτικά Ιδρύµατα (ΑΠΙ) εφαρµόζουν και πώς τον αποτελεσµατικό Κώδικα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (ΚΤΚ), όπως και την προοπτική είσπραξης αλλά και των χορηγήσεων που δεν παρουσιάζονται στην έκθεση. Το απλό ποσοτικό αποτέλεσµα δίνει µια εικόνα, αλλά όχι αυτή που θα βοηθήσει στη διαµόρφωση πολιτικών από µέρους του νοµοθετικού σώµατος για την αντιµετώπιση και επίλυση του προβλήµατος στην κοινωνικο-οικονοµική του διάσταση.


Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο Παράρτηµα Β’ της έκθεσης, λαµβάνοντας υπόψιν ότι κατά µέσο όρο οι τράπεζες αποδέχονται την παραχώρηση ακίνητης περιουσίας έναντι χρέους γύρω στο 65% (σε µερικές περιπτώσεις το ποσοστό αυτό µειώνεται ακόµα και κάτω από το 50%), τότε διαπιστώνουµε ότι, µέσα στο 2018, ένα ποσοστό της τάξης του 12,21% (από τις συνολικές πληρωµές στα ΜΕ∆), προέκυψε από ακίνητα δανειοληπτών. Αυτό σε αξίες ακινήτων/περιουσιών των δανειοληπτών που µεταβιβάστηκε επ’ ονόµατι των τραπεζών αντιστοιχεί σε 640.403.000 ευρώ.

Από αυτό µπορεί κάποιος να αντιληφθεί και την κοινωνική διάσταση του όλου θέµατος. Ακόµα δε περισσότερο, αν αναλογιστούµε και σε ποιους ανήκουν οι τράπεζες, διαπιστώνεται και το µέγεθος του προβλήµατος που θα προκύψει µεσοπρόθεσµα και µακροπρόθεσµα και προς τα πού οδηγείται η όλη κατάσταση, τόσο σε οικονοµικό, όσο και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Παρά το γεγονός ότι αρκετές εκποιήσεις έχουν αναβληθεί λόγω της εφαρµογής του Σχεδίου Εστία, εντούτοις ακόµα και τούτου του γεγονότος, οι εκποιήσεις και η αλλαγή της κυριότητας ακίνητης περιουσίας συνεχίζει να γίνεται σε µεγάλο βαθµό. Ερµηνεύοντας τα δεδοµένα του παραρτήµατος, διαπιστώνεται µε βεβαιότητα η µετακίνηση πλούτου από τα χέρια δανειοληπτών σε άλλους ιδιοκτήτες.

Πρόσθετα, σηµαντικό µέρος αυτού του πλούτου από ακίνητα µεταφέρεται στην κυριότητα των τραπεζών, οι οποίες επίσης ανήκουν σε ξένους κατά κύριο λόγο µετόχους.
Με βάση τα ίδια δεδοµένα, διαπιστώνεται πόσο αλλάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ακίνητης περιουσίας των Κυπρίων, αλλά και µε τι ρυθµούς και σε ποιο βαθµό θα αλλάξει, µετά την ολοκλήρωση της υποβολής των αιτήσεων για το Σχέδιο Εστία, αλλά και µετά που θα διαπιστωθεί ότι το σχέδιο δεν λειτούργησε αποτελεσµατικά, ένεκα των λανθασµένων κριτηρίων του. Όταν δε ακόµα θα τεθούν σε εφαρµογή και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασµοί, το πρόβληµα θα είναι ακόµα µεγαλύτερο, µε όλες τις κοινωνικές και οικονοµικές του αρνητικές επιδράσεις.

Παρατηρούµε λοιπόν ότι ακίνητα αγοραίας αξίας 33 εκ. έχουν αλλάξει ιδιοκτήτη το γ’ και δ’ τρίµηνο του 2018, ενώ µόνο για το α’ τρίµηνο του 2019 και παρά την αναστολή των εκποιήσεων, έχουν αλλάξει ιδιοκτήτη ακίνητα αξίας 49 εκ. σχεδόν. Μόνο δε οι τράπεζες έχουν µεταβιβάσει επ’ ονόµατί τους για την περίοδο από 07-12/2018 και 01-03/2019 ακίνητα αξίας 345 εκ. και 105 εκ. αντίστοιχα.

Η δηλωµένη οικονοµική ανάπτυξη της κυπριακής οικονοµίας δεν έχει µεταφέρει θετικές επιπτώσεις και στην πραγµατική οικονοµία ώστε να αρχίσει να δηµιουργείται προστιθέµενη αξία για τη βελτίωση της οικονοµικής θέσης των πολιτών και µικροεπιχειρήσεων. Την προστιθέµενη αξία που δηµιουργείται την καρπούνται µια µικρή µερίδα επιχειρηµατιών.

Είναι καθαρά θέµα επιλογής ποια πολιτική επιλέγουµε και τι στοχεύουµε. Τη συνεχιζόµενη φτωχοποίηση του κυπριακού λαού, παρά την πρόσκαιρη δηλωµένη οικονοµική ανάπτυξη που θα αποδειχτεί περίτρανα πλασµατική, ή την πραγµατική ανάπτυξη που θα βασίζεται στην πραγµατική οικονοµία µέσα από πολιτικές ορθολογιστικής υλοποίησης αναπτυξιακού σχεδιασµού και προγράµµατος; Εδώ φυσικά απαιτείται ένας σωστός εξ ορθολογιστικός σχεδιασµός και όχι εκσυγχρονισµός του παλιού οικονοµικού µοντέλου που µας οδήγησε σε αυτή την κατάσταση.

Αν ληφθούν αποφάσεις και γίνουν τοµές, τότε θα έχουµε και πρόοδο και ανάπτυξη και βελτίωση της ποιότητας ζωής του λαού. Αν όχι, η περαιτέρω φτωχοποίηση είναι αναπόφευκτη.

*Μέλος Κεντρικής Επιτροπής Κινήµατος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών