Τη διασφάλιση δικαιώματος του παιδιού στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο ψυχικής υγείας του, τονίζει η Επίτροπος

Την ανάγκη για προσαρμογή της παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με τρόπο που να προάγεται και να προστατεύεται το δικαίωμα των παιδιών να απολαμβάνουν το ψηλότερο δυνατό επίπεδο ψυχικής υγείας, ευημερίας και ανάπτυξης, εκφράζει η Επίτροπος Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Δέσπω Μιχαηλίδου – Λιβανίου, η οποία δημοσιοποίησε τη θέση της για το θέμα.

Εξίσου σοβαρή διαπίστωση, αναφέρει η Επίτροπος, αποτελεί και η μη συμμετοχή και έκφραση της άποψης του παιδιού στα ζητήματα που το αφορούν, δηλαδή σε οποιαδήποτε πτυχή που αφορά την απόλαυση του δικαιώματος της ψυχικής του υγείας.

«Και ενώ αρκετές αδυναμίες έχουν ήδη εντοπιστεί και καταγραφεί στην Εθνική Στρατηγική για τα Δικαιώματα του Παιδιού στην Υγεία, και παρά το γεγονός της εφαρμογής του ΓεΣΥ , εντούτοις, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά κενά και καταγράφεται έντονα η ανάγκη για διαφοροποιήσεις και προσθήκες που αφορούν την παροχή των υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε παιδιά», προσθέτει.

Πτυχές που την απασχολούν έντονα, σημειώνει, είναι η απουσία πολυθεματικής προσέγγισης και κατακερματισμός των παρεχόμενων Υπηρεσιών. Αρκετά συχνά, εξηγεί, καταγράφεται η αμφίβολη έως και απούσα διεπαγγελματική συνεργασία μεταξύ κλινικών/σχολικών ψυχολόγων και άλλων επαγγελματιών (π.χ. εκπαιδευτικών, Διευθυντών σχολείου).

Αναφέρει ακόμη τον ελλιπή συντονισμό μεταξύ των συναρμόδιων Υπηρεσιών, καθώς επίσης και την «αποφυγή που καταγράφεται εκ μέρους των ΥΨΥΠΕ σε ό,τι αφορά την ανάληψη του βαθμού ευθύνης και αρμοδιότητάς τους».

«Πηγάζει θεωρώ, από μια θεώρηση εκ μέρους μεγάλης μερίδας των επαγγελματιών αυτών, εστίασης αποκλειστικά και μόνο στο ιατρικό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας, αποκλείοντας τη συμπερίληψη άλλων πτυχών που επηρεάζουν τις δυσκολίες ψυχικής υγείας των παιδιών».

Η Επίτροπος αναφέρεται στην απουσία εξειδικευμένων υπηρεσιών και προγραμμάτων (πρόληψης, αντιμετώπισης, παρέμβασης, ψυχοθεραπείας) που να ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες ανάγκες ευάλωτων ομάδων παιδιών, όπως λόγου χάρη, για παιδιά υπό τη νομική φροντίδα του κράτους με παραβατική συμπεριφορά ή/και ενεργό ψυχοπαθολογία για τα οποία απουσιάζουν εξειδικευμένες υπηρεσίες και προγράμματα ψυχοκοινωνικής παρέμβασης και ψυχοθεραπείας.

Επιπρόσθετα σημειώνει ότι οι Παιδικές Στέγες δεν στελεχώνονται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και τα παιδιά που χρήζουν ψυχολογικών παρεμβάσεων θα πρέπει να απευθυνθούν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας με τη συνηθισμένη διαδικασία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η ευαλωτότητά τους.

Ως αποτέλεσμα, συνεχίζει, καταγράφεται σε μεγάλη συχνότητα η άρνηση συνεργασίας των παιδιών αυτών με επαγγελματίες ψυχικής υγείας με τον τρόπο που παρέχεται σήμερα, αφού θα πρέπει να απουσιάσουν από το σχολείο τους.

Σημειώνεται επίσης, η χρονοβόρα πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, συχνά πολύμηνος χρόνος αναμονής για ραντεβού ακόμα και για περιπτώσεις παιδιών υψηλής ευαλωτότητας.

Επιπλέον, προβληματικό αναφέρει είναι και το δεδομένο ότι τα ραντεβού σε επαγγελματία ψυχικής υγείας προσφέρονται μόνο σε πρωινό χρόνο, άρα ένα παιδί θα πρέπει να απουσιάσει από το σχολείο. Η πρόσβαση με τον τρόπο αυτό λειτουργεί δυσμενώς για την απρόσκοπτη παρακολούθηση των μαθημάτων του και της συμμετοχής του στο σχολικό περιβάλλον και πιθανώς να συμβάλει σε στιγματισμό του.

Επισημαίνει επίσης, ότι η χρονοβόρα διαδικασία για πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών πηγάζει από το χρόνιο πρόβλημα της υποστελέχωσης.

Η Επίτροπος αναφέρεται και στην απουσία νομικού εργαλείου για παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συγκατάθεση και των δύο γονέων για στήριξη και θεραπεία, είτε αφορά στις περιπτώσεις παιδιών που έχουν ανάγκη προστασίας και παιδιών θυμάτων βίας, είτε αφορά στις περιπτώσεις εφήβων που αντιμετωπίζουν οποιαδήποτε δυσκολία που επηρεάζει δυσμενώς τη ψυχική τους υγεία (αυτοκτονικό ιδεασμό/πιθανή εγκυμοσύνη/ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού/συγκρουσιακές σχέσεις με γονείς) .

Επίσης, σημειώνει ότι για παιδιά ηλικίας 17 ετών καταγράφεται ένα ασαφές πλαίσιο όσον αφορά την πρόσβασή τους σε συγκεκριμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, όπως π.χ. η πρόσβαση σε ΚΕΠΨΥΠΑ/ΤΕΝΕ αφορά παιδιά πριν να ολοκληρώσουν το 17ο έτος της ηλικίας τους, ενώ μόλις αυτό συμπληρωθεί, τα παιδιά θα πρέπει να απευθυνθούν σε δομές ψυχικής υγείας για ενήλικες.

Η Επίτροπος αναφέρεται και στην απουσία ενδιάμεσης δομής των ΥΨΥΠΕ με στόχο την αντιμετώπιση των αντιστάσεων των γονέων/κηδεμόνων που προβάλλουν ως προς τη συνεργασία των ιδίων ή/και των παιδιών τους με επαγγελματίες ψυχικής υγείας.

Διαφαίνεται, σημειώνει, να υποβόσκουν συχνά και προκαταλήψεις και ταμπού σχετικά με τη συνεργασία με επαγγελματίες ψυχικής υγείας στην κυπριακή κοινωνία.

Η Επίτροπος επισημαίνει την ανάγκη εισαγωγής επαγγελματιών ψυχολόγων στα σχολεία για εύκολα προσβάσιμη στήριξη των παιδιών σε κατάλληλα διαμορφωμένο χώρο του σχολικού χώρου.

«Η άποψη των παιδιών δεν φαίνεται να περιλαμβάνεται στις υφιστάμενες διαδικασίες που τα αφορούν, όπως λόγου χάρη στις πολυθεματικές συναντήσεις που πραγματοποιούνται στα σχολεία και στα οποία καλούνται να εκφέρουν άποψη εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, Καθηγητές ΣΕΑ, ΛΚΥ , εκπαιδευτικοί και να λάβουν μια απόφαση καθοριστικής φύσης για το ίδιο το παιδί (π.χ. στασιμότητα)», προσθέτει.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.