Με αφορμή τις τρεις μεγάλες συναυλίες (11 Μάρτη Αθήνα, 23 Μάρτη Πάτρα, 1η Απρίλη Θεσσαλονίκη) που αφιερώνει ο Θάνος Μικρούτσικος στο ΚΚΕ, ο «Ριζοσπάστης» είχε τη χαρά να βρεθεί κοντά και να συζητήσει με τον συνθέτη. Ο λόγος του μεστός και χειμαρρώδης. Μιλά για τα έργα του και τη σημασία της παρουσίασής τους με αφορμή τα 100 χρόνια του ΚΚΕ, για την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και για τη σχέση του με τον Γιάννη Ρίτσο, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει την ανάγκη και τη σημασία οι νεαροί καλλιτέχνες να διευρύνουν συνεχώς τις γνώσεις τους.

«Υπερασπίζεται τα δίκαια του λαού. Το έχει αποδείξει μέσα σε αυτά τα 100 χρόνια. Εγώ τελεσίδικα ανήκω εδώ»

Τρεις συναυλίες αφιερωμένες στα 100 χρόνια του ΚΚΕ. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Τι σημαίνει αυτό για εμένα; Μεγάλη συγκίνηση και τιμή. Το ΚΚΕ είναι μακράν το πιο ιστορικό κόμμα στην Ελλάδα. Είναι ένα κόμμα που αποδεδειγμένα υπερασπίζεται τα δίκαια του λαού, τα δίκαια όσων είναι καταπιεσμένοι, τα δίκια της εργατικής τάξης. Το έχει αποδείξει μέσα σε αυτά τα 100 χρόνια. Εγώ τελεσίδικα ανήκω εδώ. Το είχα πει και τον Σεπτέμβρη σε μια δήλωσή μου στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αυτός είναι ο κόσμος μου.

Η συγκίνηση μεγαλώνει όταν αυτές οι τρεις συναυλίες έχουν να κάνουν και με δύο έργα μου, το «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι» σε μετάφραση του Ρίτσου και «Καντάτα για τη Μακρόνησο» σε ποίηση Γ. Ρίτσου. Δύο έργα που έχουν βάθος χρόνου, μιας και τα έγραψα πριν από 43 χρόνια, πριν κλείσω τα 28 μου χρόνια και εκδόθηκαν πριν από 42 χρόνια.

Με μεγάλη χαρά αναμένουμε την παρουσίαση της «Καντάτας για τη Μακρόνησο». Ενα έργο που έχει να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο πάνω από 40 χρόνια…

Όντως, στην Ελλάδα η «Καντάτα» ολοκληρωμένη είχε παρουσιαστεί μόνο δύο φορές, την ίδια μέρα, στο Σπόρτινγκ το 1976. Το έργο είχε παρουσιαστεί ολοκληρωμένο και στο εξωτερικό, στην Όπερα του Βερολίνου της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας, στο Κόντσερτ Χάους της Βιέννης και στην Όπερα της Γλασκόβης.

Τώρα το τολμώ χάρη στο ΚΚΕ. Συνεπώς η συγκίνηση είναι πολλαπλή. Νομίζω ότι παρότι είχα σκεφτεί να το κάνω αυτό το έργο εδώ και κάποια χρόνια, κάτι με φρενάριζε, σαν κάτι να μου έλειπε. Είμαι πραγματικά ευτυχής που η «Καντάτα» ανεβαίνει για τα 100 χρόνια του ΚΚΕ και με το ΚΚΕ δίπλα. Είναι η καλύτερη δυνατή συγκυρία.

Ενα έργο μελοποιημένης ποίησης έχει δύο υπογραφές. Αυτήν του συνθέτη και αυτήν του ποιητή, στιχουργού. Στην προκειμένη περίπτωση το έργο ανήκει, θα έλεγε κανείς, στον Γιάννη Ρίτσο και στον Θάνο Μικρούτσικο. Θεωρώ όμως ότι το έργο ανήκει και στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, που εξέφρασε, και ειδικότερα εκείνη την εποχή, όλο τον κόσμο που βρέθηκε στα ξερονήσια. Είναι από τις ελάχιστες φορές που ένα έργο ανήκει και σε κάποιον ακόμα, εκτός των δύο δημιουργών.

Η «Καντάτα για τη Μακρόνησο» ανήκει, θα έλεγε κανείς, στον Γ. Ρίτσο και στον Θ. Μικρούτσικο. Θεωρώ όμως ότι το έργο ανήκει και στο ΚΚΕ. Είναι από τις ελάχιστες φορές που ένα έργο ανήκει και σε κάποιον ακόμα, εκτός των δύο δημιουργών

 

Πείτε μας λίγα λόγια για το πρόγραμμα των συναυλιών.

Ξεκινάμε με τη «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι» που θα τα ερμηνεύσει ο Κώστας Θωμαΐδης, σε μετάφραση Ρίτσου. Γιατί επιμένω στη μετάφραση… Έχει γραφτεί από μεγάλους κριτικούς ότι ο Ρίτσος και κανένα ποίημα να μην είχε γράψει, μόνο η μετάφρασή του στον Μαγιακόφσκι και στον Χικμέτ θα αρκούσε να τον κατατάξει κανείς σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο της ελληνικής φιλολογίας. Αν δει κανείς τη μετάφραση του Ρίτσου, θα διαπιστώσει ότι οι στίχοι έχουν διαφορετικό αριθμό συλλαβών. Μπορείς να δεις 13 συλλαβές και μετά 7… Γιατί το έκανε αυτό; Όπως μου είπε προσπάθησε, σεβόμενος απολύτως την ουσία της ποίησης του Μαγιακόφσκι και μην αλλάζοντας ούτε τα τερτίπια του, να αποδώσει 100% πώς θα το έγραφε ο Μαγιακόφσκι, την εποχή που το μετέφρασε ο Ρίτσος, σε τούτη δω τη γλώσσα. Είναι, λοιπόν, πρωτοφανής ο τρόπος που απέδωσε τον Μαγιακόφσκι. Η ποίηση του Μαγιακόφσκι είναι σαν ένα βέλος που σκίζει το χρόνο. Τόση δύναμη έχουν οι στίχοι του. Έπρεπε, λοιπόν, εγώ, ακολουθώντας το κείμενο, που είναι πολύ δύσκολο ρυθμικά, να το κάνω να ρέει στον ακροατή σαν ποτάμι.

Θα ακολουθήσει η «Καντάτα για τη Μακρόνησο», με βασική ερμηνεύτρια τη Ρίτα Αντωνοπούλου. Ξέρεις, της πέφτει πολύ βαρύ φορτίο, γιατί η Μαρία Δημητριάδη, στην πρώτη εκτέλε ση, είναι τόσο μοναδικά δραματική… Όμως τα καταφέρνει πολύ καλά. Είναι σπουδαία τραγουδίστρια. Δευτερεύων τραγουδιστής θα είναι ο Κώστας Θωμαΐδης. Πρόκειται για ένα έργο όπου εναλλάσσονται τα σύγχρονα ατονικά μέρη με κάποιο τραγούδι.

Αν πεις μόνο τα τραγούδια είναι σαν να χάνεις μια διάσταση του έργου. Στις συναυλίες τα ατονικά μέρη θα έχουν 3 επίπεδα. Θα υπάρχει το ηχογραφημένο μέρος. Παράλληλα, θα προστεθεί ζωντανή μουσική και ευχαριστώ πολύ την ΚΝΕ που βοηθά καθοριστικά με προβολές εικόνων, ώστε να δημιουργείται ένα θεαματικό μέρος που θα καταλήγει στο τραγούδι. Στο τελευταίο μέρος μπαίνει στο παιχνίδι και ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο αγαπημένος μου τραγουδοποιός. Και οι τρεις θα ερμηνεύσουν, με προεξέχοντα όμως τον Μ. Πασχαλίδη, πολιτικά τραγούδια, από διάφορους κύκλους μου.

Η μουσική σας διαδρομή μετρά κοντά 50 χρόνια. Ποιες είναι οι συμβουλές που δίνετε στους νέους μουσικούς;

Το πρώτο πράγμα που έχει να κάνει είναι να διευρύνει συνεχώς τις γνώσεις του. Το καλύτερο ταλέντο του κόσμου να έχεις, και είναι αποδεδειγμένο ιστορικά, χωρίς γνώσεις κάποια στιγμή δεν δίνει έργο.

Και μην πει κανείς, ναι αλλά ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης. Και ο Τσιτσάνης και ο Βαμβακάρης γνώση είχαν. Δεν μιλάω μόνο για τη γνώση του ωδείου. Όταν παίζεις το μπουζούκι δεξιοτεχνικά και ξεπερνάς τις δυνατότητές σου, αυτό είναι μια τρελή γνώση, που σου αρκεί για να γράφεις πράγματα. Η γνώση σου – η ωδειακή και η ακουστική και η γνώση που παίρνεις μόνος σου και τη διευρύνεις διαβάζοντας και η παιχτικήνα διευρύνεται μέχρι το τέλος της ζωής σου. Εγώ προσωπικά θεωρώ τον μεγαλύτερο πιανίστα του 20ού αιώνα τον Ρίχτερ. Τον άκουσα στη δεκαετία του ’70 εδώ στην Ελλάδα. Είχε παίξει έναν Σούμαν τόσο δεξιοτεχνικά που είχα χάσει τα δάχτυλά του. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς το δεξί και το αριστερό του χέρι πήγαιναν τόσο αυτόματα. Και αυτοί οι πιανίστες δουλεύουν τα χέρια τους 10 12 ώρες τη μέρα, ακόμα κι ενώ μιλάνε… Έξι μήνες πριν πεθάνει είδα ένα βίντεο στο εξοχικό του στην ΕΣΣΔ και ο διάολος έπεσε να παίζει το ίδιο κομμάτι με αυτό που είχα ακούσει. Και το άκουσα στη μισή ταχύτητα. Με πολλές παύσεις ανάμεσα. Και δε θα ξεχάσω στη ζωή μου αυτή τη μουσική που έβγαινε από τις παύσεις. Αυτό το βάθος των πραγμάτων. Είχε φτάσει στην αντίπερα όχθη και είχε περάσει στην αιωνιότητα.

Λοιπόν, η γνώση, παντού βέβαια, μιλώντας όμως τώρα για τη μουσική, είναι το Α και το Ω. Πάνω σε αυτήν τη γνώση θα πατήσει το όποιο ταλέντο, μακάρι το μεγάλο, για να εκφράσει αριστουργηματικά τον εαυτό του και την εποχή του.

Η τέχνη είναι μια μορφή εργασίας. Και ως εργασία εμπεριέχει και τη γνώση. Οι νεαροί καλλιτέχνες να διευρύνουν συνεχώς τις γνώσεις τους, με τρόπο δημιουργικό

 

Κρατάμε επομένως τη γνώση…

Γι’ αυτό λέω και το υποστηρίζω ότι η τέχνη είναι μια μορφή εργασίας. Και ως εργασία εμπεριέχει και τη γνώση. Οι νεαροί καλλιτέχνες να διευρύνουν συνεχώς τις γνώσεις τους, με τρόπο δημιουργικό. Αυτό που τους παραδόθηκε να το σέβονται, να το μαθαίνουν, αλλά να παίρνουν και αμπάριζα, για να φτιάξουν το δικό τους τρόπο.

Βέβαια τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Βιώνουμε τη βαρβαρότητα του καπιταλισμού. Στο χώρο της τέχνης, ψάχνοντας να βρει τον τρόπο για να εμπεδώνει συνεχώς την κυριαρχία του, τον βρήκε μέσα από το ίντερνετ και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δημιουργώντας το τυποποιημένο προϊόν. Με αυτόν τον τρόπο μπαίνει φραγμός στη δημιουργία των νέων ανθρώπων. Και εδώ να πω κάτι: Παρότι το ΚΚΕ είναι πολιτικό κόμμα κι όχι πολιτιστικός οργανισμός, θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια το ΚΚΕ θα έπρεπε να το θεωρούμε σαν ένα φορέα, που και στον τομέα του πολιτισμού κάνει πραγματικά μια εξαιρετική δουλειά. Δίνει ανάσα! Και πέρα από εμάς τους παλιότερους και τους αναγνωρισμένους να δώσει ουσιαστικό χώρο και στους νεότερους, ξέρω ότι το κάνει, αλλά να δώσει ακόμα περισσότερο χώρο.

«Ο Ρίτσος είναι δάσκαλός μου»

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να μελοποιήσετε ποιήματα από τον «Πέτρινο Χρόνο» του Ρίτσου;

Προφανώς με έκαιγε η ιστορία μας! Το περιεχόμενο του δικού μας αγώνα. Θέλησα να εκφράσω με σύγχρονο τρόπο την καταπίεση των ανθρώπων στη Μακρόνησο, τον ηρωισμό που επέδειξαν, τη σκληράδα των βασανιστών. Επομένως, έπεσε σαν ώριμο μήλο ο «Πέτρινος Χρόνος» του Ρίτσου, γνωρίζοντας βέβαια το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής του και έχοντας ήδη μελοποιήσει Ρίτσο και σε επίπεδο πειραματικής μουσικής και σε επίπεδο τραγουδιών, που δεν είχαν εκδοθεί. (…) Έχουμε μπει στο στούντιο. Ο ποιητής δεν έχει ακούσει τίποτα. Μου είχε μεγάλη αδυναμία. Μπορώ να το πω τώρα. Κι εγώ έχω μεγαλώσει πια… Είχε ακούσει βέβαια προηγουμένως έργα του που είχα μελοποιήσει, από το «Πέτρες επαναλήψεις κιγκλίδωμα». Του είχα εξηγήσει επίσης και κάποια πράγματα για το πώς σκέφτομαι να το μελοποιήσω. Φαντάζομαι ότι ένιωθε μέσα του κάποια αγωνία, αλλά ήταν ευτυχής που επιχειρείτο μια τέτοια προσέγγιση. Όταν τελείωσε η ηχογράφηση, πήγα στο σπίτι του Ρίτσου με μια μαγνητοταινία. Το ακούμε. Η απόλυτη συγκίνηση. Με αγκάλιασε, με φίλησε, «μπορούμε να το ξανακούσουμε;» μου λέει. Το ακούσαμε τρεις φορές εκείνο το απόγευμα. Και έφυγα αφήνοντάς του τη μαγνητοταινία. Εγώ ήμουν τόσο ενθουσιασμένος με αυτά που μου ’πε, που βγήκα έξω να το διασκεδάσω. Έπεσα να κοιμηθώ. Κατά τις 7.30 χτυπά το τηλέφωνο και ήταν ο Ρίτσος. Και μου λέει ότι σηκώθηκε τα ξημερώματα, έψησε καφέ, άκουσε το έργο πέντε φορές και περίμενε να φύγει η νύχτα για να μου τηλεφωνήσει.

Τον Ρίτσο τον συνάντησα στη δικτατορία, όταν επέστρεψε από τις εξορίες. Δημιουργήσαμε μια σχέση από την αρχή εξαιρετική. Την ποίησή του άλλωστε τη λάτρευα και πριν τη δικτατορία. Με την ευκαιρία να πω ότι θεωρώ ότι είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής μαζί με τον Καβάφη. Δεν υποτιμώ άλλους, γιατί έχουμε σπουδαίους ποιητές στην Ελλάδα. (…) Το έργο του Ρίτσου είναι ένα πρωτότυπο, οικουμενικό σε φόρμα έργο, που δεν έχει προηγούμενο στην ελληνική λογοτεχνία. (…)

Όταν με ρωτάνε ποιος είναι ο δάσκαλός σου και περιμένουν να τους πω ανθρώπους από το χώρο της μουσικής, πρώτα βάζω τον Ρίτσο. Και τον βάζω όχι γιατί μου υπέδειξε έμμεσα, αλλά γιατί μου δίδαξε συγκεκριμένα κάποια πράγματα. Μου έλεγε λοιπόν: «Θάνο, πρέπει να γράφεις για ό,τι σε καίει. Σε καίει ο αγώνας εναντίον της χούντας; Γράφε! Σε καίει ο έρωτάς σου για μια νεαρά; Γράφε! Ένα καλοκαίρι περπατάς μόνος σου σε μια όμορφη παραλία προς το βράδυ; Γράφε! Όμως πρόσεχε. Το θέμα δεν κάνει το έργο. Το έργο το κάνει ο τρόπος σου, η φόρμα σου. Και θα επιζήσεις της εποχής σου, αν η φόρμα σου περιέχει στοιχεία του μέλλοντος. Δεν θα ασεβήσεις σε αυτό που σου παραδόθηκε, θα το υποδεχτείς και θα το αποδεχτείς. Δεν θα το μιμηθείς. Θα φτιάξεις τον τρόπο σου με στοιχεία μελλοντικά».