Σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητά τους αντιμετωπίζουν στην Κύπρο, τόσο οι αιτητές ασύλου, όσο και οι πρόσφυγες, αναφέρει σε τοποθέτησή της με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων, η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Στυλιανού – Λοττίδη.

«Στην Κύπρο, τόσο οι αιτητές ασύλου, όσο και οι πρόσφυγες, όπως διαπιστώνεται και καταγράφεται σε πρόσφατες Εκθέσεις μας, συχνά αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα τους, από την εξεύρεση στέγης, μέχρι την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, στο ύψος των επιδομάτων αλλά και γενικότερα στη διαβίωση τους. Ρόλος δικός μας είναι να συνεχίσουμε να παρεμβαίνουμε, όπου διαπιστώνεται παραβίαση ή ανεπαρκής προστασία, αλλά και τυχόν περιορισμός στην άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», είπε.

Πρόσθεσε ότι σε μια ημικατεχόμενη πατρίδα, όπως η Κύπρος, «η προσφυγιά ζυμώθηκε με την ύπαρξη μας».

«Ζήσαμε τον πόλεμο και ζούμε τον ξεριζωμό και τις συνέπειες του μέχρι και σήμερα. Πρώτοι εμείς οφείλουμε να διδάξουμε πως η προσφυγιά δεν είναι κοινωνικό βάρος. Είναι συνέπεια μιας βίαιης δύναμης και χρειάζεται την στήριξη όλων των ανθρώπων για ανάκτηση της χαμένης γης που ξεγύμνωσε την ψυχή μας, την ψυχή τους», σημείωσε.

Ανέφερε ακόμα ότι η σημερινή μέρα καθιερώθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων στις 4.12.2000, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ και πρωτογιορτάσθηκε στις 20 Ιουνίου το 2001.

Όπως αναφέρει η Επίτροπος, η σημερινή μέρα αποτελεί μια υπόδειξη στην ανθρωπότητα για το χρέος της έναντι όλων των ανθρώπων. Μια υπόδειξη, πρόσθεσε, ότι η κάθε μέρα – και όχι μόνο η σημερινή – θα πρέπει να αποτελεί ορόσημο για αλληλοσεβασμό για αλληλεγγύη, για συνύπαρξη όλων μας, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

Αναφερόμενη σε στοιχεία που παραθέτει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με το μέγεθος της προσφυγικής κρίσης, είπε ότι 41,3 εκατομμύρια είναι εκτοπισθέντες στην ίδια τους τη χώρα, 25.9 εκατομμύρια πρόσφυγες και 3,5 εκατομμύρια αιτητές ασύλου. Κάπου 44,400 άνθρωποι την ημέρα αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους εξαιτίας πολέμου και ενόπλων συρράξεων αλλά και εξαιτίας βάσιμου λόγου δίωξης με βάση την φυλή, το θρήσκευμα, τις πολιτικές πεποιθήσεις την εθνικότητα ή την συμμετοχή τους σε μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

«Οι προσφυγικές ροές αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Πέραν του βίαιου εκτοπισμού και των δυσκολιών που έχουν να αντιμετωπίσουν, συχνά αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε χώρες αφιλόξενες, όπου δέχονται ρατσιστικές συμπεριφορές, βιώνουν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και αντιμετωπίζονται ως απειλή», αναφέρει.

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, είπε, αναγνωρίζοντας την έκταση και την ένταση της προσφυγικής κρίσης, όρισε δέσμη μέτρων και πρωτοβουλιών, σε συνεργασία τόσο με τα κράτη μέλη, αλλά και με άλλες χώρες εταίρους, αποσκοπώντας στη διαχείριση των ροών των ατόμων που επιζητούν διεθνή προστασία.

Προσθέτει ότι παρά τις αρχές της αλληλεγγύης και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, που διέπουν τα κράτη μέλη της ΕΕ, τα οποία μοιράζονται κοινές δημοκρατικές αξίες, το προσφυγικό πρόβλημα ανέδειξε, δυστυχώς, «παθογένειες» των σύγχρονων κοινωνιών, που έσυραν στην επιφάνεια έντονα συμπτώματα καχυποψίας, ρατσιστικού λόγου και μισαλλοδοξίας, απέναντι στους μετανάστες, καθώς, επίσης, δυστοκία σε κάθε ενδεχόμενο φιλοξενίας.