Του Πανίκου Δημητριάδη*

Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Συνεργατισμός θα μπορούσε να σωθεί. Άλλωστε αυτός ήταν και ο αρχικός σχεδιασμός το 2013, ο οποίος είχε εγκριθεί από την Κομισιόν τον Φλεβάρη του 2014 και επιβεβαιώθηκε το 2015.

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι ο Συνεργατισμός είναι μια ξεπερασμένη έννοια, καλά κάνουν να εξετάσουν χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, όπου οι συνεργατικές τράπεζες συνεχίζουν να ανθούν, όπως π.χ. η Γερμανική Raifeissen, η οποία μάλιστα έχει παρουσία σε πολλές άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. (Παρεμπιπτόντως διερωτώμαι αν οι συνεργατικές τράπεζες της ΕΕ είχαν κληθεί να υποβάλουν προφορά για την κυπριακή συνεργατική τράπεζα).

Οι «αμαρτίες του παρελθόντος», τις οποίες κάποιοι επικαλούνται σήμερα, ήταν γνωστές και παρατίθενται με μεγάλη λεπτομέρεια στο σχέδιο αναδιάρθρωσης του Συνεργατισμού που είχε καταρτιστεί το 2013-14 σε στενή συνεργασία με την Τρόικα. Η σχετική ανακοίνωση της Κομισιόν (Φλεβάρης 2014) αναφέρεται περιληπτικά σε «αλόγιστο δανεισμό», και εξηγεί ότι «η αποτελεσματική διαχείριση των ΜΕΔ μέσω μιας νέας εξειδικευμένης μονάδας» ήταν το βασικό μέρος του σχεδίου.

Σήμερα η Κομισιόν είναι εξίσου ξεκάθαρη για τους λόγους κατάρρευσης της Συνεργατικής. Αναφέρει ότι η ΣΚΤ «δεν κατάφερε να ανακτήσει τη βιωσιμότητά της εν μέρει εξαιτίας κακής διακυβέρνησης της ίδιας της ΣΚΤ και εν μέρει εξαιτίας εμποδίων που δημιουργήθηκαν από το κυπριακό νομικό πλαίσιο για τη ρύθμιση μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Και για τους δύο λόγους την πρώτιστη ευθύνη την έχουν οι κυβερνώντες. Πρώτον γιατί δεν διόρθωσαν εγκαίρως τα κακώς έχοντα στη Συνεργατική, παρά τις παραινέσεις της εποπτικής αρχής. Δεύτερον γιατί απέτυχαν να πείσουν τη Βουλή να ψηφίσει τα απαραίτητα νομοθετικά εργαλεία για τα ΜΕΔ. Σίγουρα υπήρχαν αντιδράσεις λόγω της κοινωνικής πτυχής του θέματος. Αυτές όμως θα μπορούσαν να είχαν ξεπεραστεί με την εισαγωγή ξεχωριστών μέτρων προστασίας των κοινωνικά ευάλωτων νοικοκυριών.

Οι αρνητικές αυτές εξελίξεις είναι συμπτωματικές μιας κοινωνίας που δεν αντλεί ορθά διδάγματα από προηγούμενες κρίσεις. Η Κύπρος σήμερα πληρώνει ένα μεγάλο τίμημα για το παραπλανητικό αφήγημα που είχε κτισθεί για να μετατοπισθούν οι ευθύνες για την κρίση του 2012-13. Ότι δηλαδή το τραπεζικό σύστημα ήταν υγιές -είχαμε μάλιστα τους καλύτερους τραπεζίτες στον κόσμο- και ότι η οικονομία κατέρρευσε γιατί ξένες εταιρείες «φούσκωσαν» δήθεν τις ζημιές, ενώ οι ευρωπαϊκοί θεσμοί μάς έβαλαν πιστόλι στον κρόταφο γιατί ήθελαν, δήθεν, να καταστρέψουν το τραπεζικό μας σύστημα.

Το αφήγημα αυτό δαιμονοποίησε και ουσιαστικά αχρήστευσε τον κυριότερο σταθεροποιητικό μηχανισμό που έχουν οι κεντρικές τράπεζες για να αντιμετωπίσουν εκροές καταθέσεων -δηλαδή τον ELA. Ετσι στην περίπτωση του Συνεργατισμού ο Υπουργός ομολόγησε ότι απέφυγαν να αιτηθούν ELA γιατί, όπως ανάφερε, «ο κλονισμός της εμπιστοσύνης των καταθετών θα ήταν απόλυτος». Λόγω αυτού του παραπλανητικού αφηγήματος, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε σήμερα κατά 20% του ΑΕΠ και είναι μάλλον μόνο η πρώτη δόση.

Το ίδιο αφήγημα οδήγησε και στη διάβρωση της ικανότητας της Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργήσει ως ανεξάρτητη εποπτική αρχή. Το πρώτο πλήγμα κατά της ικανότητας της ΚΤΚ να εποπτεύει αποτελεσματικά το τραπεζικό σύστημα ήταν η παύση του πλέον έμπειρου στελέχους σε θέματα εποπτείας, Σπύρου Σταυρινάκη, τον Απρίλη του 2013. Στη συνέχεια είχαμε τις αλλαγές της νομοθεσίας το καλοκαίρι του 2013. Από τότε ο μόνος τρόπος να λειτουργεί η Κεντρική Τράπεζα χωρίς εσωτερικές προστριβές είναι ο/η Διοικητής να βάζει νερό στο κρασί του/της. Και αυτό γιατί οι δύο εκτελεστικοί αναφέρονται στο Συμβούλιο, αντί στον Διοικητή, του οποίου η προσωπική ανεξαρτησία προστατεύεται από το Σύνταγμα και τη Συνθήκη.

Είναι πάρα πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε ότι την κρίση του 2012-13 δεν την προκάλεσαν ούτε οι ξένες εταιρείες, ούτε οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, αλλά η διαπλοκή μεταξύ τραπεζών και πολιτικά συνδεδεμένων δικηγορικών γραφείων. Αυτή ενθάρρυνε την εισροή «γκρίζου» χρήματος που οδήγησε σε διπλασιασμό του μεγέθους του τραπεζικού συστήματος κατά την περίοδο 2005-11 και πολλαπλασιασμό των τραπεζικών κινδύνων, εν μέρει λόγω αλόγιστου δανεισμού. Αυτές οι κοντόφθαλμες πρακτικές δημιούργησαν μεν προσωρινή ευμάρεια, αλλά ταυτόχρονα έσπειραν τους σπόρους της κρίσης του 2012-13 με δημιουργία φούσκας στα ακίνητα και υπερχρεωμένων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Δημιούργησαν επίσης αρνητική εικόνα για την Κύπρο αναφορικά με το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, όχι μόνο στην ΕΕ αλλά και στην ίδια τη Ρωσική Ομοσπονδία (περισσότερες λεπτομέρειες στο βιβλίο μου «A Diary of the Euro Crisis in Cyprus»).

* Τέως Διοικητής ΚΤΚ, οικονομολόγος, καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ